Παρασκευή 8 Μαΐου 2009

7 Μαίου- Ο βυθός είναι δίπλα

Το τρυφερό σκοτάδι του βυθού...
Λίγο πριν την ανακοίνωση των λογοτεχνικών βραβείων του περιοδικού «Διαβάζω» ο υποψήφιος στην κατηγορία πρωτοεμφανιζόμενων συγγραφέων Νίκος Αδάμ Βουδούρης μιλάει στη Μπρίζα για τις μικρές ιστορίες του, τους αναγνώστες, αλλά και τον εκδοτικό χώρο… Θυμάται επίσης μια «καταιγίδα βιβλική» στη Βέργα της Καλαμάτας.

Αφήνοντας πίσω γιορτές, πανηγύρια, στεφάνια κλπ και έχοντας πάντα κατά νου το επόμενο τριήμερο προς απόδραση, συνεχίζουμε με μία ακόμα παρουσίαση ελληνικού βιβλίου, από τα πλέον αξιόλογα που θα βρείτε αυτή την περίοδο στις προθήκες. Και ο εύφημος χαρακτηρισμός «πλέον αξιόλογο» δεν είναι αυθαίρετος, αλλά εδράζεται σε ένα καθ’ όλα αντικειμενικό κριτήριο. Αν θυμάστε πριν από δύο εβδομάδες είχα γράψει για τις υποψηφιότητες των λογοτεχνικών βραβείων, του περιοδικού ΔΙΑΒΑΖΩ.
Τώρα που εσείς διαβάζετε αυτές τις γραμμές τα αποτελέσματα έχουν ήδη ανακοινωθεί, αλλά μιας και γράφω τη στήλη μερικές μέρες νωρίτερα, θα συνεχίσω το άρθρο μου, χωρίς να γνωρίζω αν ο σημερινός φιλοξενούμενος μου συγκαταλέγεται ανάμεσα στους νικητές. Γιατί ο Νίκος Αδάμ Βουδούρης με το βιβλίο «Ο βυθός είναι δίπλα», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Πατάκη, ήταν υποψήφιος για το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα. Σε αυτές τις περιπτώσεις βέβαια, δεν έχει νομίζω τόση σημασία η βράβευση, όσο ο έπαινος που αποδεικνύει ότι ένας νέος συγγραφέας διάνυσε με το πρώτο κιόλας βήμα του, ένα μεγάλο τμήμα του δρόμου.
Ας συνεχίσουμε με λίγα πράγματα για να γνωρίσουμε καλύτερα τον συγγραφέα, πριν μας συστηθεί με τα λόγια του: ο Νίκος Αδάμ Βουδούρης γεννήθηκε στο Γλυκορρίζι της Μεσσηνίας και σπούδασε αρχιτεκτονική στο Μετσόβιο Πολυτεχνείο. Διηγήματά του έχουν δημοσιευτεί στα περιοδικά "Οδός Πανός", "Εντευκτήριο" και "Μπιλιέτο", καθώς και σε ανθολογίες νεοελληνικού διηγήματος. Παρακολούθησε σεμινάρια δημιουργικής γραφής στο Εθνικό Κέντρο Βιβλίου, ενώ το "Ο βυθός είναι δίπλα" είναι το πρώτο βιβλίο του και όπως φαίνεται προάγγελος μίας επιτυχημένης πορείας.
Τι μπορούμε να περιμένουμε; «Ιστορίες προσώπων που εκποιούν τη λύπη τους, αποθηκεύουν τη χαρά και εχθρεύονται την κανονικότητα. Σπίτια, μαγαζιά, ιδρύματα, δρόμοι και πλατείες είναι τα σκηνικά των δέκα διηγημάτων, που προσπαθούν να δώσουν απαντήσεις στα εξής ακανθώδη ερωτήματα», σύμφωνα πάντα με το οπισθόφυλλο:
Πότε μια μάνα θα απαλλαγεί επιτέλους από το μπουρνούζι του γιου της; Τι μπορεί να συμβεί στην πίσω πλευρά, την ανήλιαγη, ενός καλοστημένου ευπρεπούς ολόλευκου σπιτιού; Αντιγράφονται οι λυγμοί και οι στεναγμοί; Ποιος είναι ο διαβόητος Μπέκο Παρμιτζάν; Σε ποιο θρόνο ανέβηκες όταν ήσουνα μικρός και αλήτευες εκεί στα πέριξ της Ελευσίνας; Ποιος βυθός σε περιμένει ένα βροχερό Σαββατοκύριακο και τι παραπάνω έχεις εσύ από τους άλλους;
Η τρέλα της διπλανής πόρτας

Ο «Βυθός είναι δίπλα» είναι μία συλλογή μικρών διηγημάτων, που πιάνονται από διάφορες προσωπικότητες της καθημερινότητας και τις προεκτείνουν ίσως ως τις δικές μας καθημερινότητες- αν ευσταθεί ένας τέτοιος όρος. Από τις σελίδες περνούν διάφοροι πρωταγωνιστές της τρέλας της διπλανής πόρτας και ενίοτε μέσα απ’ την ανάγνωση θα μας απασχολήσουν οντότητες που δεν συνιστούν καν ανθρώπινες υπάρξεις. Χωρίς να θέλω να χαλάσω τη μαγεία μιας ιστορίας, θα πρέπει να είστε προετοιμασμένοι για εκπλήξεις: εκτός από ανθρώπους, ακόμα και αντικείμενα μπορούν να αφηγηθούν μια δική τους ιστορία. Με απλή, στρωτή γραφή που ρέει, ο Βουδούρης διερευνά κίνητρα και παλιές αμαρτίες που στοιχειώνουν συνειδήσεις. Μην ανησυχείτε, δεν πρόκειται για κάτι τόσο βαρύγδουπο όσο ίσως το κάνω να φαίνεται. Είναι μικρές ιστορίες όπως θα έπρεπε να είναι.
Τον δικό σας προσωπικό βυθό που είναι δίπλα, μπορείτε να τον προμηθευτείτε στο κοντινότερο βιβλιοπωλείο και εγγυημένα είναι ένα βιβλίο που θα διαβάσετε μονορούφι. Επίσης παίρνω το ρίσκο να δηλώσω ότι θα σας αρέσει και μάλιστα θα σας αφήσει και έναν απόηχο στο μυαλό. Και σε κάθε περίπτωση, ειλικρινά πρέπει να μάθετε ποιος είναι ο Μπέκο Παρμιτζάν. Αρκετά, όμως με την άποψή μου, ας δούμε και όσα ενδιαφέροντα μοιράστηκε ο ίδιος ο συγγραφέας με τους αναγνώστες της Μπρίζας.


1) Είναι δίπλα μας σε κάθε βήμα ο βυθός στην καθημερινότητα; Μπορούμε να τον αποφύγουμε ή δεν αξίζει να προσπαθήσουμε;
Γιατί να τον αποφύγουμε? Οι ήρωες μου τουλάχιστον έχουν το βυθό σαν στόχο. Τρυφερό σκοτάδι τους περιμένει εκεί. Εκεί όλα επιτρέπονται και από εκεί κάτω, άνω θρώσκεις και χλευάζεις την κανονικότητα. Καμία φορά θα ‘θελες να έχεις ένα εισιτήριο διαρκείας να μπαινοβγαίνεις στους βυθούς, αλλά αυτά είναι σπάνια τύχη. Έτσι, το μόνο που απομένει είναι να υιοθετείς παραβατικές συμπεριφορές, να στοχεύεις στα βαριά αισθήματα και προς μεγάλη σου λύπη να παραμένεις ατιμώρητος.

2) Σε τι βαθμό έχουν βασιστεί οι χαρακτήρες του βιβλίου σας σε πραγματικά πρόσωπα;
Ο ψυχισμός των χαρακτήρων, μου είναι γνώριμος. Η παρατήρηση και η ενδοσκόπηση είναι η μέθοδος καταγραφής του. Το κέλυφος που τον υποδέχεται, τα σπίτια, οι δρόμοι και τα πρόσωπα κάτι μου θυμίζουν, με κάτι μοιάζουν, με κάποιους που με ερέθισε η όψη ή η ομιλία τους αλλά δεν το ψάχνω περισσότερο. Τι δουλειά μου να κάνω…

3) Πόσο σημαντική είναι για έναν πρωτοεμφανιζόμενο η υποψηφιότητα για ένα σημαντικό βραβείο;
Τσίγκινα μετάλλια συντεχνιακής εμβέλειας είναι όλα αυτά. Το πολύ-πολύ να γίνει λίγος θόρυβος, να ακουστεί το όνομα. Και αυτό κατά τους διαφημιστές χρειάζεται.

4) Θα ανταλλάσσατε μια υποθετική βράβευση, με μια εμπορική επιτυχία;

Δεν έχω εμπορική επιτυχία για να μπω στον προβληματισμό να την αλλάξω. Ας έρθει, αν έρθει, και θα την έχω στα όπα-όπα.

5) Νομίζω ότι στους εκδοτικούς οίκους κυριαρχεί μια διστακτικότητα ως προς την έκδοση συλλογών. Το έχετε συναντήσει και αν ναι, γιατί πιστεύετε ότι συμβαίνει;
Μια πόρτα χτύπησα, μου άνοιξε. Και από ότι κατάλαβα και κάποιες άλλες με περιμένουν. Πάντως η παρατήρηση σας είναι σωστή. Αδικαιολόγητα οι εκδότες αντιμετωπίζουν το διήγημα σαν το φτωχό συγγενή. Ένα μόνο θα σας πω. Υπάρχουν πάμπολλα λογοτεχνικά περιοδικά τα οποία στηρίζουν την υλη τους στο διήγημα. Προφανώς κάποιοι τα αγοράζουν για να βγαίνουν ανελλιπώς τόσα χρόνια. Άρα το κοινό υπάρχει. Να ξεστραβωθούν οι εκδότες και να γίνουν επιτέλους επαγγελματίες.

6) Γιατί οι Έλληνες ειδικά στις ηλικίες 18 με 35 δεν φαίνεται να αγαπούν το βιβλίο;
Δεν συμφωνώ με τις γενικεύσεις αυτές, πάντα υπάρχουν οι εξαιρέσεις και οι παντοδύναμες μειοψηφίες…

7) Πιστεύετε ότι η τεχνολογική πρόοδος θα επηρεάσει το βιβλίο ως αντικείμενο;
Το αγαπημένο σου βιβλίο το παίρνεις αγκαλιά στο κρεβάτι. Ο υπολογιστής είναι κρύος, είναι σκληρός, άκαμπτος, μπορεί να ενοχλήσει τον οξύθυμο σύντροφο σου, να φάει κλωτσιά το μηχάνημα, να πέσει στα μωσαϊκά, να γίνει κομμάτια και είναι και ακριβούτσικο. Προτιμώ βιβλίο.

8) Ένα βιβλίο που διαβάσατε πρόσφατα και σας έκανε εντύπωση;
Το θαύμα της αναπνοής του Δημήτρη Σωτάκη.

9) Τι δυσκολίες καλείται να αντιμετωπίσει ένας πρωτοεμφανιζόμενος συγγραφέας;
Τις ίδιες με ένα βετεράνο. Να βρει θέμα που θα τον ενδιαφέρει πραγματικά. Αυτό, αν ο στόχος του είναι η λογοτεχνία. Αν ο στόχος του είναι παράπλευρα χωράφια τότε οι δυσκολίες και ο δρόμος είναι άλλος και δεν μας αφορά.
10) Γράφετε περισσότερο για την τέχνη ή για προσωπική ικανοποίηση; Αισθάνεστε ότι μέσω των αφηγημάτων σας, ανοίγεται έναν δίαυλο επικοινωνίας με τον αναγνώστη;
Γράφω γιατί δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Άμα τα αφήνω στο μυαλό μου και δεν στρώνομαι να τα δουλέψω, να τα ξεφορτωθώ, δεν περνώ καλά. Είναι επίμονα αυτά και δεν μ’ αφήνουν σε ησυχία. Δεν κοιμάμαι καλά. Εκκρεμότητες. Εκείνο που με ενδιαφέρει είναι να φτάσει στον αναγνώστη ένα συναίσθημα ταραχής, έστω και σαν απόηχος….

11) Ποιο θα είναι το επόμενο συγγραφικό σας βήμα;
Έχω σχεδόν έτοιμο το πρώτο μου μυθιστόρημα.

12) Επισκέπτεστε συχνά την Καλαμάτα; Μια όμορφη εικόνα που έχετε κρατήσει απ' τη Μεσσηνία;
Στη Μεσσηνία έρχομαι συχνά και στην Καλαμάτα βέβαια. Έχω φίλους εκεί. Τι θυμάμαι; Αστραπές, βροντές και καταιγίδα βιβλική κάποιο απόγευμα μερικά χρόνια πριν στη Βέργα. Τα κλαδιά χτυπούσαν στο παράθυρο και ένα μικρό πουλί κόλλησε στο τζάμι, το λέρωσε με αίμα και έπεσε άψυχο στο πρεβάζι.

13) [Μια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουν, μαζί με την απάντησή της]
Τι δεν λείπει ποτέ από το γραφείο σας;

Η γραφική υλη βέβαια και τα υγρά. Νερό, τσάι, καφές, αλκοόλ ανάλογα την ώρα και προ παντός ένα μικρό ρινοκεράκι από ελεφαντόδοντο.

Πέμπτη 30 Απριλίου 2009

30 Απριλίου- Αντιζωή

Τι θα πάρουμε αν… αντιστρέψουμε έναν άνθρωπο;

Του Γιάννη Πλιώτα


Μετά τις διακοπές και ενώ οι ρυθμοί επιστρέφουν στο φυσιολογικό, θα χρειάζεστε φαντάζομαι ένα βιβλίο ήρεμων ρυθμών και λίγο πολύ εγνωσμένης αξίας. Εν μέσω της πολυδιαφημισμένης κρίσης, κανείς δεν θέλει να χάσει χρόνο και χρήματα διαλέγοντας ένα βιβλίο που θα ξεκινήσει τρεις φορές και θα το παρατήσει και τις τρεις (πάντα αναλογιστείτε το ενδεχόμενο ότι μπορείτε να στηρίξετε τραπέζια που γέρνουν).


Αφού υπάρχει αυτή η ανάγκη, λοιπόν, θα συστήσω ένα καλό βιβλίο και όπως διαπιστώνω μετά από πολύ καιρό, είναι βιβλίο ξένου συγγραφέα. Δεν είναι θέμα άποψης προφανώς – απλά έτυχε το τελευταίο διάστημα να πέφτουν στα χέρια μου μόνο βιβλία Ελλήνων, τα οποία αν μπήκατε στον κόπο να τα διαβάσετε, ελπίζω να μείνατε απόλυτα ικανοποιημένοι (αν και μετά την απομάκρυνση απ’ το ταμείο, ξέρετε τι συμβαίνει).
Πιο συγκεκριμένα, για σήμερα θα προτείνω την «Αντιζωή» («Counterlife» ο αγγλικός τίτλος) του Φίλιπ Ροθ, το οποίο μεταφράστηκε και κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Πόλις. Το βιβλίο έχει γραφτεί το 1986 και θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα του Ροθ, ανάμεσα σε έργα όπως το «Ζούκερμαν Δεσμώτης», «Η συνωμοσία εναντίον της Αμερικής», «Το σύνδρομο του Πόρτνοϊ» και το «Ανθρώπινο Στίγμα».

