Δευτέρα 5 Μαΐου 2008

10 Απριλίου- Μαθήματα Φιλοσοφίας σε έξι ώρες και ένα τέταρτο


Δέκα Απριλίου σήμερα και αφού φιλοσόφησα για αρκετή ώρα για το ποιο βιβλίο να παρουσιάσω σήμερα, επέλεξα κάτι μικρό, αλλά περιεκτικό. Δεν είναι κάτι εύκολο και ίσως δεν απευθύνεται στον επιφανειακό αναγνώστη, αλλά έχει ως στόχο να δώσει σε όποιον το διαβάσει αρκετή τροφή για σκέψη. Σήμερα, έχουμε λοιπόν μαζί μας το «Μαθήματα Φιλοσοφίας σε έξι ώρες και ένα τέταρτο», του Βίτολντ Γκόμπροβιτς, που κυκλοφόρησε νομίζω πριν από δύο εβδομάδες από τις εκδόσεις Πατάκη.

Ο Γκομπρόβιτς είναι ένας απ’ τους σημαντικότερους Ευρωπαίους πεζογράφους του 20ου αιώνα, γεννήθηκε το 1904 στην Πολωνία και αυτοεξορίστηκε με την έναρξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου στην Αργεντινή. Στο καθαρά λογοτεχνικό του έργο ανήκουν, μεταξύ άλλων, τα μυθιστορήματα «Φερντυντούρκε», «Πορνογραφία», «Κόσμος», «Υπερατλαντικός», τα θεατρικά «Ο γάμος», «Υβόννη – Πριγκίπισσα της Βουργουνδίας» και «Οπερέττα». Ήταν υποψήφιος για Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1968, ενώ πέθανε ένα χρόνο αργότερα στη Γαλλία, όπου ζούσε από το 1963. Περισσότερα για το βιβλίο θα αντιγράψω από το οπισθόφυλλο, για να σχηματίσετε καλύτερη εικόνα και εσείς.

«Η φιλοσοφία είναι ενέργημα ύπαρξης». Σε αυτήν τη φράση, μία από τις τελευταίες των «Μαθημάτων φιλοσοφίας σε έξι ώρες και ένα τέταρτο», συνοψίζει ο Βίτολντ Γκομπρόβιτς την προσωπική του ματιά επάνω στη φιλοσοφία. Θέτοντας το στόχο της βιωμένης φιλοσοφίας, που δεν μπορεί παρά να είναι «ερωτική», όπως σημειώνει στο Ημερολόγιό του, ο Γκομπρόβιτς εκθέτει τις παρατηρήσεις του με τρόπο απλό, εμπλουτισμένο με χιούμορ και ειρωνεία, χρησιμοποιώντας παραδείγματα που καθιστούν τα συστήματα σκέψης προσιτά στον αναγνώστη. Έτσι επιτυγχάνει «μία προσωπική ανακατασκευή των θεωριών των σύγχρονων στοχαστών που αναζωογόνησαν, κατά τη γνώμη του, τη φιλοσοφία του 20ού αιώνα», όπως παρατηρεί στον πρόλογο του βιβλίου ο Φραντσέσκο Καταλούτσιο, με «τον τόνο μιας ανακεφαλαίωσης της σκέψης των άλλων και της δικής του ή, καλύτερα: της ίδιας του της σκέψης μέσα από τη σκέψη των άλλων». Σχεδιάζοντας το «γενεαλογικό δέντρο» του υπαρξισμού, κορμός του οποίου είναι ο Κίρκεγκορ, ο συγγραφέας μάς ξεναγεί στη σκέψη του Ντεκάρτ, του Καντ, του Χέγκελ, του Σοπενχάουερ, του Νίτσε, του Χάιντεγκερ, του Σαρτρ και του Μαρξ, στον οποίο είναι αφιερωμένο το τελευταίο τέταρτο των Μαθημάτων του.

Η μετάφραση έγινε απ’ την Κατερίνα Σχινά, αποτελείται από 176 σελίδες και θα το βρείτε σε όλα τα βιβλιοπωλεία έναντι δέκα ευρώ. Δεν είναι άσχημη λύση, αλλά όπως σας είπα μην περιμένετε να είναι κάτι που θα διαβάσετε για να περάσει η ώρα σας ή το βράδυ πριν κοιμηθείτε. Το «Μαθήματα Φιλοσοφίας σε έξι ώρες και ένα τέταρτο» θα απαιτήσει λίγο παραπάνω απ’ την προσοχή σας, αλλά για αυτό θα φροντίσει να σας αποζημιώσει.

3 Απριλίου- Το Βασίλειο της Αράχνης


Σκέφτηκα αρκετά πριν κάνω τη σημερινή παρουσίαση και μέτρησε ότι είμαι σχεδόν ένα χρόνο στην ομάδα της Epirus Press και ότι αισθάνομαι λίγο σαν στο σπίτι μου εδώ. Παίρνω λοιπόν το θάρρος να γράψω για κάτι που ήδη έχω γράψει και ελπίζω να βρει ανταπόκριση στο αναγνωστικό κοινό.

Κυκλοφόρησε αυτή την εβδομάδα το πρώτο μου μυθιστόρημα, με τίτλο «Το Βασίλειο της Αράχνης» και με τη σφραγίδα των εκδόσεων Λιβάνη. Για την ακρίβεια είναι το πρώτο βιβλίο μιας επικής σειράς φαντασίας, η οποία θα ολοκληρωθεί σε τρία ή τέσσερα μέρη. Νομίζω απευθύνεται σε όλες τις ηλικίες και ειδικά σε όσους θέλουν να διαβάσουν μια περιπέτεια, διανθισμένη με ηθικά διλήμματα και συγκρούσεις ισχυρών χαρακτήρων. Τουλάχιστον αυτή ήταν η πρόθεσή μου και μένει σε εσάς να κρίνετε αν τα κατάφερα.