Ο συγγραφέας είναι πασίγνωστος και έχει και πολλούς φίλους στη χώρα μας, αλλά θα προσπαθήσω να γράψω λίγα λόγια για αυτόν, χωρίς να συμπεριλάβω όλα όσα γράφει το βιογραφικό του, γιατί θα χρειαζόμουν δύο σελίδες μόνο για αυτό. Ο Φίλιπ Ροθ γεννήθηκε το 1933 στο Νιούαρκ του Νιού Τζέρσεϊ, μέρος όπου διαδραματίζεται και ένα κομμάτι της «Αντιζωής». Σπούδασε αγγλική φιλολογία στα πανεπιστήμια του Bucknell και του Σικάγου. Διετέλεσε καθηγητής της συγκριτικής λογοτεχνίας στα πανεπιστήμια του Πρίνστον, της Νέας Υόρκης (Hunter College) και της Πενσυλβάνια. Διηύθυνε τη σειρά «Συγγραφείς της άλλης Ευρώπης» στις εκδόσεις Penguin και γνώρισε στο αμερικανικό κοινό συγγραφείς όπως ο Bruno Schulz και ο Μίλαν Κούντερα. Στην Ελλάδα κυκλοφορούν πολλά από τα έργα του. Ο Φίλιπ Ροθ έχει τιμηθεί με τα βραβεία National Book Award, Pulitzer, PEN/Faulkner, National Book Critics Circle Award, National Medal of Arts και με το Gold Medal in Fiction της Αμερικανικής Ακαδημίας Τεχνών και Γραμμάτων. Και με πολλά άλλα που παραλείπω.

Τι είναι, όμως η «Αντιζωή»; Είναι ένα ευρηματικό σε σύλληψη μυθιστόρημα, που δίνει διαφορετικές εκδοχές της ιστορίας δύο σαραντάρηδων, ενός συνηθισμένου, πραγματιστή οδοντιάτρου και του αδερφού του μποέμ, συγγραφέα Νέιθαν Ζούκερμαν. Ανάμεσά τους και ανάμεσα στα πέντε κεφάλαια του βιβλίου, ο συνδετικός κρίκος είναι η θρησκεία τους: είναι Εβραίοι και ενώ ο ένας από αυτούς ξεκάθαρα αδιαφορεί για αυτό το (τυχαίο κατά τη γνώμη του) γεγονός, ο άλλος μέσα από τα περιστατικά που αφηγείται η πένα του Νέιθαν, παρουσιάζεται ως ιδεολογικός ακροβάτης. Τη μία στιγμή ζει την ήρεμη ζωούλα του με τη γυναίκα, τα παιδιά και την ερωμένη του και την άλλη παρατάει τα πάντα για να υψώσει τη σημαία του σιωνισμού σε έναν οικισμό εποίκων της Δυτικής Οχθης. Είναι ένα ερώτημα που τίθεται εύγλωττα μέσα απ’ τις σελίδες του βιβλίου: Τι θα πάρουμε αν αντιστρέψουμε έναν άνθρωπο;

Η «Αντιζωή» του Φίλιπ Ροθ είναι ένα βιβλίο που αξίζει να διαβάσετε όχι μόνο για τα ακόμα επίκαιρα θέματα που θίγει, αλλά και για τον επιδέξια πλεγμένο τρόπο γραφής του αμερικάνου συγγραφέα. Όλα τα χαρακτηριστικά του βιβλίου, συμπυκνώνονται με μία ρήση του Τσέχωφ που αναφέρεται και στο βιβλίο: "Αν στην πρώτη πράξη ένα πιστόλη κρεμαστεί στη σκηνή, θα εκπυρσοκροτήσει στην τρίτη." Αν έπρεπε να το αντιστοιχήσω σε κάποια ταινία, θα διάλεγα προφανώς μία από τις ταινίες νεύρωσης του Γούντι Αλεν, που επιλέγει να σατιρίσει με έξυπνο τρόπο χλωρά, ξερά, ιερά και όσια. Η πολύ καλή μετάφραση είναι της Χριστίνας Ντόκου, ενώ η απαιτητική επιμέλεια έχει γίνει από τον Αχιλλέα Κυριακίδη. Το βιβλίο «Αντιζωή» θα το βρείτε στο κοντινότερο βιβλιοπωλείο έναντι είκοσι ευρώ. Τη δική σας αντιζωή, θα πρέπει να την αναζητήσετε στο αρνητικό της φωτογραφίας του εαυτού σας.

Πέμπτη 16 Απριλίου 2009

16 Απριλίου- Βραβεία περιοδικού ΔΙΑΒΑΖΩ


Καλημέρα σε όλους και εύχομαι καλές γιορτές, ελπίζοντας το Πάσχα να σας βρει με αγαπημένα πρόσωπα και σε τόπους ιδιαίτερους. Και γιατί όχι αυτές οι μέρες διακοπών, να αποδειχθούν και μια καλή αφορμή για να περάσετε μερικές ώρες συντροφιά με ένα βιβλίο.
Η σημερινή θεματολογία της στήλης αντλείται από το χωρο του βιβλίου και συγκεκριμένα από τις δραστηριότητες ενός σχετικού εντύπου, ίσως αυτού που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί σχετικότερο όλων. Πριν λίγες μέρες ανακοινώθηκαν οι μικρές λίστες για τα βραβεία του περιοδικού «Διαβάζω», το οποίο θεωρείται το πιο έγκυρο περιοδικό της εγχώριας βιβλιοκριτικής και κάθε χρόνο τα βραβεία που απονέμει αναμένονται με ανυπομονησία από τους φίλους του καλού βιβλίου. Υπάρχει βέβαια και η ένσταση της αντίθετης άποψης, ότι ειδικά στο βιβλίο τα βραβεία είναι αδόκιμα, αλλά και η λογοτεχνία είναι τέχνη και σαν τέχνη μπορεί να κρίνεται. Και επίσης στην ταλαιπωρημένη και περιορισμένης απήχησης σκηνή της Ελλάδας, δεν βλάπτει λίγη παραπάνω προβολή από τα ΜΜΕ.
Για δωδέκατη, λοιπόν χρονιά θα απονεμηθούν τα εν λόγω βραβεία σε μια τελετή που θα λάβει χώρα στις 4 Μαίου στο Νέο Μουσείο Μπενάκη, στην Αθήνα. Οι κατηγορίες στις οποίες διαγωνίζονται τα υποψήφια βιβλία είναι μυθιστορήματος, διηγήματος, δοκιμίου, ποίησης, πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα, εικονογραφημένου παιδικού λογοτεχνικού βιβλίου και τέλος παιδικού λογοτεχνικού βιβλίου για μεγάλα παιδιά. Για να μην επεκταθούμε και μιας και όλα τα υποψήφια βιβλία μπορείτε να τα βρείτε στο διαδίκτυο και συγκεκριμένα στη διεύθυνση
http://www.in.gr/news/article.asp?lngEntityID=1002396&lngDtrID=253,
θα παραθέσω αναλυτικά μόνο τα υποψήφια στην πρώτη κατηγορία, αυτή του μυθιστορήματος, που όπως καταλαβαίνετε ενδιαφέρει και πιο συγκεκριμένα τη θεματολογία των «Ραφιών». Τα δέκα υποψήφια βιβλία για καλύτερο μυθιστόρημα σύμφωνα με την κριτική επιτροπή του «Διαβάζω» είναι τα εξής:

Γκάκας Σέργιος, Στάχτες, εκδόσεις Καστανιώτη
Ελευθερίου Μάνος, Άνθρωπος στο πηγάδι, εκδόσεις Μεταίχμιο
Ευσταθιάδη Μαρία, Το κόκκινο ξενοδοχείο: Η αδύνατη αναπαράσταση, εκδόσεις Κέδρος
Θέμελης Νίκος, Οι αλήθειες των άλλων, εκδόσεις Κέδρος
Καραγάτση Μαρίνα, Το ευχαριστημένο ή Οι δικοί μου άνθρωποι, εκδόσεις Άγρα
Κούρτοβικ Δημοσθένης, Τι ζητούν οι βάρβαροι, εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα
Μαγκλίνης Ηλίας, Η ανάκριση, εκδόσεις Κέδρος
Μαρούτσου Έλενα, Μεταξύ συρμού και αποβάθρας, εκδόσεις Καστανιώτη
Σταμάτης Αλέξης, Βίλα Κομπρέ, εκδόσεις Καστανιώτη
Χρυσόπουλος Χρήστος, Η λονδρέζικη μέρα της Λώρας Τζάκσον, εκδόσεις Καστανιώτη

Καμαρώνω κι εγώ λίγο σαν γύφτικο σκεπάρνι, γιατί αν θυμάστε δύο από τα βιβλία της λίστας («Μεταξύ συρμού και αποβάθρας» της Έλενας Μαρούτσου και «Η λονδρέζικη μέρα της Λόρας Τζάκσον» του Χρήστου Χρυσόπουλου, αμφότερα από τις εκδόσεις Καστανιώτη), είχαν παρουσιαστεί πολύ πρόσφατα από τις σελίδες της Μπρίζας και μάλιστα συνοδεύονταν από αποκλειστικές συνεντεύξεις των συγγραφέων τους. Επίσης υπογραμμίζω ότι για το επόμενο φύλλο είναι προγραμματισμένη μια παρουσίαση του βιβλίου του επίσης υποψηφίου (στην κατηγορία πρωτοεμφανιζόμενων) Νίκου Αδάμ Βουδούρη, ο οποίος έλκει την καταγωγή του από τη Μεσσηνία. Το βιβλίο του είναι μια συλλογή διηγημάτων με τίτλο «Ο βυθός είναι κοντά» και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη- περισσότερα σε λίγες μέρες. Και μιας και αναφέρθηκα στα προσεχώς, στο μεθεπόμενο φύλλο θα έχω παρουσίαση του πλέον πρόσφατα μεταφρασμένου βιβλίου του πολύ διάσημου και στη χώρα μας Φίλιπ Ροθ, την «Αντιζωή».
Νομίζω ήρθε η ώρα για αποφώνηση. Καλά να περάσετε με βεγγαλικά ή χωρίς και καλές αναγνώσεις ως την επόμενη συνάντησή μας.

Παρασκευή 10 Απριλίου 2009

9 Απριλίου- Το μυστικό της τελευταίας σελίδας

«Ο ήλιος βρήκε διέξοδο στα ερείπια των παλιών σπιτιών»*


Καλημέρα! Μετά από αυτόν τον λιτό στίχο, που πήρε τη θέση του προλόγου, η συνέχεια δεν μπορεί παρά να είναι ανάλογη. Στη σημερινή στήλη φιλοξενούμε έναν πρωτοεμφανιζόμενο συγγραφέα, τον Νίκο Χρυσό, του οποίου το μυθιστόρημα «Το μυστικό της τελευταίας σελίδας» κυκλοφόρησε τον μήνα που μας πέρασε από τις εκδόσεις Καστανιώτη.
Είναι ένα βιβλίο αξιόλογο και όπως θα διαπιστώσετε παρακάτω, δεν μένει στην επιφάνεια των πραγμάτων, αλλά αναλύει σε βάθος την ουσία τους. Εντύπωση, δε, μου έκαναν η επιλογή του ιδιαίτερου θέματος και το ύφος του συγγραφέα, που παραπέμπουν σε άτομο εξαιρετικά καλλιεργημένο και μεγαλύτερης ηλικίας, αν θεωρηθεί ότι η ηλικία είναι ποσό ανάλογο της σοφίας. Ολα τα παραπάνω βέβαια αναιρούνται αν το περιεχόμενο είναι αλληγορικό και ο Νίκος Χρυσός δεν υπάρχει, αλλά είναι ένα καλοστημένο κόλπο του marketing.


«Ποιος δεν φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ τις ψευδαισθήσεις ποιος δεν τις φοβάται…»

Φυσικά αστειεύομαι, ένα inside joke, όπως θα καταλάβει οποιοσδήποτε διαβάσει το βιβλίο. Ας γνωρίσουμε τον κύριο Χρυσό λίγο καλύτερα μέσα από το βιογραφικό του. Ο Νίκος Χρυσός γεννήθηκε το 1972, φοίτησε στο Βιολογικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών και στο Τμήμα Σκηνοθεσίας της Σχολής Κινηματογράφου Λυκούργου Σταυράκου. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ενώ «Το μυστικό της τελευταίας σελίδας» είναι το πρώτο του βιβλίο, όπως ήδη ανάφερα.

«Εμαθα να ταξινομώ τα γεγονότα από τα μουδιασμένα, αδέξια χέρια σου ως την κοινωνική μας Ιστορία»

Στα περί της πλοκής: Ο πολύ συμπαθής, χαμηλών τόνων κεντρικός ήρωας Χρήστος Κάσσιος (που υποψιάζομαι ότι έχει μπολιαστεί με πολλά στοιχεία του χαρακτήρα του συγγραφέα), είναι ένας τριαντατριάχρονος δημοσιογράφος και κριτικός λογοτεχνίας στην υπηρεσία ενός εκ των μεγαλύτερων εκδοτικών οργανισμών της χώρας μας. Λίγο πολύ είναι μια συμβιβασμένη φιγούρα, ουσιαστικά ένα ακόμα εξάρτημα του συστήματος παραγωγής κέρδους. Παράλληλα είναι και λάτρης παλαιών βιβλίων, αγαπάει την ποίηση και ενίοτε συστήνεται χρησιμοποιώντας στίχους ποιητών.

Εχοντας ανασύρει πρόσφατα τον εαυτό του από ένα προσωπικό ναυάγιο, βρίσκει διέξοδο για τις σκέψεις του σε ένα ξεχασμένο λογοτεχνικό ρεύμα, που αρχίζει να συζητιέται σε λογοτεχνικούς κύκλους, ενώ παράλληλα ανεξήγητα ίχνη του ρεύματος αρχίζουν να εμφανίζονται στις τελευταίες σελίδες βιβλίων. Η περιέργεια τού Κάσσιου τον ωθεί σε μία ενδελεχή έρευνα όχι μόνο σε παλαιοβιβλιοπωλεία και πάγκους στο Μοναστηράκι, αλλά και στο χρόνο μέσα από συζητήσεις με ανθρώπους, που θα μπορούσαν να είναι η προσωποποίηση της εκδοτικής ιστορίας των τελευταίων πενήντα χρόνων. Στο πλευρό του είναι πρώτα απ’ όλα ο φίλος του Κάστρο (εκ του Φιντέλ), ένας γείτονας, πιτσιρικάς φοιτητής και ο Οδυσσέας, ο ιδιοκτήτης ενός μαγειρείου, στο οποίο ανά πάσα στιγμή καταφεύγουν για να ανακεφαλαιώσουν την εξέλιξη των ερευνών τους. Ο Κάσσιος, όμως δεν αργεί να αντιληφθεί ότι πίσω από τις φαινομενικά τυχαίες αναφορές στο ξεχασμένο λογοτεχνικό ρεύμα, κρύβεται ένα είδος λογοτεχνικής συνωμοσίας. Μια απάτη. Αν και το «Μυστικό της τελευταίας σελίδας» δεν είναι βιβλίο που στηρίζεται στη γρήγορη δράση, τις ανατροπές και τα ανελέητα ανθρωποκυνηγητά, καλύτερα να μην αποκαλύψω περισσότερα για την εξέλιξη της υπόθεσης – το αφήνω σε εσάς.

«Χρόνια ο ουρανός ήτανε ένα δύσκολο χαρτί κρυμμένο μεσ’ στην τσέπη μου»

Οπως έγραψα και στην εισαγωγή, το βιβλίο του Χρυσού δεν είναι από αυτά που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν «εύκολο», αν μπορεί να στοιχειοθετηθεί τέτοιος ορισμός για βιβλίο. Το «Μυστικό της τελευταίας σελίδας» ξεδιπλώνει χωρίς βιασύνη τις αρετές του και ανταμείβει με το άρωμα που αποπνέει, σαν ελληνικός καφές συνοδευόμενος από φρέσκα κουλουράκια, ένα κυριακάτικο πρωί. Ο συγγραφέας φαίνεται ότι έχει διαβάσει πολύ, η γραφή του είναι εξαιρετικά ώριμη, μαντεύω έχει αστείρευτο μεράκι και αγαπάει πολύ αυτό που κάνει. Αν έπρεπε να τον χαρακτηρίσω με μία λέξη, θα διάλεγα το «εμβριθής». Η ενασχόληση με το θέμα του βιβλίου, της κριτικής, των παλαιοβιβλιοπωλών και των συλλεκτών, είναι πολύ ενδιαφέρουσα, οι χαρακτήρες είναι αληθινοί, «γήινοι», θα κερδίσουν τη φιλία σας χωρίς περιττούς εντυπωσιασμούς και φανφάρες. Νομίζω είναι ένα βιβλίο που ο παραδοσιακός αναγνώστης θα το απολαύσει.