Το Βασίλειο της Αράχνης είναι ένα μεσαιωνικό Βασίλειο χτισμένο πάνω στα απέραντα βουνά της οροσειράς Ντραγκούτ. Οι υπήκοοί του πιστεύουν ότι στους πρόποδες των βουνών υπάρχει το χείλος του κόσμου και ότι η Τάξη διοικεί όλα τα ορατά και αόρατα. Το έτος 1064 μία σφοδρή και αναπάντεχη εισβολή από τους λαούς των πεδιάδων, αναγκάζει το Βασίλειο να εμπλακεί σε έναν πολυετή και επώδυνο πόλεμο. Μάχες χάνονται και τόποι ερημώνουν. Την ίδια ώρα που ένας ταπεινός αγγελιοφόρος στέλνεται να μεταφέρει μία περγαμηνή ανυπολόγιστης σημασίας στον πολιορκούμενο Ανατολικό Πύργο, ένα ατελείωτο κουβάρι συνωμοσιών αρχίζει να εξυφαίνεται γύρω του. Θα συναντήσει προαιώνιους φύλακες των δασών, επικίνδυνες παρουσίες θα απειλήσουν τη ζωή του, δυσερμήνευτοι σύμμαχοι θα προσπαθήσουν να τον πάρουν με το μέρος τους, θα τραβηχτεί στη δίνη σφοδρών μαχών και τελικά θα μπλεχτεί στο κουβάρι του αινίγματος της αγάπης.

Ο υπότιτλος του πρώτου βιβλίου της σειράς είναι «Η Περγαμηνή με τους Τέσσερις Απόκρυφους Αποδέκτες» και μπορείτε να μάθετε περισσότερα στην ιστοσελίδα των εκδόσεων Λιβάνη (www.livanis.gr) ή εναλλακτικά στο ιστολόγιο του βιβλίου (http://kingdomofarachnida.blogspot.com/). Ο δεύτερος τόμος αναμένεται να κυκλοφορήσει πριν το Πάσχα και θα έχει υπότιτλο «Περπατώντας στα Σκαλοπάτια των Νεκρών».

Σε αυτό το βιβλίο με έφερε μία μακριά πορεία, την οποία δεν θα μπορούσα να ολοκληρώσω αν δεν είχα τη συγκινητική στήριξη της οικογένειάς μου. Μεγάλη ήταν η βοήθεια του Γιάννη και της Αλκυόνης Παπανικολάου και του κυρίου Γιάννη Κωστούλα. Πέρα από αυτούς θα ήθελα να ευχαριστήσω την επιμελήτριά μου, Ανθή Ροδοπούλου, το Γιώργο Δημητρίου που ζωγράφισε το πανέμορφο εξώφυλλο και φυσικά την εκδότριά μου, την κυρία Γιώτα Λιβάνη για την εμπιστοσύνη που μου έδειξε. Το βιβλίο αποτελείται από 240 σελίδες και θα το βρείτε σε όλα τα βιβλιοπωλεία.

27 Μαρτίου- Τα Λιοντάρια της Βαγδάτης


Το πρόγραμμα για σήμερα έχει βόλτα στα βιβλιοπωλεία για να πάρουμε μία γεύση από όσα θα διεκδικήσουν θέση στα ράφια μας στο αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα.

Πρώτα απ’ όλα σε κάτι από αγαπημένο συγγραφέα. Μόλις εκδόθηκε από τον Καστανιώτη το «Μόνολογκ» του Λένου Χρηστίδη. Ο Χρηστίδης απευθύνεται αυστηρά σε όσους δεν έχουν πρόβλημα να διαβάσουν σε ένα βιβλίο την παρακάτω φράση: «Κοίταξα τα μάτια της. Είχε υπέροχο κώλο.» Ανατρεπτικός και πάντα με αναρχική αίσθηση του χιούμορ χρησιμοποιεί στις ιστορίες του στερεότυπους χαρακτήρες όπως ο στρυφνός περιπτεράς, ο αποφθεγματολόγος ταξιτζής και η τηλεορασόπληκτη νοικοκυρά. Αν σας αρέσει το «Μόνολογκ» τότε αξίζει να αναζητήσετε το «Λοστρέ», το «Bororo» και το «Ο τυχερός αριθμός του δόκτορος Μπου και άλλα καλοκαιρινά παραμύθια.»

Καλή πρόταση και έξω απ’ τα συνηθισμένα είναι τα «Λιοντάρια της Βαγδάτης» των Brian Vaughan και Niko Henrickon, που κυκλοφόρησε απ’ τις εκδόσεις Ανούβης. Την άνοιξη του 2003, μια αγέλη λιονταριών απέδρασε από το Ζωολογικό Κήπο της Βαγδάτης κατά τη διάρκεια των αμερικανικών βομβαρδισμών. Σαστισμένα, πεινασμένα μα επιτέλους ελεύθερα, τα τέσσερα λιοντάρια αρχίζουν να περιπλανιούνται στους ερειπωμένους δρόμους προσπαθώντας απεγνωσμένα να επιβιώσουν. Καταγράφοντας το ταξίδι των υπερήφανων πλασμάτων σ’ ένα τόπο ξένο και αφιλόξενο, το εικονογραφημένο αυτό έργο αποτελεί μια αλληγορία για τη ζωή και την ελευθερία, την τιμή και το καθήκον.

Και τέλος στο νέο βιβλίο από τη Σώτη Τριανταφύλλου η οποία επανέρχεται μετά τα «Κινέζικα Κουτιά», που πούλησαν αρκετά, αλλά απέσπασαν ανάμεικτες κριτικές από ειδικούς και το κοινό. Από τον Πατάκη, λοιπόν, κυκλοφορεί το «Λίγο από το αίμα σου», έχει 400 σελίδες και την κάπως τσιμπημένη τιμή των 21 ευρώ. Στην κλασική γραμμή της συγγραφέως και όπως πάντα δράση-ήρωες, όλα τοποθετημένα στο εξωτερικό. Σας παραθέτω και ένα απόσπασμα για να πάρετε γεύση: «Με τον Ιερώνυμο ντε Μπιουτ αποχαιρετηθήκαμε με την ίδια αλλόκοτη χειρονομία -το πιάσιμο του αγκώνα- προτού βρω την ευκαιρία να ρωτήσω για τη Λύντια κάτι περισσότερο από ένα βιαστικό «Τι κάνει η Λύντια;» και «Μένει ακόμα στο Λονδίνο;» και να πάρω μονολεκτικές απαντήσεις: «Καλά» και «Ναι». Και χωρίσαμε προτού αποφασίσω αν ήθελα να τον ξαναδώ, ή να ζητήσω τουλάχιστον τον αριθμό του τηλεφώνου του· προτού μαντέψω αν ήθελε να ξαναϊδωθούμε εκείνος.
Δεν πήγα στο Πάρκο· άλλωστε, είχε αρχίσει να ψιλοβρέχει. Αγγλικό καλοκαίρι: αρχίζει στο τέλος Ιουλίου, τελειώνει στην αρχή Αυγούστου. Στράφηκα προς τα βόρεια και περπάτησα με γρήγορο βήμα μέχρι το σπίτι· όταν έκλεισα πίσω μου την πόρτα, δεν ήξερα αν η ταχυκαρδία οφειλόταν στο περπάτημα ή στην αναστάτωση που μου είχε προκαλέσει η συνάντηση με τον Ιερώνυμο.»

Τετάρτη 9 Απριλίου 2008

20 Μαρτίου- Μπρίντα


Μία από τις πρώτες παρουσιάσεις που είχα κάνει ήταν η «Μάγισσα του Πορτομπέλο», ένα βιβλίο που είχε υποστηριχθεί πολύ από το ιστολόγιο του συγγραφέα του, ο οποίο στο παρελθόν έχει δοκιμάσει διάφορες μεθόδους προώθησης των έργων του, όπως για παράδειγμα να «διαρρεύσει» ηλεκτρονικά αντίτυπα των βιβλίων του στο διαδίκτυο. Ενώ λοιπόν οι Μάγισσες εξακολουθούν να παραμένουν στις ψηλότερες θέσεις με τα ξενόγλωσσα ευπώλητα στη χώρα μας, ο εκδοτικός οίκος Λιβάνη ετοιμάζεται να εκδώσει ένα ακόμα βιβλίο του ίδιου συγγραφέα, το «Μπρίντα». Δεν πρόκειται για καινούριο βιβλίο του, αλλά ένα μυθιστόρημα, που είχε εκδοθεί στη Βραζιλία το 1990 και μεταφράστηκε τώρα για πρώτη φορά στη χώρα μας. Για όσους δεν το έχουν μαντέψει ακόμα, μιλάω για τον Paolo Coelho, που έχει γράψει μεταξύ άλλων τον «Αλχημιστή», το «Πέμπτο Βουνό», τα «Έντεκα Λεπτά», το «Στις όχθες του ποταμού Πιέδρα κάθισα κι έκλαψα», το «Ο διάβολος κι η δεσποινίδα Πριμ», το «Η Βερόνικα αποφασίζει να πεθάνει» και το «Ημερολόγιο ενός Μάγου».

Ο Paolo Coelho γεννήθηκε το 1947 στο Ρίο Ντε Τζανέιρο και η ζωή του μοιάζει πολυτάραχη και περιπετειώδης σαν των πρωταγωνιστών των βιβλίων του. Έκανε σπουδές σε διάφορα πεδία, ταξίδεψε, φυλακίστηκε, έκανε καριέρα στη μουσική, περπάτησε τα πεντακόσια μίλια του δρόμου των προσκυνητών στη Βορειοδυτική Ισπανία και τελικά στα 38 του χρόνια συστήθηκε στο αναγνωστικό κοινό ως συγγραφέας. Έκτοτε τα βιβλία του έχουν πουλήσει πάνω από 100.000.000 αντίτυπα σε όλο τον κόσμο και έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από 150 γλώσσες. Γενικότερα έχει δεχτεί επιθέσεις για την απλότητα των βιβλίων του και για τις συχνές μυστικιστικές αναφορές του σε πνευματικές οδούς που θεωρούνται ότι αποκλίνουν από τις επίσημες θέσεις της Καθολικής Εκκλησίας.

Πάντως η «Μπρίντα» έχει πάρει σχετικά καλές κριτικές στο amazon.com και σίγουρα δεν θα απογοητεύει τους πιστούς οπαδούς του συγγραφέα. Η κυκλοφορία του βιβλία έχει προγραμματιστεί για τις 31 Μαρτίου και αν θα πρέπει σε μία παράγραφο να συμπυκνώσω τη φιλοσοφία του, θα το κάνω χρησιμοποιώντας τα λόγια του ίδιου του συγγραφέα: «Ένα κείμενο αγνώστου συγγραφέα λέει ότι καθένας μας μπορεί να υιοθετήσει δύο στάσεις στη ζωή του: να Χτίζει ή να Φυτεύει. Οι χτίστες μπορεί να χρειαστούν χρόνια για το έργο τους, μια μέρα όμως τελειώνουν αυτό που έκαναν και περιορίζονται από τους ίδιους τους τοίχους τους. Όταν ολοκληρώνεται το χτίσιμο, η ζωή χάνει το νόημά της. Εκείνοι που φυτεύουν μπορεί να υποφέρουν από τις καταιγίδες και σπάνια ξεκουράζονται. Ένας κήπος όμως δε σταματά ποτέ να αναπτύσσεται και παρόλο που απαιτεί την προσοχή του κηπουρού, του δίνει παράλληλα και τη δυνατότητα να ζήσει τη ζωή του σαν μια μεγάλη περιπέτεια. Στην ιστορία του κάθε φυτού βρίσκεται η ανάπτυξη όλης της γης.»

13 Μαρτίου- μ.Χ.