«Και σιωπηλά σαν τα βιβλία το φως της μέρας κλείνει»


*Τα αποσπάσματα ποιημάτων που περιέχονται στο άρθρο ονοματίζουν κεφάλαια του βιβλίου του Νίκου Χρυσού. Διάλεξα μερικά για να διανθίσω το άρθρο και να αποδώσω καλύτερα το ύφος του «Μυστικού της τελευταίας σελίδας». Με τη σειρά που αναφέρονται, προέρχονται από τα εξής ποιήματα:
(1) Στίχος από το ποίημα του Σπύρου Κατσίμη, «Επιστροφή», Επιλογή 1955-1974, Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 1979, σελ. 42.
(2) Στίχος από το ποίημα του Γιάννη Νεγρεπόντη, «Η λογοτέχνις», Μικροαστικά, Εκδόσεις Καλειδοσκόπιο, Αθήνα 1999, σελ. 69.
(3) Στίχος από το ποίημα του Νίκου Σπάνια, «Εφήμερε και Αναγκαίε», Γλυκός Τρόμος, Θεσσαλονίκη 1964, σελ. 8.
(4) Στίχος από το ποίημα του Μίλτου Σαχτούρη, «Η ιστορία ενός παιδιού», Ποιήματα 1945-1971, Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 1991, σελ. 155.
(5) Στίχος από το ποίημα του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, «Τραγούδι το Φθινόπωρο», Τα Ποιήματα, Εκδόσεις Πυρσός Α.Ε., Αθήνα 1939, σελ. 69.

Παρασκευή 3 Απριλίου 2009

2 Απριλίου- Λέκγουελ






«Υπάρχει προκατάληψη απέναντι στη λογοτεχνία του φανταστικού»


Ο συγγραφέας Κωνσταντίνος Μίσσιος, με αφορμή την έκδοση του δεύτερου μυθιστορήματος του με τίτλο «Ο Λέκγουελ και οι Ξεχασμένοι Θεοί», μας ξεναγεί στον κόσμο της Εσώτερης Θάλασσας, έναν τόπο όπου η επιβίωση κοστίζει πολύ και λίγοι έχουν την τύχη που χρειάζεται για να επιβιώσουν

Πριν διαβάσω το βιβλίο της σημερινής παρουσίασης, είχα ακούσει μόνο καλά λόγια για το νεαρό συγγραφέα του και χαίρομαι γιατί οι γνώμες των γνωστών μου επαληθεύτηκαν στο ακέραιο. Πρόκειται για τον Κωνσταντίνο Μίσσιο, ο οποίος γεννήθηκε στα Γιάννενα το χιονισμένο Νοέμβριο του 1976, στο ξεκίνημα του βαρύ ηπειρώτικου χειμώνα εκείνης της εποχής. Εζησε τα πρώτα είκοσι χρόνια της ζωής του στην Κόνιτσα απ’ όπου είναι η καταγωγή του πατέρα του και κάποια σκόρπια καλοκαίρια στην Κροατία, πατρίδα της μητέρας του. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα και το προηγούμενο βιβλίο του, «Η νύχτα της λευκής παπαρούνας», απέσπασε εγκωμιαστικές κριτικές. Τώρα επιστρέφει με το μυθιστόρημα φαντασίας «Ο Λέκγουελ και οι Ξεχασμένοι Θεοί», το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διόπτρα.

Με τι, όμως, έχει ακριβώς να κάνει το καινούργιο βιβλίο του Μίσσιου;
Ο Λέκγουελ είναι ένα αγόρι, του οποίου η πατρίδα εξανδραποδίζεται από τις δυνάμεις μιας αυτοκρατορίας, η οποία σχεδόν έχει κατακτήσει όλο τον κόσμο. Ο Λέκγουελ καταλήγει υπό την προστασία του ίδιου του μέγα στρατηγού του εχθρού, με τον οποίο είναι υποχρεωμένος να συμβιώσει. Το φορτίο για το αγόρι του οποίου η χώρα έχει ισοπεδωθεί είναι δυσβάσταχτο, αλλά αναγκάζεται για χρόνια να το υπομείνει, καθώς όλων των ενστίκτων του, επικρατεί αυτό της αυτοσυντήρησης. Μετά από ένα κομβικό γεγονός (δεν χρειάζεται να το αποκαλύψω), ο Λέκγουελ δραπετεύει από την ως τότε ζωή του και ελεύθερος πλέον, χάνεται στις αχανείς εκτάσεις του φανταστικού κόσμου της Εσώτερης Θάλασσας. Καθώς η ιστορία εκτυλίσσεται και τα χρόνια γυρίζουν σαν σελίδες βιβλίου, το βάρος της υπόθεσης μετατοπίζεται στη σύγκρουση που μαίνεται στους κόλπους της αυτοκρατορίας μεταξύ ενός νεαρού και φιλόδοξου αυτοκράτορα και του ιερατικού κατεστημένου. Με μια πρωτοφανή, πλην ευφυέστατη κίνηση, το σύνολο του ιερατείου εκπίπτει των αξιωμάτων του και οι υπήκοοι διατάσσονται ουσιαστικά να ξεχάσουν εν μία νυκτί τους παλιούς θεούς. Τα παιχνίδια της μοίρας είναι απρόβλεπτα και ο Λέκγουελ ακόμα μια φορά μπλέκεται σε ανώτερα ζητήματα, που θα επηρεάσουν τις τύχες πολλών.


Η γραφή του Μίσσιου είναι εξαιρετική, η κοσμοπλασία του ολοκληρωμένη και χαρακτηριστικό είναι ότι καταπιάνεται υποδειγματικά ώριμα με ευαίσθητα θέματα, όπως αυτό του ερωτισμού. Θίγονται επίσης σπουδαία ζητήματα, τα οποία κυμαίνονται απ’ τη σύγκρουση των επίγειων απεσταλμένων του εκάστοτε θεού με την κοσμική εξουσία και την ύπαρξη ή όχι του αναπόφευκτου πεπρωμένου, μέχρι το όριο που υπάρχει μεταξύ ανταλλαγμάτων και επιβίωσης. Γενικά ο «Λέκγουελ και οι Ξεχασμένοι Θεοί» είναι μια πολύ προσεγμένη έκδοση, το περιεχόμενο είναι χορταστικό και πιστεύω ότι θα συναρπάσει και θα ταξιδέψει όχι μόνο τους αναγνώστες του φανταστικού, αλλά και κάθε έναν που ατενίζει σε ανοιχτούς ορίζοντες.


Αν θέλετε να μάθετε περισσότερα για τον Λέκγουελ και τον Κωνσταντίνο Μίσσιο αναζητήστε το ιστολόγιο του συγγραφέα στη διεύθυνση constantinmissios.blogspot.com, αλλά για την ώρα μπορείτε να διαβάσετε και τη συνέντευξη που είχε την καλοσύνη να παραχωρήσει για τους αναγνώστες της Μπρίζας.


- Θα μπορούσε ο Λέκγουελ να είναι ήρωας αρχαίας τραγωδίας;
Εκ των υστέρων μπορώ να πω ότι (ασυναίσθητα) κινήθηκα αρκετά στο μοτίβο της αρχαίας τραγωδίας. Στο βιβλίο υπάρχει το στοιχείο της ύβρης, ο καταραμένος ήρωας, ο ρόλος των θεών, η εκδίκηση και η τελική κάθαρση. Αρα πιστεύω ναι ο Λέκγουελ θα μπορούσε να είναι ένας τέτοιος ήρωας.




- Ποια είναι τα κίνητρα που ωθούν τις πράξεις του;
Νομίζω είναι εκείνα του μέσου ανθρώπου διαχρονικά. Ασφάλεια, ευτυχία, συντροφικότητα, αγάπη. Είναι ο μέσος άνθρωπος που έρχεται αντιμέτωπος με τον παραλογισμό της ζωής και της εποχής του και προσπαθεί με σπασμωδικές κινήσεις να αντεπεξέλθει. Κι αυτό τον οδηγεί σε λάθη. Αλλά δεν είναι και θύμα. Είναι επίσης και βολεψάκιας που όταν νιώσει ότι τα έχει καταφέρει, τα «δήθεν» υψηλά κίνητρα που εφευρίσκει για τον εαυτό του εξαφανίζονται αμέσως για χάρη της βολής του.




- Ο Λέκγουελ είναι τελικά κύριος του εαυτού του ή γίνεται πιόνι στα σχέδια ανώτερων δυνάμεων; Πιστεύεις στο πεπρωμένο;
Δύσκολο ν’ απαντήσεις. Και ναι και όχι. Σ’ ολόκληρο το βιβλίο μοιάζει να άγεται και να φέρεται από τις καταστάσεις και τη μοίρα. Στο τέλος όμως εκείνος επιλέγει κι άρα αφού έχει επιλογή είναι κύριος του εαυτού του. Για να είμαι ειλικρινής δεν με ενδιαφέρει αν υπάρχει πεπρωμένο ή όχι. Νομίζω πως απ’ τη στιγμή που κάτι δεν μπορείς να το επιβεβαιώσεις (έστω κι αν καμιά φορά η διαίσθηση ή η φαντασία σε σπρώχνουν να το αποδεχτείς), δεν έχει ουσία, όχι να διαλογίζεσαι σ’ αυτό, όσο το να ζεις με βάση αυτό.




- Αν η πάλη μεταξύ ιερατείου και αυτοκράτορα στον κόσμο της Εσώτερης Θάλασσας, αναγόταν σε μια τυχαία εποχή της πραγματικής ιστορίας, ποιος πιστεύεις ότι τελικά θα επικρατούσε;
Σ’ αυτό δεν χρειάζεται ν’ απαντήσω εγώ γιατί το έχει κάνει ήδη η ιστορία. Για να φτιάξω αυτή τη διαμάχη στηρίχθηκα σε μια περίοδο της αρχαίας Αιγύπτου που ονομάζεται περίοδος Αμάρνα. Η τελική έκβαση εκείνης της μάχης ήταν η ολοκληρωτική νίκη του ιερατείου και της παράδοσης.




- Ο ερωτισμός παίζει σημαντικό ρόλο στο βιβλίο, αν και κατά τη γνώμη μου όχι κυρίαρχο. Γιατί έκανες αυτή την επιλογή;
Για να σου απαντήσω σ’ αυτό πρέπει να σε παραπέμψω πάλι στον κεντρικό χαρακτήρα, τον Λέκγουελ. Ο Λέκγουελ λειτουργεί σε δυο επίπεδα. Το πρώτο αφορά την ιστορία, την ίντριγκα του βιβλίου και το δεύτερο αφορά τις προθέσεις μου ως συγγραφέα. Ηθελα ο ήρωας να λειτουργεί εκτός των άλλων και σαν σύμβολο του ανθρώπου που ζει τη ζωή του όπως του έρχεται. Σχεδόν καιροσκοπικά, παρορμητικά και χωρίς στόχους. Θεώρησα λοιπόν ότι κάνοντας τον πανερωτικό (αυτός θα ήταν ο σωστός χαρακτηρισμός), θα το τόνιζα περισσότερο αυτό. Η ερωτική ταυτότητα του Λέκγουελ είναι ασαφής γιατί σημασία για εκείνον δεν έχει το φύλο του άλλου, αλλά η ιδιότητα του και η ικανότητα του να προσφέρει μια αίσθηση γαλήνης και ασφάλειας.




- Πόσο δύσκολη είναι η σύγχρονη πραγματικότητα στον εκδοτικό χώρο για έναν νέο συγγραφέα;
Είναι πολύ δύσκολη και μοιάζει περισσότερο με το να τζογάρεις. Είτε είσαι καλός, είτε είσαι κακός, μεγάλο ρόλο σε μια τόσο μικρή και δύσκολη χώρα όπως η Ελλάδα παίζει ο παράγοντας τύχη. Να πιάσεις τις ανάγκες των αναγνωστών μια συγκεκριμένη στιγμή.




- Χρειάζεται να κάνεις συμβιβασμούς;
Υποθέτω πως ναι. Προσωπικά μέχρι στιγμής είμαι τυχερός γιατί δεν χρειάστηκε να κάνω συμβιβασμούς, συγγραφικά τουλάχιστον.




- Θα σκεφτόσουν να γράψεις για ένα θέμα που απεχθάνεσαι, αν είχε την εγγύηση της εμπορικής επιτυχίας;
Σε αυτό, όχι. Κατηγορηματικά όχι. Εάν καταπιαστώ με κάτι, ακόμα κι αν θεωρείται από κάποιους δεύτερο ή παραλογοτεχνικό, θα το κάνω επειδή θα το γουστάρω ή επειδή θα το δω σαν πρόκληση.




- Σε συνέχεια του προηγούμενου. Γιατί γράφεις φανταστικό και όχι κάτι πιο αποδεκτό από το ελληνικό κοινό; Υπάρχει προκατάληψη απέναντι στο συγκεκριμένο είδος;
Γιατί έτσι μου αρέσει, όπως έλεγε και παλιά διαφήμιση. Δεν επιλέγω τα θέματα μου με κριτήριο τι αρέσει στους αναγνώστες και τι όχι. Ούτε και φυσικά το ότι έγραψα μέχρι στιγμής φανταστική λογοτεχνία σημαίνει ότι θα συνεχίσω να το κάνω. Εξαρτάται τι θα εξάψει κάθε φορά τη φαντασία μου. Τι θα με ενδιαφέρει να διηγηθώ. Οσο για την προκατάληψη, ναι. Υπάρχει και πολύ μάλιστα, κυρίως από τις παλαιότερες γενιές αναγνωστών, εκδοτών, συγγραφέων και κριτικών. Για πολλούς ακόμα και σήμερα η λογοτεχνία του φανταστικού ισούται με το σκουπιδαριό, την παραλογοτεχνία και την υποκουλτούρα. Ευτυχώς υπάρχει ελπίδα στις καινούργιες γενιές που έχουν διαφορετικά κριτήρια.




- Νομίζεις ότι το βιβλίο θα μετεξελιχθεί σε ηλεκτρονικό μαραφέτι τα επόμενα χρόνια;
Πιστεύω πως θα υπάρξει κάποια αλλαγή. Ποια ακριβώς θα είναι αυτή δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω. Το πιθανότερο πάντως είναι τα επόμενα χρόνια να παρουσιαστεί μια συνύπαρξη έντυπης και ηλεκτρονικής μορφής των βιβλίων.




- Μπορεί το βιβλίο να επηρεαστεί (θετικά ή αρνητικά) από την «πειρατεία»; Πώς θα αντιδρούσες αν έβλεπες τον Λέκγουελ να κυκλοφορεί σε torrent;
Κοίτα, αυτή τη στιγμή, νομίζω ότι η κυκλοφορία βιβλίων σε ηλεκτρονική μορφή είναι ακόμα πολύ δύσχρηστη και άβολη για ανάγνωση. Γι’ αυτό και η πειρατεία στα βιβλία δεν έχει μεγάλη έκταση. Αν όμως με τα e-readers η ηλεκτρονική ανάγνωση γίνει αποδεκτή από τους φανατικούς αναγνώστες τότε ναι θα υπάρξουν συνέπειες και αναγκαστικές αλλαγές. Ισως τότε δούμε μια πορεία αντίστοιχη με εκείνη της μουσικής βιομηχανίας. Ειλικρινά μιλώντας, αυτή τη στιγμή αν έβλεπα τον Λέκγουελ να κυκλοφορεί σε torrent θα αισθανόμουν περισσότερο κολακευμένος παρά ενοχλημένος. Ωστόσο σε βάθος χρόνου και αντικειμενικά αυτό αποτελεί κλοπή και στέρηση εισοδήματος που θα βοηθούσε τον συγγραφέα να συνεχίσει να γράφει.