Έχουμε φτάσει στη μέση του Μαρτίου, όπως θα διαβάσετε και στην καρέκλα του σκηνοθέτη το καρναβάλι ξεφούσκωσε και οι εκδοτικοί οίκοι ετοιμάζονται να κονταροχτυπηθούν με φόντο τις διακοπές του Πάσχα. Ο καθένας ξεχωριστά ευελπιστεί να επαναλάβει την επιτυχία του «Εξάντα», που άλωσε την κορυφή των λιστών των ευπώλητων με το μυθιστόρημα «μ.Χ.» του Βασίλη Αλεξάκη- σίγουρα κάπου θα έχει πάρει το μάτι σας το λιτό, ολόλευκο εξώφυλλο. Το «μ.Χ» κυκλοφόρησε στα τέλη του περασμένου Νοεμβρίου, μέσα σε ένα μήνα κατάφερε να ξεπεράσει τα 15.000 αντίτυπα και θα δοκιμάσω να σας το παρουσιάσω όσο αντικειμενικότερα γίνεται, μιας και το περιεχόμενό του έχει χαρακτηριστεί αμφιλεγόμενο.

Ο Βασίλης Αλεξάκης είναι έμπειρος και σημαντικός συγγραφέας, με σπουδαία πορεία και πολλές διακρίσεις, ενώ για το «μ.Χ.» του απονεμήθηκε το Μεγάλο Βραβείο Μυθιστορήματος της γαλλικής Ακαδημίας. Η χρήση του αρκτικόλεξου «μ.Χ», δηλαδή «μετά Χριστόν» προέρχεται από τη δυτική Ευρώπη του 8ου αιώνα και είναι αντίστοιχο του λατινικού A.D-Anno Domini. Όπως καταλαβαίνετε, το βιβλίο έχει άμεση σχέση με τη θρησκεία και ειδικότερα το χριστιανισμό.

Σύμφωνα με την πλοκή, ένας εικοσιτετράχρονος φοιτητής από την Τήνο, που ασχολείται με τους προσωκρατικούς φιλοσόφους, αναλαμβάνει να εξερευνήσει, με τη βοήθεια ενός καθηγητή, φίλων και υπαλλήλων του κέντρου αρχαιολογικών ερευνών, το ρόλο του Αγίου Όρους στην ελληνική Ιστορία και τη θέση που κατέχει στη γνωστή διαμάχη «Χριστιανισμός– Αρχαία Ελλάδα». Την εργασία αυτή του την ανέθεσε η μοναχική, γηραία σπιτονοικοκυρά του, με την οποία έχουν γίνει φίλοι και της κάνει παρέα διαβάζοντάς της μυθιστορήματα. Αυτή είναι η αφορμή για να ξεκινήσει ένα ταξίδι στα βάθη της Ιστορίας, εκεί όπου πραγματικά εκτυλίσσεται η υπόθεση.

Μέσα από τις σελίδες του μυθιστορήματος, ο Αλεξάκης καταγράφει την καταστροφική, σύμφωνα μ’ αυτόν, επιρροή των αγιορειτών μοναχών στα μνημεία και, συνεκδοχικά, στη μνήμη που μας έρχεται από τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό. Με αμέτρητες αναφορές στο ρόλο του Βυζαντίου, ως σκοταδιστικής και δογματικής παρένθεσης της Ιστορίας, ο συγγραφέας προβαίνει σε μια αντιπαράθεση στοιχείων, για να καταλήξει στο συμπέρασμα πως η βυζαντινή περίοδος της ιστορίας συνιστά την αποκοπή οποιασδήποτε γέφυρας που συνδέει τη σημερινή Ελλάδα με το βαθύ της παρελθόν.

Γενικά το «μ.Χ.» φαίνεται ότι είναι αποτέλεσμα μίας εις βάθος έρευνας του συγγραφέα, θα το χαρακτήριζα ασφαλώς μετριοπαθές, έχει δεχτεί πολλά εγκώμια, αλλά και επικρίσεις. Έτσι κι αλλιώς αν οι απόψεις που εκφράζει ο συγγραφέας ήταν εμπαθείς ή διαποτισμένες με φανατισμό σίγουρα θα είχαν παρελάσει απ’ τις οθόνες μας πυρές με τα βιβλία του. Μάλλον μένει σε εσάς να το διαβάσετε για να κρίνετε, αλλά σίγουρα να μην κάνετε το δεύτερο χωρίς το πρώτο. Θα το βρείτε σε όλα τα βιβλιοπωλεία έναντι 16 ευρώ.

Πέμπτη 13 Μαρτίου 2008

6 Μαρτίου- Ευμενίδες

Μπήκε πλέον ο Μάρτιος, σε λίγο αρχίζουν οι ζέστες, το καρναβάλι κορυφώνεται το σαββατοκύριακο, το FYROM δεν βλέπω να ονομάζεται τελικά Δημοκρατική Δημοκρατία της Δημοκρατίας, κάτι σεισμούς προβλέπει το ΒΑΝ και ο Τσίπρας συνεχίζει να ανεβαίνει στις δημοσκοπήσεις φορώντας σε κάθε δημόσια εμφάνισή του τη στολή του Δαπίτη. Clean cut, καρό πουκάμισο, τζιν κλπ

Ας αφήσω, όμως την επικαιρότητα στην άκρη, για να ασχοληθώ με ένα μυθιστόρημα που προβλήθηκε αρκετά τον τελευταίο χρόνο και σίγουρα το έχετε δει να φιγουράρει σε βιτρίνες και ράφια. Πρόκειται για τις πολυσυζητημένες «Ευμενίδες» του σαραντάχρονου Γαλλο-Αμερικάνου συγγραφέα Jonathan Littell, που κυκλοφόρησε στα τέλη του 2007 στη χώρα μας από τις εκδόσεις Λιβάνη. Οι «Ευμενίδες» («Les Bienveillantes» ο πρωτότυπος τίτλος) είναι το πρώτο βιβλίο που έγραψε ο Littell στα γαλλικά, το 2006 απέσπασε όχι μόνο δύο σπουδαία λογοτεχνικά βραβεία, αλλά και καλές κριτικές, ενώ στις έξι πρώτες εβδομάδες κυκλοφορίας του στη Γαλλία, σημείωσε πωλήσεις της τάξης των 280.000 αντιτύπων. Όλα τα παραπάνω κίνησαν το ενδιαφέρον των ελληνικών εκδοτικών οίκων και μετά από έναν άτυπο πλειστηριασμό, φημολογείται ότι ο Λιβάνης απέκτησε τα δικαιώματα μετάφρασης πληρώνοντας το αστρονομικό για τα δεδομένα πόσο των 50.000 ευρώ.