- Τρία βιβλία που θα ήθελες να έχεις γράψει;
Δεν είναι μόνο τρία αλλά αν πρέπει να επιλέξω τότε θα ήταν το «Μη μ’ αφήσεις ποτέ» του Καζούο Ισιγκούρο, «Η Μεγάλη Χίμαιρα» του Καραγάτση και τα διηγήματα του Τσέχωφ.




- Τι συνιστά κατά την άποψη σου συγγραφικό ταλέντο;
Η ικανότητα του συγγραφέα να επιμελείται τα κείμενα του και να αναγνωρίζει ο ίδιος τα λάθη του.

Παρασκευή 27 Μαρτίου 2009

26 Μαρτίου- Ανάμισης Ντενεκές


Το «πού πάμε» μας το δείχνει συχνά το «από πού ερχόμαστε»

Η ιστορία ενός ανθρώπου που πέρασε στην παρανομία για ένα έγκλημα πάθους. Το μυθιστόρημα του Γιάννη Μακριδάκη «Ανάμισης Ντενεκές» εμπνέεται από έναν θρύλο της εποχής, τον Γεώργιο Πέτικα, που έζησε στη Χίο στις αρχές του προηγούμενου αιώνα.

Πριν από δύο εβδομάδες είχα την τύχη να παρευρεθώ σε μία πολύ ενδιαφέρουσα παρουσίαση, στο βιβλιοπωλείο Πολύεδρο της Πάτρας. Και αφού ένα κομμάτι της παρουσίασης είχε επιμεληθεί ο φίλος μου ποιητής Τηλέμαχος Τσαρδάκας, τον παρακάλεσα να μου δανείσει τα λόγια του, για να σας συστήσω ένα πολύ αξιόλογο βιβλίο, το «Ανάμισης Ντενεκές», του Γιάννη Μακριδάκη, το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Εστία. Απολαύστε:

Εχετε γεια ψηλά βουνά, κάμποι μου με τα ρόδα / Μάκελε με το κρυό νερό κι εγώ μισέβγω τώρα / Κι όταν ασπρίσει ο κόρακας και γίνει περιστέρι / Τότε να με παντέχετε εις τα δικά μας μέρη /
Αντρίκιο και Μιχαλικιό βγάτε στο μονοπάτι / Να πάρετε το Γιώργη μου γιατί εν ηξέρει να ‘ρτει /
Η μάντρα σου σ’ αναζητά κι οι αίγες σου φωνάζουν / «που είναι ο τσοπάνης μας» κλαίνε κι αναστενάζουν» / Τη μάντραν αρωτήσανε «μάντρα και πού ‘ναι ο γιός σου;» / «Σε γάμο τον καλέσανε να πα να στεφανώσει / Τον κάτω κόσμο πήαινε να ξανακαινουργιώσει» /
Αφήνω γεια και παίρνω γεια κι αφήνω κι αμανάτι / Αφήνω μια γαρυφαλιά, γαρύφαλα γεμάτη / Στέλλω σου χαιρετίσματα κι ένα κουτί λεβάντα / Να πλύνεσαι κάθε πρωί να με θυμάσαι πάντα».
Σας διάβασα μερικά από τα τελευταία τσοπάνικα μοιρολόγια που επιζούν στη Χίο. Τα συγκεκριμένα μοιρολόγια είναι τυχερά γιατί βρέθηκαν στο δρόμο του Γιάννη Μακριδάκη και διασώθηκαν και θα επιζήσουν. Θα μπορούσα να σας διαβάσω κι άλλα πράγματα που θα επιζήσουν: πώς γίνεται η σούμα ή μυζήθρα, ή τι πραγματικά σήμαινε Ελληνικό Κράτος και Ελληνική γραφειοκρατία για τα νησιά μας. Αυτή είναι εξάλλου η μεγάλη προσφορά του Γιάννη στον τόπο του και σε εμάς τους υπόλοιπους, να σώζει αυτά που θα χάνονταν στη λήθη και να μας συστήνει όσα – κακώς ίσως – δεν γνωρίζαμε. Είναι δύσκολη δουλειά αυτή, απαιτεί αληθινή αγάπη και μεράκι και λίγη τρέλα και θέλω να τον ευχαριστήσω πολύ που τα διαθέτει όλα αυτά.

Τα μοιρολόγια αυτά βρήκε τρόπο και τα ενέταξε μέσα στην αφήγηση του «Ανάμιση Ντενεκέ» ο Γιάννης, έστω κι αν αποπροσανατολίστηκε λίγο ο ερευνητής στο σημείο εκείνο όπως ο ίδιος σημειώνει. Καλά έκανε κι αποπροσανατολίστηκε. Καλά έκανε γιατί αυτοί οι μικροί αποπροσανατολισμοί είναι που μας αναγκάζουν να σταθούμε λίγο και να αναρωτηθούμε, που μας κάνουν να νιώσουμε λίγο χαμένοι και μας θυμίζουν ότι το «πού πάμε» μας το δείχνει συχνά το «από πού ερχόμαστε».

Ο Χιώτης «Ζορό»

Είχα την τύχη να διαβάσω το βιβλίο χωρίς να ξέρω τίποτα γι’ αυτό πέρα από το όνομα του συγγραφέα (τον οποίο γνώριζα από τα προηγούμενα βιβλία και τα περιοδικά του Πελινναίου). Ηταν ελεύθερο λοιπόν το πεδίο να απλωθεί η αφήγηση με όλη τη μαεστρία και όλες τις προθέσεις τις οποίες επιστράτευσε ο συγγραφέας για να μας πει την ιστορία του. Την ιστορία του Γιώργη Πέτικα, αυτού του Χιώτη «Ζορό» που το όνομά του πήρε διαστάσεις θρύλου πάνω στο νησί, όπως ταιριάζει σε όσους αρνούνται να συμβιβαστούν, να υποκύψουν, σε όσους δεν μπορούν παρά να ξεχωρίζουν. Το όνομα του Πέτικα δεν το είχα ξανακούσει. Ούτε για το θρύλο του ήξερα, ούτε είχα ιδέα τι θα διαβάσω ανοίγοντας το βιβλίο κι έτσι οι εκπλήξεις διαδέχονταν η μία την άλλη. Εχει αρκετές μέσα και μάλιστα εκεί που δεν το περιμένεις – πετυχαίνει δηλαδή τον βασικό σκοπό της λογοτεχνίας, να ψυχαγωγήσει τον αναγνώστη. Πέρασα πραγματικά πολύ ωραία διαβάζοντας αυτό το βιβλίο, απόλαυσα τις περιγραφές του γνώριμου Χιώτικου τοπίου και αγκιστρώθηκα από τη ροή της ιστορίας. Δεν ήθελα να αφήσω το Γιώργη μόνο του, ήθελα ν’ ανοίξω το βιβλίο ξανά, για να ξεπηδήσει και το επόμενο σημείωμα της αγαπημένης του από μέσα, και η επόμενη διαδρομή του στα βουνά, να δω μήπως κάποιους από όσους εμπιστεύτηκε τον πρόδωσε, μήπως κάποιος από όσους δεν τον πρόδωσαν το πλήρωσε.

Καταστρέφουν τη μαγεία

Ευτυχώς όσο διάβαζα το βιβλίο αντιστάθηκα στον πειρασμό να αναζητήσω κριτικές ή σχόλια ή αναφορές για το ίδιο ή για τον συγγραφέα. Και λέω ευτυχώς διότι αμέσως μόλις ολοκλήρωσα την ανάγνωση είχα την περιέργεια να δω τι έχει γραφτεί γι’ αυτό και πώς το έχει αποδεχτεί ο εκτός Χίου κόσμος. Πώς να τους ακούγονται άραγε όλα αυτά τα τοπωνύμια; Η ντοπιολαλιά μήπως τους ξενίζει; Πώς είναι να διαβάζεις για τα βουνά του Ανάβατου, για τα πεύκα που φτάνουν ως τη θάλασσα, για τα νερά της Ελίντας, για την πηγή του Γιόσονα, για τον ήλιο που δύει πάνω από τη Σιδηρούντα, για τα αλεπουδάκια που σαστίζουν μπροστά στους προβολείς του αυτοκινήτου όταν γυρίζεις νύχτα από τη Βολισσό…

Πώς είναι να τα φαντάζεσαι όλα αυτά χωρίς να θυμούνται οι αισθήσεις σου τις μυρωδιές, τις λάμψεις, τους ήχους…;

Διάβασα λοιπόν τις κριτικές αυτές – συγκεκριμένα του κ. Μοδινού στο Βήμα και του κ. Μόσχου στην Καθημερινή αν δεν κάνω λάθος. Τις διάβασα και έφριξα! Θύμωσα! Οχι γιατί γράφουν κάτι κακό ή θάβουν το μυθιστόρημα. Ισα ίσα που το προβάλλουν με θετικά λόγια και το συστήνουν. Θύμωσα γιατί το κάνουν με έναν τρόπο που αποκαλύπτει όλη την ιστορία – όταν λέω όλη εννοώ όλη! Γράφουν σε περίληψη τι γίνεται από την αρχή μέχρι το τέλος – καταστρέφοντας έτσι όλη τη μαγεία του να ζεις την ιστορία που διαβάζεις. Το θεωρώ απαράδεκτο να υποσκάπτεται η δυναμική ενός μυθιστορήματος έτσι. Πιστεύω ότι αυτό συμβαίνει επειδή στην πραγματικότητα οι άνθρωποι αυτοί που υποτίθεται ότι είναι ειδικοί και κάνουν κριτικές είτε δεν ξέρουν τη δουλειά τους είτε βαριούνται τρομερά να την κάνουν. Σε μια ταινία ας πούμε δεν προσφέρεις τίποτα λέγοντας από τη μια ότι είναι καλή και αποκαλύπτοντας από την άλλη ποιος είναι ο δολοφόνος. Δεν γίνεται έτσι. Το ίδιο ισχύει και για ένα βιβλίο. Αλλά αμφιβάλλω αν ενδιαφέρονται γι’ αυτά. Τους ενδιαφέρει να γεμίσουν τις στήλες της εφημερίδας με τον αριθμό λέξεων που πρέπει, να κάνουν δημόσιες σχέσεις με τον εκδότη – ίσως και με τον συγγραφέα αν είναι κανένας γνωστός – αλλά αρχίζω να βεβαιώνομαι ότι δεν τους ενδιαφέρει καθόλου ο αναγνώστης.

Ηρωας και εγκληματίας

Αφήνω τη γκρίνια στην άκρη και περνάω στον τρόπο γραφής του Γιάννη Μακριδάκη τουλάχιστον όπως τον αντιλαμβάνομαι εγώ. Καταφέρνει ο Μακριδάκης να βάλει τον αναγνώστη μέσα στην ιστορία και να τον εξοικειώσει με τους ήρωες χωρίς να τους χρωματίζει με κραυγαλέα χρώματα και χωρίς να τους τοποθετεί σε έναν πολύ προβλέψιμο άξονα καλού και κακού. Είναι ήρωας ο Πέτικας αλλά είναι και εγκληματίας. Είναι σύντροφος ο Τουρκοδήμητρος αλλά είναι και κλέφτης. Είναι σκληρός και κακός ο χωροφύλακας Πλαπούτας αλλά μήπως είναι απλά ένας αξιωματικός πιστός στο καθήκον του;

Κρατάει ο συγγραφέας την απόσταση του ερευνητή που αμφισβητεί συχνά τις πηγές του και που ενδιαφέρεται να βρει τα αληθινά πρόσωπα κάτω από τη σκόνη κι όχι τις διαστρεβλωμένες αγιογραφίες που συχνά έχει ανάγκη να διασώσει η συλλογική μνήμη. Οι χαρακτήρες σε πολλά σημεία καλύπτονται από την ίδια σκοτεινιά που καλύπτει και την έρευνα στην αρχή της. Ο ερευνητής ψάχνει στο σήμερα κι ο ήρωας κρύβεται στο χτες. Η εισαγωγή μέσα στην αφήγηση αυτής της παράλληλης δράσης – του φυγά Πέτικα που προσπαθεί να ξεφύγει από τους διώκτες του και του ερευνητή Μακριδάκη που «καταδιώκει» κι αυτός 90 χρόνια μετά έναν θρύλο μέσα σε βιβλία, εφημερίδες και ηχογραφημένες μαρτυρίες – είναι που κάνει τον «Ανάμιση Ντενεκέ» ξεχωριστό. Αυτό που κυνηγούμε, ο καθένας μας ξεχωριστά, η μνήμη μας, η νιότη μας, η νιότη του πατέρα μας, η γλώσσα που μιλούσε η γιαγιά μας, τα χωριά μας πριν γεμίσουν αλουμινόπορτες και ελενίτ, ο χρόνος που περνάει και μας θερίζει, τα δευτερόλεπτα που αλλιώς περνούν όταν είσαι τριάντα πέντε κι αλλιώς όταν αγγίζεις τα εκατό, ήταν κάποτε μες στα χέρια μας. Ηταν όλα μες τα χέρια μας κάποτε και ξεγλιστρήσανε. Θα μπορούσαμε να τα έχουμε κρατήσει, να τα έχουμε κάνει κτήμα μας, να τα έχουμε σώσει αλλά μας ξέφυγαν, όπως ξέφευγε ο Πέτικας απ’ τους χωροφυλάκους. Και τώρα δεν μπορούμε παρά να τρέχουμε από πίσω τους, μπας και καταφέρουμε να κρατήσουμε κάτι, να ανακαλύψουμε κάποια ατόφια κοιτάσματα παρελθόντος, όσο προλαβαίνουμε, αν προλαβαίνουμε.

Ο Γιάννης Μακριδάκης, από τους γενναίους της δικής μου γενιάς, με τον «Ανάμιση Ντενεκέ» κάποιον πρόλαβε, και τον τσάκωσε, και τον απαθανάτισε.


~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Στη φωτογραφία:
Ο Γιάννης Μακριδάκης
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Τετάρτη 18 Μαρτίου 2009

19 Μαρτίου- Μεταξύ συρμού και αποβάθρας

Παρουσίαση του βιβλίου και μια συνέντευξη της Έλενας Μαρούτσου στον Γιάννη Πλιώτα

Το σημερινό βιβλίο της παρουσίασης, το διάβασα έπειτα από σύσταση πολύ καλού φίλου, ο οποίος ενθουσιάστηκε και όπως διαπίστωσα δεν είχε καθόλου άδικο. Πρόκειται για το ευφυέστατο μυθιστόρημα “Μεταξύ συρμού και αποβάθρας” της Έλενας Μαρούτσου, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Καστανιώτη και είμαι σίγουρος ότι δεν θα είναι σήμερα η μοναδική φορά που ακούτε γι' αυτό.

Η Έλενα Μαρούτσου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1967. Σπούδασε Iστορία στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών κι έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Λογοτεχνία και στις Eικαστικές Tέχνες στην Αγγλία. Έχει ασχοληθεί με τη φωτογραφία και με το κολλάζ, ενώ το “Μεταξύ συρμού και αποβάθρας” είναι το τρίτο βιβλίο της. Για να έχετε, όμως πιο ολοκληρωμένη άποψη, οφείλω να συμπεριλάβω στην εισαγωγή μου, ακόμα δύο βιογραφικά, άσχετα μεταξύ τους, για λόγους που θα φανερωθούν παρακάτω.

Ο Ρενέ Μαγκρίτ (1898-1967) ήταν ένας Βέλγος σουρεαλιστής καλλιτέχνης με επιρροές από το κίνημα του ντανταϊσμού. Στα έργα του συχνά παραθέτει συνηθισμένα αντικείμενα, τοποθετημένα σε κάποιο ασυνήθιστο πλαίσιο, δίνοντας νέες ερμηνείες σε έννοιες, προοπτική και αντίληψη. Με τα φανταστικά και απρόβλεπτα στοιχεία, το έργο του γίνεται συχνά πνευματώδες και διασκεδαστικό. Ο Τάσος Λειβαδίτης (1922-1988) ήταν σημαντικός Έλληνας ποιητής. Σπούδασε νομικά, όμως τον κέρδισε η ποίηση. Ανέπτυξε έντονη πολιτική δραστηριότητα στο χώρο της αριστεράς με συνέπεια να εξοριστεί από το 1947 έως το 1951. Τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο ποίησης στο παγκόσμιο φεστιβάλ νεολαίας της Βαρσοβίας για τη συλλογή «Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου».

Πάμε, όμως στα του μυθιστορήματος. Η Λίνα είναι μία περίπου συνηθισμένη γυναίκα που φιλοσοφεί και της αρέσει να αλλοιώνει ενίοτε την πραγματικότητα ώστε να την συνταιριάζει με την αχαλίνωτη φαντασία της. Γράφει διηγήματα με ήρωες τους στενούς συγγενείς της, ψάχνει στον εαυτό της αποτυπώματα της γιαγιάς της και αναζητά ταυτόχρονα ένα νόημα σε όλα όσα στροβιλίζονται γύρω της. Είναι συναισθηματικά παρορμητική, διαθέτει άφθονα αποθέματα σαρκασμού για τους γύρω, αλλά και για τον εαυτό της, ενώ ακροβατεί μεταξύ φλεγματικής ψυχραιμίας και κρίσεων πανικού. Κομβικά σημεία στην ιστορία αποτελούν η αγάπη της για τους πίνακες του Μαγκρίτ (την οποία μοιράζεται με τη συγγραφέα) και μία αλληγορική ταινία που σκηνοθετεί ο φίλος της ο Δημήτρης και περιστρέφεται γύρω απ' την ποίηση του Τάσου Λειβαδίτη.

Τι θα ήταν, λοιπόν συμπυκνωμένο σε μία επικεφαλίδα το “Μεταξύ συρμού και αποβάθρας”; Θα το χαρακτήριζα ένα αυτοαναφορικό μυθιστόρημα, πανέξυπνα αστείο και εξόχως σουρεαλιστικό, μα πάνω απ' όλα μια ιστορία πάνω στην αγάπη, στη δυσκολία των ανθρώπινων σχέσεων και στην εναλλαγή των συναισθημάτων. Είμαι βέβαιος ότι όσο πλησιάζετε προς το τέλος θα αντιμετωπίσετε το ίδιο αγωνιώδες και αρχετυπικό δίλημμα με τη Λίνα. Υπάρχει το ιδανικό ή είναι μια φαντασίωση μες στο κεφάλι μας, ένας διεστραμμένο παιχνίδι που μας ωθεί σε ακατάληπτες ενέργειες;

Η πένα της Μαρούτσου μετατρέπει την ανάγνωση σε ένα άκρως απολαυστικό και γευστικό ταξίδι και θα πρότεινα ανεπιφύλακτα το “Μεταξύ συρμού και αποβάθρας” στους αναγνώστες κάθε είδους, που θέλουν να γελάσουν και να προβληματιστούν. Θα βρείτε τις καλαίσθητες, διανθισμένες με πίνακες του Μαγκρίτ, 352 σελίδες του σε όλα τα βιβλιοπωλεία, ενώ περισσότερα μπορείτε να μάθετε και σε όσα ενδιαφέροντα μου “αποκάλυψε” η ίδια η συγγραφέας:

Γιατί επιλέξατε τους πίνακες του Μαγκρίτ και γιατί την ποίηση του Λειβαδίτη;


Ο Μαγκρίτ είχε δηλώσει κάποτε ότι δε βλέπει τον εαυτό του ως ζωγράφο αλλά ως στοχαστή που χρησιμοποιεί ως μέσο τη ζωγραφική. Ένας λοιπόν απ’ τους κεντρικούς του «στοχασμούς» περιστρεφόταν γύρω απ’ τη γλώσσα και το χάσμα που χωρίζει τη λέξη από αυτό που προσπαθεί να περιγράψει. Σ’ ένα παρόμοιο χάσμα αναφέρεται κι ο τίτλος «Μεταξύ συρμού και αποβάθρας», το χάσμα που χωρίζει δηλαδή την πραγματικότητα απ’ την ερμηνεία της, ή την αποτύπωσή της μέσω της τέχνης (λογοτεχνίας, ζωγραφικής κλπ). Ο Λειβαδίτης, απ’ την άλλη, είναι απ’ τους πολύ αγαπημένους μου ποιητές και νομίζω πως το αίσθημα της απώλειας και της διάψευσης που ποτίζει τα ποιήματά του διαπερνάει και τους ήρωες τους βιβλίου που συχνά έρχονται αντιμέτωποι με τις πλάνες τους αναζητώντας πότε την αγάπη, πότε την αλήθεια πότε τον ίδιο τους τον εαυτό.


Ο χαρακτήρας της Λίνας έχει στοιχεία της προσωπικότητάς σας;


Η αλήθεια είναι πως έχω δανείσει πολλά στοιχεία της ιστορίας, της ταυτότητας και της προσωπικότητάς μου στην ηρωίδα, όμως πάντα ένας ήρωας είναι ένα πλάσμα φτιαχτό, μια επινόηση, και ως τέτοια είναι καλό να την αντιμετωπίζει ο αναγνώστης. Ο αφηγητής είναι μια μάσκα κι όσο κι αν μοιάζει με το συγγραφέα δεν ταυτίζεται με αυτόν.


Θα ακολουθούσατε τυχαία σημάδια της ζωής, όπως το δέσιμο των κορδονιών από έναν περαστικό;


Για να σας αποδείξω ότι άλλο εγώ κι άλλο η Λίνα, έχω να πω πως εγώ θα αρκούμουν και σε πoλύ μικρότερα σημάδια. Είμαι φύσει ρομαντική κι η φαντασία μου είναι πολύ ευέξαπτη.


Τελικά στις σχέσεις πρέπει να συμβιβαζόμαστε με ό,τι έχουμε ή να αναζητούμε το ιδανικό; Μήπως το ιδανικό είναι μια φαντασίωση;


Το ιδανικό είναι σίγουρα μια φαντασίωση μιας και οι άνθρωποι είμαστε πλάσματα ατελή. Από τη στιγμή όμως που θα βγούμε απ’ την κοιλιά της μαμάς μας είμαστε καταδικασμένοι να κυνηγάμε την εμπειρία της απόλυτης ένωσης, μια αίσθηση πληρότητας που μάλλον είναι ανέφικτη και δεν μπορεί να μας την προσφέρει κανείς. Παύουμε ίσως να την κυνηγάμε όταν (και αν) φτάσουμε στην σοφία ή την κούραση ή και στα δύο.


Η Λίνα γράφει διηγήματα με ήρωες τους συγγενείς της. Εσείς θα το κάνατε; Πόσο εκτίθεται ο συγγραφέας σε φίλους και οικείους;


Πολλά κομμάτια της οικογενειακής μου ιστορίας έχουν περιληφθεί σε αυτό, ως επί το πλείστον, αλλά και στα προηγούμενα βιβλία μου, στο μέτρο όμως που εξυπηρετούν την πλοκή του βιβλίου. Κι η ηρωίδα κάτι τέτοιο κάνει: γράφει μια φανταστική οικογενειακή αυτοβιογραφία. Άλλα στοιχεία τα επινοεί, άλλα τα παραλλάσσει, άλλα τα χρησιμοποιεί ατόφια. Σίγουρα πάντως κάτι τέτοιο, έχετε δίκιο, μπορεί να φέρει σε δύσκολη θέση συγγενείς και οικείους, όμως επειδή οι καθρέφτες που χρησιμοποιώ είναι παραμορφωτικοί πάντα μπορεί κανείς καμαρώσει πως πρόκειται για τον ίδιο ή να αποποιηθεί κάθε ομοιότητα, ανάλογα με το κέφι του.


Πόσα κομμάτια της ζωής μας χωράνε "μεταξύ συρμού και αποβάθρας";


Χωράνε αυτά που δεν έχουν βρει ακόμα τη θέση τους, τα μετέωρα, για κάποιους όλα.


Αισθάνεστε καθόλου ότι γράψατε το βιβλίο μαζί με τον Μαγκρίτ;


Ακριβώς έτσι: Μαζί του και εν αγνοία του. Οι πίνακές του χρησίμευσαν ως συνδετικό υλικό στο χτίσιμο της πλοκής αλλά και ως πυξίδα για την πορεία της. Σίγουρα, χωρίς τον Μαγκρίτ το βιβλίο δεν θα ήταν το ίδιο…


Μια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουν; Και ποια είναι η απάντηση;


Ερώτηση που θέλω να μου κάνουν: Είναι μεγάλη μας τιμή να σας προσφέρουμε το Νόμπελ λογοτεχνίας. Το δέχεστε;

Απάντηση: Μα τι λέτε; Αφού δεν το αξίζω… Αφού επιμένετε…Ναι.




Τετάρτη 11 Μαρτίου 2009

12 Μαρτίου- Watchmen





QUIS CUSTODIET IPSOS CUSTODES?

Στα σημερινά ράφια θα ασχοληθούμε με κάτι επίκαιρο, για το οποίο πιθανότατα κάτι θα έχει πάρει το αυτί σας. Πρεμιέρα σήμερα και στην Ελλάδα λοιπόν, για μια μεγάλη κινηματογραφική παραγωγή, το «Watchmen», μία πολύχρωμη ταινία δράσης, που φιλοδοξεί να μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη το ομώνυμο κόμικ. Και κάπου εκεί έρχομαι για να δώσω περισσότερες διευκρινήσεις ως προς το τι εστί «Watchmen» και για να το συστήσω ανεπιφύλακτα σε όλους ανεξαιρέτως τους αναγνώστες. Γνωρίζοντας ότι πολλοί από εσάς περιμένετε με ανυπομονησία την ταινία, θα φροντίσω να αποκλείσω από το άρθρο μου κάθε spoiler, περιορίζοντας τις αναφορές στην πλοκή μόνο στα πολύ βασικά και στην αρχή του πρώτου, εισαγωγικού κεφαλαίου.

Το «Watchmen» («Φύλακες» θα μπορούσε να είναι μια απόδοση), είναι ένα πολυσύνθετο graphic novel του οποίου τα δώδεκα μηνιαία τεύχη κυκλοφόρησαν από την DC στην Αμερική ανάμεσα στον Σεπτέμβριο του 1986 και τον Οκτώβριο του 1987. Το σενάριο υπέγραφε η ιδιόρρυθμη μεγαλοφυΐα Άλαν Μουρ (με έργα όπως το «V for Vendetta» και το «From Hell» να ξεχωρίζουν απ’ το βιογραφικό του) και το σχέδιο ο Ντέιβ Γκίμπονς, που έχει συνεργαστεί και στην καλλιτεχνική διεύθυνση της κινηματογραφικής μεταφοράς.

Η υπόθεση διαδραματίζεται σε μια εναλλακτική εκδοχή της ιστορίας κατά τη δεκαετία του ’80, όταν ο Νίξον είναι ακόμα πρόεδρος των Η.Π.Α. και η χώρα του βρίσκεται στα όρια ενός ολέθριου πυρηνικού πολέμου ενάντια στη Σοβιετική Ένωση. Παράλληλα η κοινωνία της Αμερικής έχει στιγματιστεί από το παράδοξο φαινόμενο της παρουσίας μασκοφόρων εκδικητών, οι οποίοι κυνηγούν αυτεπαγγέλτως το έγκλημα. Πριν ακόμα τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο αυτοί οι αστικοί ήρωες εμφανίστηκαν προσφέροντας τις υπηρεσίες τους, αλλά εδώ και περίπου μια δεκαετία η δράση τους θεωρήθηκε παράνομη και οι ίδιοι πέρασαν στο περιθώριο με τις εικόνες τους αποδομημένες. Υπάρχει, όμως μία εξαίρεση, ο βίαιος, υπερπατριώτης και στυγνός Ρόρσαχ, που συνεχίζει να δρα μακριά από τα βλέμματα της δημοσιότητας και ουσιαστικά καταζητούμενος από τη νόμιμη εξουσία. Έρχεται η δολοφονία ενός βετεράνου υπερήρωα, του Comedian, να κινήσει τις υποψίες του Ρόρσαχ, που σιγά σιγά ξετυλίγει ένα μπλεγμένο κουβάρι διαφθοράς για να οδηγηθεί σε μια συνωμοσία ασύλληπτων προεκτάσεων.

Αυτή είναι πάνω κάτω η ιστορία, που επικεντρώνεται αριστουργηματικά σε δύο θεματικούς άξονες. Κατ’ αρχάς στη διαταραχή της ψυχολογίας ενός καθημερινού ανθρώπου που αποφασίζει να φορέσει μια μάσκα και να αναλάβει την προάσπιση του δημόσιου συμφέροντος. Κατά δεύτερο στο αν υπάρχει όριο στη δικαιοδοσία όσων εφαρμόζουν τους νόμους κάτι που πιο απλά τίθεται με την εξής γνωστή ρήση: «Ποιος φυλάει τους φύλακες»;

Θα αναρωτιέστε, όμως γιατί έχει γίνει τόσος θόρυβος γύρω από μερικές εικόνες με διαλόγους σε συννεφάκια. Το «Watchmen» θεωρείται ως το αξιολογότερο δείγμα κόμικ όλων των εποχών, και αν μπορεί να υπάρξει τέτοιος ορισμός στηρίζεται σε δύο αναμφισβήτητα γεγονότα. Είναι το μόνο κόμικ το οποίο έχει τιμηθεί με βραβείο «Hugo» (ένα πολύ σημαντικό βραβείο που παρομοιάζεται με νόμπελ λογοτεχνίας επιστημονικής φαντασίας) και επίσης έχει συμπεριληφθεί στη λίστα του περιοδικού «Time» με τα 100 βιβλία του 20ου αιώνα, τα οποία άσκησαν τη μεγαλύτερη επίδραση στη λογοτεχνία· και πάλι μία τιμή πρωτόγνωρη για κόμικ.

Νομίζω ότι δεν χρειάζονται πολύ περισσότερες περγαμηνές για να πειστείτε. Δεν είναι εύκολο ανάγνωσμα, αλλά αξίζει προσοχής η κάθε μία από τις εμπνευσμένες σελίδες του. Το μόνο που έχετε να επιλέξετε είναι αν θα παραγγείλετε σε ενημερωμένα βιβλιοπωλεία ή από το Amazon.com την αγγλόφωνη έκδοση έναντι 15 ευρώ (λύση την οποία προκρίνω) ή αν θα προμηθευτείτε τη μεταφρασμένη εκδοχή που μόλις κυκλοφόρησε από τον «Anubis» και τιμάται 50 ευρώ.

Τώρα για το αν πρέπει πρώτα να διαβάσετε το κόμικ και μετά να δείτε την ταινία ή το αντίστροφο, θεωρώ ότι είναι καθαρά θέμα προσωπικού γούστου. Είμαι σίγουρος ότι ο σκηνοθέτης Τζακ Σνάιντερ έχει μείνει όσο το δυνατόν πιστότερος στο πνεύμα των δημιουργών, όπως φαίνεται ξεκάθαρα κι απ’ τις σκηνές των trailer, όπου έχει αναπαραστήσει με ακρίβεια ολόκληρα καρέ. Άλλωστε αυτό ακριβώς είχε κάνει και στους «Τριακόσιους», μεταφέροντας σχεδόν αυτούσιο το κόμικ του Φρανκ Μίλερ. Απομένει να δούμε αν ο Σνάιντερ έχει επιτύχει και στο δυσκολότερο μέρος, δηλαδή στην απόδοση του βάθους των χαρακτήρων και των πολλαπλών επιπέδων της ίδιας της ιστορίας.