Περί τίνος, όμως πρόκειται και γιατί ονομάζεται «Ευμενίδες»; Οι Ευμενίδες ήταν το τρίτο και τελευταίο μέρος της «Ορέστειας» του Αισχύλου και είναι οι Ερινύες οι οποίες πείθονται να υποχωρήσουν και να γίνουν σεμνές θεές, πνεύματα συγχώρεσης και ευμένειας. Το μυθιστόρημα τώρα του Littell, είναι σκιαγραφημένο με ιστορική πένα και αποτελεί μια ματιά εκ των έσω στο καθεστώς που κυβέρνησε τη Γερμανία κατά τη διάρκεια του Β’ Π.Π. Ο κεντρικός χαρακτήρας ο δόκτωρ Μαξιμίλιαν Άουε, είναι ένα καλλιεργημένο, δίγλωσσο, διανοούμενο τέρας, που προσπαθεί να κάνει τον αναγνώστη να κατανοήσει τις αποτρόπαιες πράξεις του. Μέσα από τη δίνη ιστορικών συμβάντων που συντάραξαν την ανθρωπότητα αναδύονται οι μοναχικές, μελαγχολικές σκέψεις ως προς την ενοχή αλλά και το προαποφασισμένο των γεγονότων της ζωής του ίδιου του Μαξιμίλιαν, εγκληματία των SS. Πλήθος αναφορών σε μυθολογία, μουσική και λογοτεχνία και με βασικό ερώτημα το πόσα γνωρίζει η κοινωνία και πόσα επιθυμεί να μάθει για τις φρικαλεότητες της ιδεολογίας των ναζί.

Το βιβλίο του Littell δεν μπορεί να χαρακτηριστεί εύκολο ή εμπορικό και ούτε είναι κάτι που θα διαβάσετε μέσα σε ένα σαββατοκύριακο. Το αντίθετο μάλιστα. Αποτελείται ούτε λίγο, ούτε πολύ από 980 πυκνογραμμένες σελίδες, τον άθλο της μετάφρασης ανέλαβε ο Άγγελος Φιλιππάτος και θα το βρείτε στο κοντινότερο βιβλιοπωλείο σας έναντι είκοσι τριών ευρώ.

28 Φεβρουαρίου- Δράκουλας

Στη σημερινή στήλη αποφάσισα να φιλοξενήσω μία παρουσίαση που έγραψε η καλή μου φίλη Ευθυμία Δεσποτάκη, η οποία αν θυμάστε είναι η συγγραφέας της συλλογής διηγημάτων «Μέσα απ’ το Γυαλί», βιβλίο που είχα παρουσιάσει παλιότερα. Η Ευθυμία διατηρεί ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον ιστολόγιο στη διεύθυνση http://www.readingthebookofdeeds. blogspot.com/, το οποίο έχει τον πολύ πετυχημένο τίτλο «Διαβάζοντας το Βιβλίο των Συμβάντων» και στο οποίο συχνά-πυκνά γράφει μερικά λόγια για βιβλία και ταινίες που της άρεσαν.
Την ευχαριστώ και με χέρια που τρέμουν, ανοίγουμε την αυλαία με δέος για να εμφανιστεί μπροστά σας μία μορφή γνώριμη και συνάμα τρομακτική: «Είναι κάποια βιβλία που όλοι μιλούν γι' αυτά αλλά σπάνια κάποιος τα διαβάζει. Βιβλία που έχουν γίνει πια σύμβολα στον καθημερινό λόγο, όπως ο Τάρας Μπούλμπα, ο Συρανό Ντε Μπερζεράκ, η Κυρία με τις Καμέλιες. Ή η Κόλαση του Δάντη. Ή ο Φρανκενστάιν. Ένα τέτοιο βιβλίο είναι και ο Δράκουλας του Μπραμ Στόκερ, (εκδόσεις Στοχαστής) τουλάχιστον για μένα. Ενώ η λογοτεχνία τρόμου και το φανταστικό είναι οι μεγάλες μου αδυναμίες, το χεράκι δεν πήγαινε στο βιβλίο που περίμενε υπομονετικά στο ράφι τόσον καιρό. Προχτές με τα χιόνια, λοιπόν, και με την ευκαιρία που είχα συντροφιά, έκατσα και το διάβασα φωναχτά στη συντροφιά μου.
Κι ύστερα το μεσημέρι της Δευτέρας είδαμε και την ταινία. Δεν υπάρχουν σχόλια για να κάνει κανείς. Το βιβλίο είναι πραγματικά αρχετυπικό, είναι κάτι που απετέλεσε πρότυπο για τα επόμενα. Η αδυναμία του ήταν μόνο η ηλικία του: Όλοι οι βικτωριανοί του ήρωες ανταλλάσσουν συνεχώς όρκους αιώνιας φιλίας, οι άντρες είναι γενναίοι κι οι γυναίκες χλωμές και αγνές. Ούτε και για την ταινία μπορώ να πω πολλά. Για μένα είναι η ωραιότερη ερωτική ταινία αν όχι όλων των εποχών, τότε των τελευταίων πολλών χρόνων. Από τον Γκάρυ Όλντμαν και τον Άντονυ Χόπκινς μέχρι την σκηνοθεσία και το ελαφρώς πειραγμένο σενάριο όλη η ταινία αποπνέει μια απίστευτη μαγεία. Χαρακτηριστικά την είχα δει για πρώτη φορά το 1992, στο σινεμά, όπου είχα πάει μόνη μου (και για όσους δεν ξέρουν να υπολογίζουν έτη, ήμουν στην Τρίτη Λυκείου κι ετοιμαζόμουν για τις Πανελλήνιες.) Από τότε ακόμη το Bram Stoker's Dracula ασκεί επάνω μου μια υπνωτιστική εξουσία, δε μπορώ ποτέ να αρνηθώ να τη δω. Και μιας και πήρα στη σειρά τα Βαμπίρ, το επόμενο βιβλίο που θα διαβάσω θα είναι ο Δράκουλας Λυόμενος του Μπράιαν Άλντις. Έτσι για να μην φύγω από το κλίμα.»

Παρασκευή 22 Φεβρουαρίου 2008

14 Φεβρουαρίου- Νορβηγικό Δάσος

Μέσα Φεβρουαρίου, σιγά-σιγά τελειώνουν οι εξεταστικές των φοιτητών, πλησιάζει το Πάσχα και οι εκδοτικοί οίκοι ετοιμάζονται για τα νέα βιβλία, που θα παραδώσουν στο κοινό. Κάπου μαζί με τα υπόλοιπα ετοιμάζεται και ένα δικό μου, στο οποίο θα αναφερθώ κάποια στιγμή στο κοντινό μέλλον, όταν θα έχω περάσει από τη θέση του κριτή σε αυτή του κρινόμενου.

Πριν τη σημερινή παρουσίαση να αναφέρω πως το βιβλίο που φιλοξενούσαν εδώ δίπλα μου, οι φίλοι του Βιβλίου την προηγούμενη εβδομάδα, είναι όντως πολύ καλό και το έχω κατατάξει ως ένα από τα αγαπημένα μου. Να θυμίσω, λοιπόν ότι ήταν «Το πιο λευκό λουλούδι» του Μπρένταν Γκράχαμ, σε μετάφραση της Πόλυ Μοσχοπούλου και έχει κυκλοφορήσει απ’ τις εκδόσεις Ωκεανίδα, που ειδικεύονται στην κοινωνική λογοτεχνία και διαθέτουν μία αξιολογότατη γκάμα αντίστοιχων τίτλων.

Αυτή την εβδομάδα θα προτείνω το «Νορβηγικό Δάσος» του ταλαντούχου Χαρούκι Μουρακάμι. Πιθανότατα θα το έχετε ακούσει μιας και κυκλοφόρησε αρκετά από στόμα σε στόμα, έχει ήδη πετύχει καλές πωλήσεις και στη χώρα μας (ξεπέρασε την ενδέκατη χιλιάδα), ενώ όσοι το διάβασαν είχαν να πουν μόνο καλά λόγια. Το «Νορβηγικό Δάσος» δεν έχει φυσικά καμία σχέση με την Σκανδιναβία, δεν απευθύνεται σε μικρές ηλικίες ή ανώριμους αναγνώστες και διαπραγματεύεται ευαίσθητα ζητήματα που ξεκινούν απ’ τις διαπροσωπικές σχέσεις και καταλήγουν στη σεξουαλική απελευθέρωση και τη διατήρηση της ψυχικής ισορροπίας. Στις περίπου πεντακόσιες σελίδες του, θα ανακαλύψετε αναπάντεχα πολλές ομοιότητες ανάμεσα στη σύγχρονη Ελλάδα και την Ιαπωνία του ’70. Διατήρησα μερικές ενστάσεις για το πόσο σοφός παρουσιάζεται ο κεντρικός χαρακτήρας και από κάποιο σημείο και μετά βρήκα λίγο κουραστική την επικέντρωση στο θέμα του σεξ, αλλά αναμφίβολα πρόκειται για ένα πάρα πολύ καλό βιβλίο.

Και λίγα λόγια απ’ το οπισθόφυλλο για να δείτε πως αυτοπαρουσιάζεται: «Όταν ακούει το Norwegian Wood των Beatles, ο Tόρου Bατανάμπε θυμάται την πρώτη του αγάπη, τη Nαόκο, το κορίτσι του καλύτερού του φίλου. Ήταν το αγαπημένο της. Αμέσως μεταφέρεται σχεδόν είκοσι χρόνια πίσω, στην εποχή που ήταν φοιτητής στο Tόκιο, χαμένος σε έναν κόσμο πάθους, περιστασιακού σεξ, απώλειας, επιθυμιών και ταραγμένων σχέσεων, στην εποχή που εισέβαλε στη ζωή του μια αυθόρμητη κοπέλα, η Mιντόρι, κι αυτός έπρεπε να διαλέξει ανάμεσα στο μέλλον και στο παρελθόν.

O Xαρούκι Mουρακάμι, ένας από τους μεγαλύτερους σύγχρονους μυθιστοριογράφους, συγγραφέας του αριστουργηματικού Κουρδιστού πουλιού, καταπιάνεται κι εδώ, με το δικό του, μοναδικό τρόπο, με υπαρξιακά ζητήματα με τις ανθρώπινες προσδοκίες και με τον έρωτα, που είναι υπέροχος ακόμα κι όταν είναι άπιαστος.»

Τέλος μην ξεχνάτε ότι για επικοινωνία με τη στήλη και για να αναζητήσετε παλιότερα θέματα μπορείτε να επισκεφτείτε το http://giannis-pliotas.blogspot.com/.

7 Φεβρουαρίου- Σπίτι δίπλα στο ποτάμι

Δύο εξαιρετικά άρθρα για όσους ασχολούνται με τη συγγραφή, αλλά και για όσους είναι συστηματικοί αναγνώστες. Για το πρώτο σας παραπέμπω στην ηλεκτρονική έκδοση του Βήματος της Κυριακής και συγκεκριμένα στο: http://tovima.dolnet.gr/print_article.php?e=B&f=15272&m=S01&aa=1

Αναφέρονται τα δέκα βιβλία Ελλήνων συγγραφέων, που πούλησαν τα περισσότερα αντίτυπα τη χρονιά που μας πέρασε. Στην πρώτη θέση είναι η Λένα Μαντά με το «Σπίτι δίπλα στο ποτάμι», που κυκλοφόρησε απ’ τις εκδόσεις «Ψυχογιός» και έφτασε τα 89.000 (!) βιβλία.