Μην περιμένετε περισσότερο. Φορέστε κουκούλα και μπέρτα και ξεχυθείτε προς το αγαπημένο σας βιβλιοπωλείο και την πλησιέστερη κινηματογραφική αίθουσα.

Δευτέρα 2 Μαρτίου 2009

5 Μαρτίου- Hotel Zoo


Λοιπόν, όπως ήταν ευρέως αναμενόμενο, πέρασε μετά από μία σύντομη εμφάνιση και η Καθαρά Δευτέρα και πήγε να συναντήσει στο μπαούλο με τα περσινά τις Απόκριες και τα χριστουγεννιάτικα στολίδια. Άνοιξη πλέον και περνάμε στο διπλό θέμα μας σήμερα, υπό τις πανέμορφες μελωδίες της Lisa Hannigan (εγώ τουλάχιστον, εσείς πρέπει να την αναζητήσετε στο youtube).
Πρώτα απ’ όλα σε μία νέα, ενδιαφέρουσα έκδοση με τίτλο «Χαμένοι στο Διαδίκτυο» η οποία κυκλοφόρησε πρόσφατα από τον Πατάκη και οφείλεται στη δική σας συμμετοχή και αλληλεπίδραση. Περί τίνος πρόκειται και που εμπλέκονται οι αναγνώστες; Τα τελευταία χρόνια σε ένα εικονικό Hotel, φιλοξενούνται διακεκριμένοι συγγραφείς μαζί με άγνωστους δημιουργούς, προκειμένου να συμπληρώσουν τα κομμάτια του παζλ ενός βιβλίου. Διαβάστε μαζί μου: «Τρία εκατομμύρια διαδικτυακοί χρήστες και πλέον των 10.000 blogs στην Ελλάδα πιστοποιούν μια νέα πραγματικότητα – και όχι μόνο ψηφιακή. Η διαδικτυακή βιβλιοφιλία εξαπλώνεται με γεωμετρική πρόοδο, ενώ ήδη αρκετοί bloggers τυπώνουν τα άυλα ημερολόγιά τους σε βιβλία. Αυτό ήταν το ζητούμενο του Hotel 2008: μια ιστορία αντλημένη από το Διαδίκτυο, ένα διήγημα που λογοδοτεί στη θεματική και στην ποιητική της ψηφιακής πραγματικότητας.
Η φετινή κριτική επιτροπή (Ελιάνα Χουρμουζιάδου, Χρήστος Χρυσόπουλος, Βίβιαν Ευθυμιοπούλου, Χρίστος Κυθρεώτης, Τιτίκα Δημητρούλια, Άννα Πατάκη και Μισέλ Φάις) κατέληξε στον βραχύ κατάλογο του «Hotel-Internet»: Γιούλη Αναστασοπούλου, Δήμητρα Ανδρουλάκη, Ιωάννα Ακουμιανάκη, Ελεάννα Αναφιώτη, Έλενα Γελάση, Κώστας Γκαζής, Μαρία Δαλαμήτρου, Κίμων Θεοδώρου, Μυρτώ Καλοφωλιά, Μαρία Πρωτονοταρίου, Σοφία Ρόκου, Θοδωρής Χιώτης. Τελικώς, έξι εξ αυτών φιλοξενούνται στον παρόντα τόμο και, από κοινού με τους τέσσερις συγγραφείς/κριτικούς, απαρτίζουν τον τόμο Χαμένοι στο Διαδίκτυο. Τα δέκα κείμενα του τόμου συγκροτεί σε μιαν άτυπη συλλογή διηγημάτων η κριτικός λογοτεχνίας Τ. Δημητρούλια, η οποία προλόγισε και την έκδοση.»
Αν τώρα μετανιώσετε που δεν είχατε πέρσι χρόνο να πάρετε μέρος ή πολύ απλά δεν είχατε ενημερωθεί, δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας. Φέτος έχει ξεκινήσει μία ανάλογη προσπάθεια.
«Η ζωολογική λογοτεχνία είναι παλαιότατη, αχανής και ποικίλη. Σε ευσεβιστική, λαϊκή ή έντεχνη αφήγηση, ρεαλιστική ή αλληγορική εκδοχή, ο ζωομορφισμός στην τέχνη της αφήγησης έχει αφήσει έντονα χνάρια: Όμηρος, Παλαιά Διαθήκη, Αίσωπος, Λα Φοντέν, Λόντον, Μπλέικ, Πόου, Βερν, Μέλβιλ, Κάφκα, Χεμινγουέυ, Όργουελ, Μπόρχες, Ιονέσκο, Κορτάσαρ, Πελέβιν, αλλά και Ροΐδης, Μητσάκης, Λασκαράτος, Καρκαβίτσας, Κόντογλου, Πεντζίκης, Τσίρκας κ.ά.
Φυσικά, μια ιστορία με ζώα δεν εξαντλείται στην τρέχουσα αστική ζωοφιλία, ειδικά στις μέρες μας, με την εξαφάνιση σπάνιων ειδών της πανίδας, τα πειραματόζωα ή τα μεταλλαγμένα ζώα. Φωτεινή ή ζοφερή χροιά, δραματικός ή ειρωνικός τόνος, φαντασιωτικό ή ρεαλιστικό πλαίσιο είναι απλώς αφορμές ώστε να καθρεφτιστούμε και να μιλήσουμε για τον εαυτό μας και τον κόσμο.
Αυτό είναι το νέο πλαίσιο γραφής του Hotel 2009, μια ιστορία όπου θα πρωταγωνιστούν ζώα. Για τέταρτη συνεχή χρονιά, μετά τα Hotel Βιζυηνός, Μετανάστευση και Internet. Σ’ αυτό το νέο λογοτεχνικό παιχνίδι συμμετέχουν οι πεζογράφοι Άντζελα Δημητρακάκη, Ισίδωρος Ζουργός, Δημήτρης Σωτάκης, Κώστας Γκαζής (ο νικητής του Hotel Internet), ενώ το όλο εγχείρημα θα φωτίσει από θεωρητική σκοπιά η κριτικός λογοτεχνίας Λίνα Πανταλέων.
Δεκτές γίνονται συμμετοχές που θα έχουν ημερομηνία αποστολής έως την 30ή Ιουνίου 2009 (σφραγίδα ταχυδρομείου). Τέλη Σεπτεμβρίου θα ανακοινωθεί ο βραχύς κατάλογος των 12 διακριθέντων. Αρχές Νοεμβρίου, σε ειδική εκδήλωση, θα παρουσιαστεί ο συλλογικός τόμος των 6+4 διηγημάτων, όπου θα μάθουμε και το όνομα του βραβευόμενου διηγηματογράφου. Δικαίωμα συμμετοχής έχουν όσοι δεν έχουν εκδώσει πεζογραφικό βιβλίο. Τα διηγήματα πρέπει να είναι σε έντυπη μορφή, δακτυλογραφημένα με μονό διάστιχο και να συνοδεύονται από CD με το κείμενο σε ηλεκτρονική μορφή. Οι ενδιαφερόμενοι θα πρέπει να στείλουν κείμενα των 5.000-7.000 λέξεων, καθώς κι ένα βιογραφικό τους με στοιχεία επικοινωνίας, ταχυδρομικά στις Εκδόσεις Πατάκη στη διεύθυνση Παναγή Τσαλδάρη 38, 104 37 Αθήνα, με την ένδειξη «Για το διαγωνισμό διηγήματος», υπόψη του κ. Γιώργου Πάντσιου. Χορηγός επικοινωνίας είναι η Athens Voice, ενώ ο διαγωνισμός διεξάγεται υπό την αιγίδα του WWF Ελλάς.»
Καλή επιτυχία σε όλους όσοι πάρουν μέρος και συγχαρητήρια στον εκδοτικό οίκο για την διοργάνωση του διαγωνισμού.

Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2009

19 Φεβρουαρίου- Και στη μέση θάλασσα

Μακριά από τα στερεότυπα

Ο Νίκος Αραπάκης κάνει μια εξαιρετική συγγραφική αρχή με το «Και στη μέση η θάλασσα». Ενα μυθιστόρημα για τα πάθη των ανθρώπων αλλά και των λαών.


Συνέντευξη στον Γιάννη Πλιώτα


Ενάμιση μόνο βήμα πριν το καρναβάλι και στο σημερινό φύλλο αφήνουμε πίσω τη «λονδρέζικη μέρα» της περασμένης εβδομάδας, προκειμένου να ταξιδέψουμε σ’ ένα αλληγορικό παραμύθι, που διαδραματίζεται σε τόπους και χώρες, που μοιάζουν με την Ελλάδα και την Τουρκία αλλοτινών καιρών.

Βρέθηκε λοιπόν στα χέρια μου το «Και στη μέση η θάλασσα», ένα πολύ καλό μυθιστόρημα που κυκλοφόρησε πρόσφατα ο εκδοτικός οίκος Ν.&Σ. Μπατσιούλας. Συγγραφέας είναι ο πρωτοεμφανιζόμενος Νίκος Αραπάκης, ο οποίος γεννήθηκε το 1969 στην Καλαμάτα και όπως θα διαπιστώσετε έχει κάνει μια εξαιρετική συγγραφική αρχή. Διαβάζοντας το πρώτο κεφάλαιο είχα την εντύπωση ότι το «Και στη μέση η θάλασσα» πρόκειται για ένα ναυτικό μυθιστόρημα, είδος που μου είχε λείψει, αλλά η συνέχεια ήταν κάπως διαφορετική, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι λείπει απ’ τις σελίδες του η έντονη μυρωδιά της αλμύρας.

Το «Και στη μέση η θάλασσα» αφηγείται την πολύπαθη ιστορία του Αβέρκιου, ενός ναυτικού από τη Ρωμανία, ο οποίος έχει συνάψει εμπορικές συναλλαγές με τη Σαρακίνα, μια χώρα που μοιάζει με την οθωμανική αυτοκρατορία του τέλους του 19ου αιώνα. Εκτός από το εμπόριο, όμως η εξωτική Σαρακίνα έλκει τον Αβέρκιο εξαιτίας των μεθυστικών αρωμάτων της Ανατολής, τα οποία τελικά θα τον παρασύρουν και στις συμπτώσεις ενός επικίνδυνου παιχνιδιού αγάπης. Πέρα από τα πάθη, όμως, των ανθρώπων υπάρχουν και τα πάθη των λαών. Εξαιτίας ενός πολέμου που έχει προηγηθεί και φυσικά του μίσους που προϋπάρχει μεταξύ Ρωμανών και Σαρακηνών, οι δύο χώρες δεν διατηρούν διπλωματικές σχέσεις και αυτή είναι η αιτία που πολεμοκάπηλοι και κάθε είδους μεσάζοντες αποφασίζουν να εκμεταλλευτούν με σκοπό -τι άλλο;- το κέρδος. Τελικά το ερώτημα που τίθεται και καλείται ο αναγνώστης να απαντήσει μαζί με τους ήρωες, είναι αν τους δύο λαούς χωρίζουν ουσιαστικές διαφορές ή μονάχα η θάλασσα.

Γλώσσα και συμπτώματα

Διέκρινα δύο σημαντικά κι αξιοπρόσεκτα στοιχεία στη γραφή του Νίκου Αραπάκη. Πρώτα απ’ όλα είναι η γλώσσα που χρησιμοποιεί. Επιλέγει εκτός από την αποτύπωση της ομιλίας των ηρώων, να ντύσει όλο το λόγο του με μια ιδιαίτερη ντοπιολαλιά, πολύ ξεχωριστή, που είμαι σίγουρος ότι θα ξυπνήσει μνήμες στους μεγαλύτερους και θα διανθίσει το λεξιλόγιο των νεώτερων με πολύτιμα λαογραφικά στοιχεία. Το δεύτερο στοιχείο και κατά τη γνώμη μου ο πυρήνας γύρω απ’ τον οποίο περιστρέφεται το βιβλίο, είναι ο πολιτικοποιημένος λόγος του, δηλαδή η πολύ έντονη διάθεση καυτηρίασης διαχρονικών συμπτωμάτων της πολιτικής ζωής του τόπου μας. Ιντριγκες, ηδυπάθεια, φθόνος, παρωπιδικός υπεπατριωτισμός, διαφθορά, νεποτισμός και όλα τα υπόλοιπα που κατακρίνουμε, πλην όμως καταφέρνουν να αναπαράγονται διαμέσου των αιώνων.

Φανταστικό χρονογράφημα

Συνολικά το «Και στη μέση η θάλασσα» είναι ένα φανταστικό χρονογράφημα μιας εποχής που θα μπορούσε να αναχθεί με ακρίβεια σε οποιαδήποτε εποχή της ιστορίας μας και να εξακολουθεί να σκιαγραφεί επιτυχημένα την κατάσταση μεταξύ ημών και της γείτονος. Εξαιτίας συγκεκριμένων, μη άμεσα ορατών συνιστωσών, θα το χαρακτήριζα ένα κράμα του «Imperium» του Μιχάλη Σπέγγου και του κλασικού «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» του Τζόναθαν Σουίφτ. Διαβάζεται τόσο γρήγορα όσο και ευχάριστα, σημειώστε τη συνολικά καλαίσθητη έκδοση και περισσότερα θα μάθετε ανατρέχοντας σε όσα ενδιαφέροντα μου είπε ο συγγραφέας.

- Πόσο εφικτή θα ήταν στη σύγχρονη εποχή μια εκ βαθέων προσέγγιση της χώρας μας και της Τουρκίας;

Δυστυχώς, πραγματική προσέγγιση μεταξύ των δυο κρατών, δεν μπορεί να υπάρξει υπό τις παρούσες συνθήκες. Ηγέτες χαμηλού βεληνεκούς, συμφέροντα άλλων χωρών, αντιπαλότητα περασμένη από γενιά σε γενιά και στις δυο πλευρές τη θάλασσας καθώς και διάφοροι άλλοι λόγοι, που εδώ δεν μπορούν να αναφερθούν λόγω έλλειψης χώρου, δεν το επιτρέπουν. Για να ξεπεραστούν πάθη και έριδες αιώνων χρειάζεται ένα πλήθος πραγμάτων: παιδεία, ρεαλισμός, κατανόηση και πάνω απ’ όλα ανοιχτόμυαλες ηγεσίες που θα έχουν κατά νου να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντα των λαών τους και όχι τις ορέξεις διαφόρων... καλοθελητών. Ισως... κάπου... κάποτε... Επί του παρόντος, ανέφικτο.

- Πόσο ίδιοι είναι σήμερα οι δύο λαοί; Τι μας χωρίζει και τι μας ενώνει εκτός από τη θάλασσα;

Δεν ξέρω αν είμαστε ίδιοι ή διαφέρουμε, έχω την αίσθηση όμως ότι αυτό δεν έχει και μεγάλη σημασία. Η καλή γειτονία όμορων κρατών δεν αφορά στις ομοιότητες ή στις διαφορές τους, αφορά πρωτίστως στην κατανόηση. Οταν είσαι σε θέση να κατανοήσεις, οι ομοιότητες θα σε ενώσουν και οι διαφορές θα σε προβληματίσουν, θα σε στεναχωρήσουν αλλά σίγουρα δεν θα σε καταστρέψουν. Τώρα, όσον αφορά στο δεύτερο σκέλος της ερώτησή σας, το μόνο που μας ενώνει και μας χωρίζει και μου έρχεται εύκολα στο μυαλό είναι «οι εταιρείες οπλικών συστημάτων» και οι εκπρόσωποί τους. Αν έχουν ξεπουλήσει, όλα καλά. Αν όχι...