Το δεύτερο είναι μία από τις πιο γνωστές ιστορίες στα εκδοτικά της Αγγλίας. Το άρθρο επιμελήθηκε η Νάταλι Χατζηαντωνίου, δημοσιεύθηκε στην Ελευθεροτυπία στις 20 του περασμένου Ιουλίου και μπορείτε να το διαβάσετε ολόκληρο στο: http://www.enet.gr/online/online_text/c=113,dt=20.07.2007,id=83442532

«Τα μυθιστορήματά της Τζέιν Όστεν παρότι έχουν πουλήσει εκατομμύρια αντίτυπα σ' όλο τον κόσμο, σήμερα δεν θα έβρισκαν εκδότη. Το διαβεβαιώνει ο Ντέιβιντ Λάσμαν, διευθυντής του Φεστιβάλ «Τζέιν Οστεν», αφού πρώτα έκανε ένα πείραμα: Δακτυλογράφησε και έστειλε σε εκδοτικούς οίκους, αποσπάσματα από το «Αβαείο του Νορθάνγκερ», μετονομάζοντας το μυθιστόρημα σε «Σούζαν» και αναβαπτίζοντας την κεντρική ηρωίδα από Κάθριν Μόρλαντ σε Σούζαν Μάλντορν. Οι απορριπτικές απαντήσεις έφτασαν βροχή και πρώτα πρώτα από τον οίκο «Μπλούμσμπερι» του «Χάρι Πότερ», που επισήμαινε ότι «παρ' ότι διαβάσαμε τη δουλειά σας με ενδιαφέρον, δεν ταιριάζει στον κατάλογό μας». Απτόητος ο Λάσμαν πέρασε στο επόμενο στάδιο, επιλέγοντας αυτή τη φορά ένα γνωστότερο μυθιστόρημα της Οστεν, την «Πειθώ». Αυτή τη φορά απάντησαν οι ατζέντηδες της Τζ. Ρόουλινγκ, πληροφορώντας τον ότι δεν είναι «καθόλου σίγουροι» ότι θα μπορέσουν να προωθήσουν το βιβλίο του! Ο Λάσμαν μπορούσε πλέον να γίνει θρασύς. Επέλεξε το «Περηφάνια και προκατάληψη», παράλλαξε ελάχιστα τα ονόματα των ηρώων και το έστειλε με τον τίτλο «Πρώτες εντυπώσεις». Φρόντισε μάλιστα να παραθέσει αυτούσιο τον διάσημο πρόλογο του μυθιστορήματος: «Αποτελεί κοινή πεποίθηση πως, όταν ένας άνδρας είναι ελεύθερος κι έχει σημαντική περιουσία, χρειάζεται και μία σύζυγο». Καμία έκπληξη. Οι απορριπτικές επιστολές έφτιαξαν και πάλι μια μικρή στοίβα στο γραφείο του Λάσμαν. Πάνω πάνω αυτή από τις εκδόσεις «Πένγκουιν»: «Οι "Πρώτες εντυπώσεις" φαίνεται να είναι ένα ενδιαφέρον και πρωτότυπο ανάγνωσμα».
Μόνον ο Αλεξ Μπόουλερ από τον οίκο «Τζόναθαν Κέιπ» αντιλήφθηκε τη λογοκλοπή. Στην απάντησή του έγραφε: «Οι πρώτες εντυπώσεις μου από το βιβλίο σας είναι δυσπιστία, μια ελαφρά ενόχληση και, φυσικά, στιγμές γέλιου. Θα σας συμβούλευα να πάρετε στα χέρια σας το αντίτυπο της «Περηφάνιας και προκατάληψης», που, στοιχηματίζω, βρίσκεται δίπλα στη γραφομηχανή σας και να αποπειραθείτε την επόμενη φορά ο πρόλογός σας να διαφοροποιείται κάπως από αυτόν της Όστεν».

Κυριακή 10 Φεβρουαρίου 2008

31 Ιανουαρίου- Σχέδιο Τρόμου

Το Σάββατο που μας πέρασε έκανα ένα διάλειμμα από το διάβασμα της εξεταστικής και κατηφόρισα στο κέντρο της Πάτρας για να συναντήσω το Γιάννη Αντάμη στο βιβλιοπωλείο Ελευθερουδάκης, όπου και παρουσίαζε το δεύτερο βιβλίο του. Το «Σχέδιο Τρόμου» κυκλοφόρησε απ’ τις εκδόσεις Οξύ και σύμφωνα με το tagline είναι γεμάτο από λεπτό, αλληγορικό χιούμορ. Ο Γιάννης Αντάμης γεννήθηκε το 1975 και ζει και εργάζεται ως δικηγόρος στο Βόλο. Το πρώτο του βιβλίο, με τίτλο «Πριγκιποδουλειές», περιέχει εφτά παραλήθια (sic), απευθύνεται σε μεγάλα παιδιά και κέρδισε το 2007 έπαινο εικονογράφησης από τα ελληνικά βραβεία γραφιστικής.