- Εχετε συναντήσει αντιδράσεις από υπερπατριώτες;

Μακάρι, αλλά πού τέτοια τύχη. Ποιος δεν θα ήθελε να του κάψουν το βιβλίο του έξω από κάποιο βιβλιοπωλείο, παρουσία καμερών; Εσείς που είστε του χώρου, πρέπει να γνωρίζεται ότι αυτός είναι ένας σίγουρος τρόπος να κάνεις μπεστ σέλερ. Βέβαια, ποτέ δεν ξέρεις, η ελπίδα πεθαίνει τελευταία. Πέραν του αστείου, νομίζω ότι το βιβλίο καταθέτει άποψη χωρίς να προσβάλλει. Κυρίως όμως όποιος το διαβάσει πρέπει να έχει κατά νου ότι είναι μυθιστόρημα και όχι ιστορικό δοκίμιο ή εγχειρίδιο περί της σχέσεως των δυο λαών.

- Γιατί επιλέξατε να χρησιμοποιήσετε τη Ρωμανία και τη Σαρακίνα, δύο φανταστικές χώρες; Θα άλλαζε το βιβλίο αν ήταν τοποθετημένο σε συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο;

Βασικά ήθελα να απεμπλέξω τον αναγνώστη από τα διάφορα στερεότυπα που κουβαλάει μέσα του για τις δυο χώρες, αλλά κυρίως δεν ήθελα να γράψω ένα ακόμη μυθιστόρημα για την «Πόλη» ή τη Σμύρνη, από αυτά που γράφονται σωρηδόν τα τελευταία χρόνια. Αν έφτιαχνα αυτό που ο κόσμος αποκαλεί «ιστορικό μυθιστόρημα», θα ήμουν αναγκασμένος να ακολουθήσω την πεπατημένη, δηλαδή, μυθοπλασία λίγο πολύ στηριγμένη σε πραγματικά ιστορικά περιστατικά. Εμένα όμως δεν με ενδιέφερε να ξαναπώ την ιστορία, αλλά να καυτηριάσω όλους αυτούς που ασελγούν εις βάρος της.

- Με ποιον ήρωα του βιβλίου ταυτίζεστε περισσότερο και ποιανού τη ζωή θα ζηλεύατε;

Οι περισσότεροι, έχω την αίσθηση, θα σαγηνευτούν από τον ηρωισμό του Μπουλέντ ή την αγνότητα του Κωσταντή. Εμένα πάντως, θα μου επιτρέψετε να πρωτοτυπήσω και να δηλώσω οπαδός δυο όχι και τόσο κεντρικών ηρώων, του Ευτύχιου και της Ευγενίας, της πεθεράς του. Του μεν πρώτου γιατί δρα και πράττει κόντρα στην αδύναμη φύση του, και της δεύτερης γιατί είναι ο πλέον αληθινός χαρακτήρας αφού είναι στηριγμένος κατά μεγάλο ποσοστό στη μάνα μου. Κοινώς θαυμάζω τη μαμά μου που η τρέλα της δεν έχει όριο! Τώρα, στο δεύτερο που με ρωτήσατε, η απάντηση, νομίζω, είναι εύκολη. Η ζωή του Αβέρκιου είναι κάτι που, αν όχι όλοι, τουλάχιστον οι περισσότεροι θα ζηλεύαμε.

- Τα εγκλήματα κατά του λαού τιμωρούνται δικαιότερα με την ποινή του θανάτου ή με τη διαπόμπευση;

Αλλο πράγμα το σήμερα και άλλο ένα μυθιστόρημα που περιγράφει κάτι που θα μπορούσε να είχε γίνει κάποιες εκατοντάδες χρόνια πριν. Σήμερα δεν μπορεί, για κανένα λόγο, να υπάρχει ποινή του θανάτου για οποιοδήποτε αδίκημα. Τα κράτη που τη χρησιμοποιούν είναι είτε βάρβαρα, είτε ολοκληρωτικά. Βέβαια, ούτε η διαπόμπευση είναι αρκετή για κάποιους που επιβουλεύονται ή καταλύουν τη δημοκρατία. Θα ταυτιστώ απόλυτα με τη ρήση του αείμνηστου Κωνσταντίνου Καραμανλή για τους πραξικοπηματίες της εικοστής πρώτης Απριλίου του ’67: «όταν λέμε ισόβια, εννοούμε ισόβια».

- Ποιες οι δυσκολίες στο χώρο για έναν πρωτοεμφανιζόμενο συγγραφέα;

Δυστυχώς, πάρα πολλές. Σήμερα, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, οι εκδοτικοί οίκοι βλέπουν τι μπορεί να τους φέρει κέρδος και όχι τι έχει αξία. Γνωρίζω ανθρώπους που γράφουν καλά και έχουν κάτι να πουν, αλλά δεν έχουν καταφέρει ποτέ να εκδώσουν τίποτα γιατί, σύμφωνα με τους ειδήμονες των εκδοτικών οίκων, είναι αντιεμπορικοί. Στον αντίποδα άνθρωποι με ασήμαντες απόψεις και γραφτά, ή «μπάρμπα στην Κορώνη», όχι μόνο εκδίδονται αλλά συχνά πυκνά είναι και ευπώλητοι. Τι να πεις, σημεία των καιρών. Ασήμαντα βιβλία που το μόνο που προσφέρουν είναι «αποβλάκωση» σπάνε ταμεία. Για να μην μεμψιμοιρούμε όμως, νομίζω, ότι όταν κάποιος το έχει και το θέλει πολύ, αργά ή γρήγορα, θα βρει το δρόμο του.

- Ετοιμάζετε κάτι καινούργιο;

Ναι, σε λίγο καιρό τελειώνω ένα καινούργιο μυθιστόρημα, που εκτυλίσσεται στα χρόνια της Γερμανικής κατοχής και του εμφυλίου και το οποίο, αν πάνε καλά τα πράγματα, θα κυκλοφορήσει προς το τέλος της χρονιάς. Φιλοδοξία μου είναι, εστιάζοντας στους απλούς και καθημερινούς ανθρώπους της εποχής, να δώσω στον αναγνώστη μια όσο το δυνατόν πιο αντικειμενική εικόνα του τι συνέβαινε τότε. Και, πιστέψτε με, συνέβαιναν φοβερά και τρομερά πράγματα. Η ζωή είχε αξία όσο μια «Τρύπια Πεντάρα».

Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2009

12 Φεβρουαρίου- Η Λονδρέζικη Μέρα της Λώρας Τζάκσον

Το μυθιστόρημα πίσω από τον αστικό μύθο


Την προηγούμενη φορά που είχαμε αναφερθεί σε ποίηση, ήταν με το «Σκοτεινό Αγγελάκι και το Δέντρο» του Τηλέμαχου Τσαρδάκα, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη και σας το συνιστώ ανεπιφύλακτα. Σήμερα επιστρέφω σε αυτή τη θεματολογία έστω και πλαγίως, με ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα που ξεκινάει μια παράξενη μέρα στην Αγγλία του προηγούμενου αιώνα. Και αυτή η μέρα είναι ένα πολύ μικρό απόσπασμα ή θραύσμα αν θέλετε, από τη ζωή της Λώρας (Ράιντιγκ) Τζάκσον, μιας σημαντικής βρετανίδας ποιήτριας που άφησε το στίγμα της στην ποίηση του δυτικού κόσμου κατά τον 20ο αιώνα.

Η ιστορία της Τζάκσον είναι άλλοτε μυστηριώδης και σκοτεινή, άλλοτε δημιουργική και ρηξικέλευθη, σαφέστατα ιντριγκαδόρικη και μονίμως τυλιγμένη μ’ ένα αφηρημένο, ονειρικό πέπλο. Στη «Λονδρέζικη μέρα της Λώρας Τζάκσον», που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Καστανιώτη, ο Χρήστος Χρυσόπουλος αναλαμβάνει το ρόλο του αφηγητή, για να μας ταξιδέψει μέσα από τα μάτια της ποιήτριας σχεδόν ογδόντα χρόνια πίσω και συγκεκριμένα στις 27 Απριλίου του 1927, ένα κομβικό σημείο για το υπόλοιπο της πορείας της.

Υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες που οδήγησαν στη δημιουργία ενός αστικού μύθου στο Λονδίνο εκείνης της εποχής, η Λώρα (Ράιντινγκ) Τζάκσον προσπάθησε να τερματίσει τη ζωή της, πηδώντας από τον τρίτο όροφο του σπιτιού του εραστή της και επίσης ποιητή Ρόμπερτ Γκρέιβς. Μόνο λίγες στιγμές αργότερα ο Ρόμπερτ Γκρέιβς πήδηξε από το παράθυρο ενός ορόφου χαμηλότερα και βρέθηκε στο πεζοδρόμιο δίπλα στην αγαπημένη του. Κανείς από τους δυο τους δεν σκοτώθηκε σε αυτή τη διπλή απόπειρα αυτοκτονίας ή όπως επικράτησε να ονομάζεται, τη «διπλή εκπαραθύρωσή» τους. Ο Γκρέιβς δεν έπαθε τίποτα, όμως η Τζάκσον βρέθηκε ένα βήμα πριν το θάνατο.

Ο Χρυσόπουλος με αφορμή αυτό το γεγονός, πιάνει το νήμα της ζωής της Τζάκσον ακριβώς τη μέρα που συνέρχεται από τις αλλεπάλληλες χειρουργικές επεμβάσεις στις οποίες υποβλήθηκε. Η αντίληψή της είναι επηρεασμένη από τις ενέσεις μορφίνης που της χορηγούνταν και η ίδια προσπαθεί να ακροβατήσει στο όριο μεταξύ της λογικής και των ψευδαισθήσεων που το μυαλό της δημιουργεί. Επιπλέον, η τραγική ανάμνηση της «διπλής εκπαραθύρωσης» έχει καταπιεστεί απ’ το συνειδητό της και μοιάζει να έχει καταχωνιαστεί σε ένα σκοτεινό συρτάρι της μνήμης της. Αν και σε άσχημη κατάσταση δραπετεύει από το νοσοκομείο και ξεκινάει μια περιπλάνηση στους δρόμους μιας πόλης, κάθε άλλο παρά οικείας. Προς το τέλος του βιβλίου η ποιήτρια επανέρχεται σταδιακά στην πραγματικότητα και εμείς ανατρέχουμε σε ορισμένες σκέψεις της, όπως το ότι ο μεγαλύτερος φόβος της, είναι η διάψευση της φιλοδοξίας να διατυπώσει κάτι αληθινό με την τέχνη της.

Η πολυτάραχη ζωή της Τζάκσον δεν σταματάει στις σελίδες του βιβλίου. Επόμενος σταθμός είναι το 1940 όταν απαρνήθηκε την ίδια της την τέχνη, συντάσσοντας την πιο διάσημη αποκήρυξη στην ιστορία της ποίησης. Κατόπιν αποσύρθηκε στη σιωπή, βρίσκοντας καταφύγιο σε ένα ράντσο στη Φλόριντα και αφιέρωσε τα επόμενα τριάντα χρόνια της ζωής της σε ένα ογκώδες φιλοσοφικό δοκίμιο για την ποίηση. Πέθανε τελικά το 1991 με το έργο της αναγνωρισμένο.

Ο Χρήστος Χρυσόπουλος γεννήθηκε το 1968 στην Αθήνα και αυτό είναι το δέκατο βιβλίο του. Δεν είμαι ούτε αρκετά καλλιεργημένος και ούτε έχω εντρυφήσει τόσο πολύ στην ποίηση για να μπορώ να κρίνω, αλλά η ανάγνωση της «Λονδρέζικης μέρας της Λώρας Τζάκσον», μου δημιούργησε την ακλόνητη αίσθηση ότι ο Χρυσόπουλος κόπιασε πολύ για να μείνει απόλυτα πιστός στο πνεύμα των γραπτών της και το κατάφερε απόλυτα. Πολύ προσεγμένη γλώσσα, σε ένα βιβλίο που δεν θα χαρακτήριζα συνηθισμένο, τόσο σε θεματολογία, όσο και σε δομή, αλλά που νομίζω ότι θα δώσει τροφή για σκέψη σε κάθε αναγνώστη. Μπορεί να διαβαστεί σε πολλά επίπεδα και συγκαταλέγεται σε αυτά που μόλις τα τελειώσετε, σας αφήνουν την αίσθηση ότι έχετε γίνει λίγο καλύτεροι άνθρωποι.


----------------------------------------


Η ποιήτρια που αρνήθηκε την ερμηνεία

Ο συγγραφέας Χρήστος Χρυσόπουλος μιλάει στην «Μπρίζα» για το νέο του μυθιστόρημα «Η Λονδρέζικη Μέρα της Λώρας Τζάκσον»


Συνέντευξη στον Γιάννη Πλιώτα


- Γιατί επιλέξατε τη Λώρα (Ράιντινγκ) Τζάκσον ως θέμα στο βιβλίο σας και πόσο δύσκολο ήταν να φέρετε σε πέρας την «αποστολή»;

Η Λώρα Τζάκσον είναι μια παραδειγματική προσωπικότητα για όποιον θέλει να στοχαστεί τη γραφή και να διερευνήσει τη φύση του δημιουργού, επειδή πάλεψε με πείσμα μέσα σε αντιφάσεις, αποτυχίες και παρορμήσεις, για να υλοποιήσει τη ρήση του Ενρίκε Βίλα Μάτας: «Εγώ νόμιζα πως ήθελα να γίνω ποιητής, αλλά κατά βάθος ήθελα να γίνω ποίημα». Η Λώρα βρήκε τη δική της απάντηση σε αυτή την πρόκληση, παραδεχόμενη ότι το τελειότερο ποίημα είναι εκείνο που σιωπά. Ακριβώς εδώ βρισκόταν και η μεγαλύτερη δυσκολία του βιβλίου: η Λώρα Τζάκσον μεταμορφώθηκε σε ένα ποιητικό πρόσωπο που αρνιόταν καθ’ ολοκληρίαν την ερμηνεία. Αυτή την άρνηση θέλησα να τη φωτίσω. Δηλαδή κλήθηκα να την κάνω λογοτεχνία.

- Η «Λονδρέζικη μέρα της Λώρας Τζάκσον» είναι περισσότερο μυθιστόρημα, ψηφίδα βιογραφίας ή ποιητικό κείμενο;

Το βιβλίο ξεκινά με την υπόδειξη του μυθιστορήματος και καταλήγει με τον χαρακτηρισμό του «αρχείου». Δηλαδή επικαλείται τη φόρμα του δυνητικού, του ανολοκλήρωτου, ενός κειμένου που βρίσκεται in-progress / «εν τη γενέσει». Αυτό που θέλω να πω είναι ότι η «Λονδρέζικη μέρα» προσεγγίζει τις διαφορετικές εκδοχές του προσώπου της Λώρας Τζάκσον: ποίηση, πεζογραφία, σκέψη, βιογραφία, και γι’ αυτό είναι και μυθοπλασία, και δοκίμιο, και βιογραφία, δίχως να αποδίδει πρωτείο σε κανένα είδος. Εντέλει προσπαθεί να σκιαγραφήσει μια πολύσημη ανθρώπινη ταυτότητα – όπως πολύσημη, πρισματική και διαρκώς μεταλλασσόμενη είναι κάθε ανθρώπινη ταυτότητα.

- Πόσο δύσκολο είναι να έχει απήχηση στο ελληνικό κοινό ένα τέτοιο βιβλίο;

Σκέφτομαι κάθε καλό βιβλίο ως μια είσοδο προς έναν κόσμο της σκέψης. Αν διαβείς αυτό το κατώφλι, τότε το βιβλίο εκπλήρωσε τον σκοπό του. Ολα λοιπόν εξαρτώνται από τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει κανείς ένα βιβλίο και τι περιμένει από αυτό. Εντούτοις, πιστεύω ότι η «Λώρα» διαθέτει περισσότερες της μιας «εισόδους». Το ζήτημα θυμίζει ένα παιχνίδι που έπαιζαν οι σουρεαλιστές και ονομαζόταν «ποιος απαντά στην πόρτα». Εν προκειμένω ένας αναγνώστης «χτυπά την πόρτα του βιβλίου». Απαντά η Λώρα. Τότε τι κάνεις; Μπαίνεις ή γυρίζεις την πλάτη;

- Πιστεύετε ότι η ζωή ενός καλλιτέχνη είναι de facto διανθισμένη με στοιχεία εκκεντρικότητας;

Δεν θα μιλούσα για εκκεντρικότητα, αλλά για ενός είδους «μεγέθυνση» φαινομένων που συμβαίνουν σε όλους μας. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι μια έκφανση της πραγματικότητας που ξεπερνά το βίωμα: το γεγονός ότι ένα πρόσωπο έζησε μια μυθιστορηματική πραγματικότητα, λειτούργησε ως μυθοπλαστικός ήρωας, θέλησε να κάνει τη ζωή του έργο τέχνης. Αυτές είναι διαστάσεις της ζωής που στιγμιαία ή περιστασιακά αποκαλύπτονται σε όλους μας – όλοι κάποιες στιγμές νιώθουμε π.χ. «σαν να ζούμε μέσα σε ένα φιλμ ή σε ένα μυθιστόρημα», μόνο που στην περίπτωση των καλλιτεχνών αυτές οι στιγμές πολλαπλασιάζονται, παίρνουν τη μορφή έξης, εμμονής, επαγγελματικής διαστροφής. Αυτή η επίμονη, σχεδόν καταναγκαστική, συνθήκη διαφοροποιεί τις ζωές των καλλιτεχνών. Και με απασχολεί γιατί «ακουμπά» και τη δική μου ζωή.

- Αν ζούσατε στην ίδια εποχή με την Τζάκσον, θα μπορούσατε να είστε φίλοι; Τι θα σας απωθούσε και τι θα σας γοήτευε στον χαρακτήρα της;

Δεν νομίζω ότι η Τζάκσον μπορούσε να διατηρήσει μακροχρόνιες φιλίες – αυτό δεν συνέβη ποτέ στα ενενήντα χρόνια που έζησε. Ή μάλλον, ας πούμε ότι δεν κατάφερε να συντηρήσει εκείνες τις συμβατικές φιλίες που απαιτούν την προσωπική επαφή και την αφοσίωση. Η Λώρα συνδεόταν με τους ανθρώπους παθιασμένα και αυτό αργά ή γρήγορα κατέστρεφε τη διαπροσωπική επαφή. Μπορούσε όμως να διατηρήσει στέρεες φιλίες με τη γραφή κάποιου, με τα κείμενα και με τη σκέψη. Υπό αυτή την έννοια ελπίζω πως ναι, θα μπορούσα να «συνομιλήσω» με τη Λώρα Τζάκσον. Μήπως αυτό το βιβλίο, δεν είναι άραγε μια απόπειρα κάποιας τέτοιας, ουσιαστικής και ενδόμυχης, «συνομιλίας»;

- Ενας αγαπημένος σας στίχος από τα ποιήματά της;

Η δυσκολία ενός βιβλίου είναι πρώτα να μην είναι / Η σκέψη κανενός, / Κατόπιν να μείνει για καιρό άγραφο / Οπως θα μείνει αδιάβαστο, / Κατόπιν να χτίσει λέξη προς λέξη έναν συγγραφέα / Και να κατοικήσει το κεφάλι του / Ωσότου το κεφάλι να δηλώσει την κενότητά του / Διακηρύσσοντας οριστικά / Οτι είναι αδειανό.
[Λ. (Ρ.) Τζάκσον, «Οι δυσκολίες ενός βιβλίου».]

- Μια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουν για το βιβλίο;

«Ποια είναι η γυναίκα στις φωτογραφίες του βιβλίου;»

Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2009

22 Ιανουαρίου- Logicomix


Νομίζω έχουμε μιλήσει και μια από τις προηγούμενες εβδομάδες για το «LOGICOMIX», αλλά θεωρώ ότι αξίζει να το παρουσιάσουμε ξανά αναλυτικά μέσα απ’ τις «σελίδες για άλλες σελίδες», γιατί πραγματικά είναι ένα έργο που πρέπει να διαβαστεί, στο βαθμό που μπορεί να τεθεί «πρέπει» στα όσα αφιερώνει ο καθένας χρόνο για να διαβάσει.

Το «LOGICOMIX» είναι συγκεκριμένα ο καρπός της προσπάθειας μιας ομάδας μαθηματικών και καλλιτεχνών με όραμα, έμπνευση και ιδέες, την οποία συντόνισε η ψυχή της προσπάθειας, ο Απόστολος Δοξιάδης. Θυμίζω ότι ο λογοτέχνης και μαθηματικός κύριος Δοξιάδης, με το μεταφρασμένο σε ούτε λίγο, ούτε πολύ τριάντα γλώσσες βιβλίο του «Ο θείος Πέτρος και η εικασία του Γκόλντμπαχ», καθιέρωσε παγκοσμίως τον όρο «μαθηματική λογοτεχνία», της οποίας πολλά δείγματα βλέπουμε πλέον στα ράφια των βιβλιοπωλείων. Μαζί του στη συγγραφή είναι ο Χρίστος Χ. Παπαδημητρίου, ερευνητής θεωρητικής πληροφορίας στο Μπέρκλεϊ και στο σχέδιο οι Αλέκος Παπαδάτος και η Γαλλίδα Annie Di Donna.

Όλοι οι παραπάνω λοιπόν επιλέγουν να μιλήσουν για τη λογική και τις απαρχές της, με ένα αυτό-αναφορικό κόμικ, το οποίο είναι πάρα πολύ καλά δομημένο και αξιανάγνωστο. Σκοπός τους είναι να εκμεταλλευτούν την αμεσότητα του κόμικ ως τέχνη (έχει χαρακτηριστεί από πολλούς ως η ένατη), για να αφηγηθούν μια ιστορία που ισορροπεί ανάμεσα στα μαθηματικά και τη φιλοσοφία. Με άλλα λόγια έναν «λογικό» μύθο.

Η υπόθεση ξεκινάει εμμέσως τρεις μέρες μετά την εισβολή της ναζιστικής Γερμανίας στην Πολωνία το 1939 και κατά τη διάρκεια της ομιλίας του σημαντικού Βρετανού στοχαστή Μπέρτραντ Ράσελ, προς το διχασμένο κοινό ενός αμερικανικού πανεπιστημίου, με θέμα το «ρόλο της λογικής στα ανθρώπινα πράγματα». Ο Ράσελ είναι ένας άνθρωπος με πάθη, που προσπαθεί να αποφύγει το μονοπάτι που έχει επιλέξει η μοίρα για αυτόν. Παρ’ ότι ασχολήθηκε σε όλη του τη ζωή για τη θεμελίωση της λογικής, τελικά έμεινε περισσότερο γνωστός στην ιστορίας εξαιτίας ενός παραδόξου, το οποίο κλόνισε τα θεμέλιά της. Η ιστορία συνεχίζεται με αναδρομές μπροστά και πίσω στο χρόνο για να καταλήξει έπειτα από ένα συναρπαστικό ταξίδι τριακοσίων δέκα σελίδων στη σύγχρονη Αθήνα και σε μία παράσταση της τραγωδίας «Ορέστεια».

Κατά τη διάρκεια της διαδρομής θα συναντηθείτε με όλες τις αλλόκοτες διασημότητες του χώρου και μαζί με τον κεντρικό (και εκκεντρικό) χαρακτήρα Ράσελ θα διερευνήσετε ένα αδιαφιλονίκητο και ταυτόχρονα μυστηριώδες γεγονός: το ότι ανάμεσα στους πατέρες της λογικής τα ποσοστά ψύχωσης είναι αφύσικα υψηλά. Είναι πολύ ενδιαφέρων, ιδιαίτερα καθώς –αντίθετα από την κλισέ άποψη- ελάχιστοι από τους άλλους μαθηματικούς πάσχουν ψυχικά. Ίσως η λογική προήλθε η τρέλα, αλλά αυτό μένει σε εσάς να το ανακαλύψετε.

Το «Logicomix» είναι ένα εγχείρημα αξιώσεων, πάνω στο οποίο έχει γίνει εξαιρετική δουλειά από όλους τους συντελεστές, προκειμένου να παραδώσουν στα χέρια μας ένα προσιτό και καθ’ όλα διασκεδαστικό παραμύθι λογικής. Απευθύνεται σε όλους του αναγνώστες, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Ίκαρος» και ήδη έχει βρει μεγάλη ανταπόκριση από το αναγνωστικό κοινό της χώρας μας.

15 Ιανουαρίου- Scars of War, Wounds of Peace: The Israeli-Arab Tragedy


Εντάξει κάναμε λίγη πλάκα στην άλλη στήλη, αλλά εδώ πρέπει να κάνουμε κάτι διαφορετικό. Να πω δηλαδή την άποψή μου και ας αξίζει μονάχα δύο cent, σύμφωνα με την αμερικανική έκφραση, μια δήλωση κι ας είναι λιτή.

Για αρχή λίγα βιβλία για ενημέρωση για όσους διαβάζουν και στα αγγλικά. Αυτό είναι απλά για να αγγίξω λίγο τη θεματολογία της στήλης.


Scars of War, Wounds of Peace: The Israeli-Arab Tragedy”, του Shlomo Ben-Ami.

Περιέχει ενδελεχείς αναλύσεις για την ιστορική διαμάχη μεταξύ Εβραίων και Αράβων, αναφέροντας αντικειμενικά, τα τραγικά λάθη και των δύο πλευρών. Επίσης προτείνει τρόπους μερικής επίλυσης της προαιώνιας κρίσης.


The Losing Battle with Islam”, του David Selbourne .

Αναλύει την ύπαρξη μιλιταρισμού στο Ισλάμ, τη σύγκρουση με τη Δύση και προσπαθεί να διερευνήσει τις ρίζες του, επιρρίπτοντας ευθύνες σε αμφότερες πλευρές.


From Babel to Dragomans: Interpreting the Middle East”, του Bernard Lewis.

Ιστορική αναδρομή μέσα από παλιότερες μελέτες, μαρτυρίες, λόγους πολιτικών και συνεντεύξεις προσώπων που έχω παίξει σημαντικό ρόλο στις κρίσεις των τελευταίων δεκαετιών.


Για όλα τα υπόλοιπα μπορείτε να ανατρέξετε σε πηγές διαδικτυακών εγκυκλοπαιδειών, να ακούσετε στα δελτία ειδήσεων (όσο δεν γίνεται κάτι στο μικρόκοσμό μας και πετάξει τον πόλεμο από την πρώτη γραμμή), να διαβάσετε εφημερίδες και να ψάξετε σε ιστολόγια, που υποστηρίζουν τη μία ή την άλλη πλευρά.

Η φωτογραφία παρακάτω είναι από το περιοδικό Time. Ελπίζω να φαίνεται αρκετά καθαρά.

Αυτά από εμένα.



1 Ιανουαρίου- Τι είδε η γυναίκα του Λωτ


Χρόνια πολλά σε όλους και καλή χρονιά!

Ενώ πατάω πλήκτρα και εμφανίζονται αυτές οι γραμμές στην οθόνη του υπολογιστή μου, έξω μαίνεται κάτι που μοιάζει με χιονοθύελλα. Υποθέτω ότι τώρα που διαβάζετε την Epirus Pressι έχετε ήδη κάνει απολογισμό της χρονιάς που μας πέρασε και ανασκουμπώνεστε για να θέσετε νέους στόχους.

Κάνοντας κι εγώ μια μικρή ανασκόπηση θα αναφερθώ επιγραμματικά σε ορισμένους τίτλους οι οποίοι αξίζουν να τοποθετηθούν ψηλά στις λίστες με τις μελλοντικές σας αγορές. Αν ψάχνετε, δε, περισσότερα στοιχεία μπορείτε να απευθυνθείτε και στο ιστολόγιο της στήλης, στο http://giannis-pliotas.blogspot.com/.

Ας ξεκινήσουμε.

«Τι είδε η γυναίκα του Λωτ» Ιωάννα Μπουραζοπούλου, εκδ. Καστανιώτης

Αυτό δεν το έχω διαβάσει προσωπικά, αλλά άκουσα πολύ καλά λόγια από ανθρώπους που εμπιστεύομαι με κλειστά μάτια. Μοιάζει λίγο με αλληγορικό παραμύθι και σύμφωνα με την υπόθεση σαράντα αιώνες μετά τη βιβλική καταστροφή στα Σόδομα και τα Γόμορρα, η ίδια εκείνη γη στις όχθες της Νεκράς Θάλασσας ανοίγει και ένα μυστηριώδες βιολετί αλάτι αναβλύζει. Η εμφάνισή του αλλάζει τη γεωγραφία τριών ηπείρων και μονοπωλεί το ενδιαφέρον της αγοράς.

«Σκοτώστε τον Ρόμελ» Στίβεν Στίβεν Πρέσσφιλντ, εκδ. Πατάκης

Δεν χρειάζονται ιδιαίτερες συστάσεις ίσως για τον αξιολογότερο, σύγχρονο συγγραφέα ιστορικών μυθιστορημάτων. Μετά τις «Πύλες της Φωτιάς» και τα υπόλοιπα βιβλία για την αρχαία Ελλάδα, ο Πρέσσφιλντ αλλάζει εποχή, ρίχνει το βάρος στη μυθοπλασία και μεταφέρεται σε μία από τις κρισιμότερες περιόδους του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου. Ίσως η μάχη για τη Βόρειο Αφρική και κατ’ επέκταση για τις πετρελαιοπηγές της Μέσης Ανατολής κριθεί από την αποστολή μίας μικρής περιπόλου. Εξαιρετικό ανάγνωσμα από όλες τις απόψεις.

«Ο Τελευταίος Παλαιολόγος» Γιώργος Λεονάρδος, εκδ. Λιβάνη

Ένα αμιγώς ιστορικό μυθιστόρημα, που περιγράφει την πορεία ενός ρωμιού που ζει στη Βενετία και αποφασίζει να αφήσει την ασφάλεια και τις ανέσεις του προκειμένου να πολεμήσει στην τελευταία πολιορκία της Κωνσταντίνου Πόλης. Κρατικό βραβείο μυθιστορήματος για το 2008 και γλώσσα που θα αγαπήσουν οι απαιτητικοί αναγνώστες.

«Ερημιά στο βλέμμα τους» Κώστας Λογαράς, εκδ. Μεταίχμιο

Όπως έχω ξαναγράψει, ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα τον τελευταίο χρόνο. Ένα οδοιπορικό μέσα στις ψυχές των ανθρώπων και ένας παραλληλισμός των Ελλήνων μεταναστών στην Αμερική, με τους δυστυχισμένους μετανάστες που καταφτάνουν τη σημερινή εποχή στη χώρα μας. Αμάλγαμα ποιητικού λόγου και ντοπιολαλιάς, διανθισμένο από φιλοσοφικές αναζητήσεις και επίκαιρους κοινωνικούς προβληματισμούς.

«Ο Κόσμος της Σοφίας» Γιοστέιν Γκάρντερ, εκδ. Λιβάνη

Δεν πρόκειται για καινούριο βιβλίο, αλλά ακόμα και μετά από σχεδόν δύο δεκαετίες που έχουν περάσει από την πρώτη έκδοσή του, εξακολουθεί να πουλάει και όχι άδικα. Ο «Κόσμος της Σοφίας» είναι ένα μυθιστόρημα με ήρωες δύο διαφορετικές κοπέλες και έναν ανώνυμο επιστολογράφο, αλλά αυτό είναι μόνο μία αφορμή για να καταβυθιστεί ο αναγνώστης με μαγικό τρόπο στην ιστορία της φιλοσοφίας ανά τους αιώνες. Κάπως έτσι θα έπρεπε να είναι τα σχολικά εγχειρίδια σε μία ιδανική πολιτεία.