Και τα δύο βιβλία του Αντάμη κινούνται στο ίδιο ύφος, δηλαδή έναν συνδυασμό κειμένου και εξαιρετικού σχεδίου, που έχει σαν πρώτο στόχο να τραβήξει την προσοχή του αναγνώστη και κατόπιν να τον ευαισθητοποιήσει και να τον κάνει κοινωνό των προβληματισμών που εμπεριέχουν. Όπως μου είπε, στο «Σχέδιο Τρόμου», θέλει να μελετήσει τις αντιδράσεις των ανθρώπων, υπό καθεστώς τρομοκρατίας απ’ όπου κι αν προέρχεται αυτή. Τον ενδιαφέρει να μελετήσει τις εκφάνσεις της σε όλο το εύρος των μορφών στο οποίο μπορεί να διακυμανθεί, δηλαδή από πολιτική, μέχρι συναισθηματική. Όλα αυτά, όμως δοσμένα μέσα σε παραμυθένιο πλαίσιο και με την υπογραφή της άρτιας καλλιτεχνικής πινελιάς που χαρακτηρίζει όλες τις εκδόσεις βιβλίων απ’ το Οξύ. Αξίζει νομίζω να εξερευνήσετε τις σπονδυλωτές ιστορίες και την ιδιότυπη αφήγηση του Γιάννη Αντάμη στις «Πριγκιποδουλειές» και στο «Σχέδιο Τρόμου». Και τα δύο μαζί είναι 176 καλαίσθητες σελίδες, δεν θα ελαφρύνουν το πορτοφόλι σας και σίγουρα θα βρουν μία καλή θέση στη βιβλιοθήκη σας. Τελειώνοντας θα αντιγράψω το οπισθόφυλλο απ’ το «Σχέδιο τρόμου» για να πάρετε μία γεύση από πρώτο χέρι:

Αυτό δεν είναι ένα βιβλίο με ιστορίες τρόμου και μυστηρίου. Μέσα του βρίσκεται κρυμμένο το μυστικό σχέδιο μιας πόλης, που κάποια στιγμή γλίστρησε αθόρυβα έξω από τα όρια του χώρου και του χρόνου. Τα αόριστα τοπωνύμια και οι ημιτελείς χρονολογίες υπάρχουν μόνο για να κρατάνε σαν αόρατες πινέζες τα οκτώ κεφάλαια πάνω στις σελίδες τους. Οι κάτοικοι της πόλης αυτής είναι πρόσωπα φανταστικά, αλλά κανείς τους δεν το ξέρει ακόμα. Χαμένοι σε μια πόλη χωρίς αρχή και τέλος, εγκλωβισμένοι σε έναν πλανήτη χωρίς έξοδο κινδύνου και εξόριστοι σε μια ζωή χωρίς σχέδιο διαφυγής, κάποιοι από αυτούς βλέπουν τα είδωλά τους να χορεύουν πάνω στον καθρέφτη του τρόμου και του παραλογισμού. Το έγκλημα απλώνεται στις γειτονιές και τα προάστια, το σύστημα νιώθει τις γυάλινες δομές του να ραγίζουν, ενώ κάπου βαθιά μέσα στα έγκατα της πόλης και όχι μακριά από τον πυρήνα του πλανήτη, κάποιοι τετράποδοι αλήτες σχεδιάζουν το μοιραίο χτύπημα.

Μια σειρά μαύρων ιστοριών που κάνουν τον αναγνώστη να μειδιά… και να υποψιάζεται ότι ο συγγραφέας εννοεί κάτι παραπάνω από αυτό που λέει!

Κυριακή 27 Ιανουαρίου 2008

24 Ιανουαρίου- Ναυτικός Χάρτης

Ο Arturo Perez Reverte είναι ένας Ισπανός συγγραφέας, που έχει να επιδείξει μία σημαντική πορεία στην μυθιστορηματική, ιστορική λογοτεχνία και είναι εξαιρετικά πολυδιαβασμένος στη χώρα μας, όπως αποδεικνύουν και οι αλλεπάλληλες εκδόσεις που έχουν πετύχει τα έργα του. Αν και το τελευταίο έργο του είναι ο «Ζωγράφος των Μαχών», ένα πολυσύνθετο βιβλίο με διεξοδική ανάλυση χαρακτήρων και εγκεφαλική υπόθεση, θα προτιμήσω για την πρώτη παρουσίαση της χρονιάς κάτι δικό του μεν, με περισσότερη δράση δε. Ένα από τα αντιπροσωπευτικότερα δείγματα της δουλειάς του, λοιπόν είναι ο «Ναυτικός Χάρτης», μία αυθεντική θαλασσινή περιπέτεια, που εκτυλίσσεται (πού αλλού;) στα ανοιχτά της σύγχρονης Ισπανίας. Ο τίτλος είναι προφανώς δηλωτικός για το τι πρόκειται να διαβάσετε.

Πριν ακόμα το ξεφυλλίσω αναρωτήθηκα αν ο συνδυασμός «αναζήτηση θησαυρού- μυστηριώδης χάρτης- Μεσόγειος» μπορεί να είναι συναρπαστικός και ουσιαστικός, αποφεύγοντας τα κλισέ του είδους και ταυτόχρονα την σύγκριση με τα βιβλία του Brown. Ο δεινός αφηγητής Reverte δίνει χωρίς αναστολές την απάντηση ότι μπορεί, αν αναλογιστούμε ότι σε καμία από τις 346 σελίδες δεν γίνεται βαρετός, πουθενά δεν επαναλαμβάνεται και δεν καταφεύγει στην χρήση φτηνών hooks για να διατηρήσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη.

Μπορεί η διάθεσή του να μην είναι τόσο φιλοσοφική όσο στον παρόμοιας ανάπτυξης «Πίνακα της Φλάνδρας» και μπορεί το τέλος να γέρνει λίγο επικίνδυνα προς σενάριο χολυγουντιανής περιπέτειας, αλλά μας αποζημιώνει με την ξεχωριστή ατμόσφαιρα, την προσεγμένη πλοκή και την ακαταμάχητη θαλασσινή μυρωδιά που σπάει τα ρουθούνια του αναγνώστη από την πρώτη κιόλας στιγμή που θα ανοίξει τις σελίδες του βιβλίου. Αν, όμως η θάλασσα δεν είναι το στοιχείο σας, δεν έχετε ονειρευτεί ποτέ ένα μεγάλο ταξίδι με πλοίο και δεν θέλετε να μάθετε αν η ένδειξη των εφτακοσίων μιλιμπάρ στο βαρόμετρο σημαίνει ότι πλησιάζει καταιγίδα, θα μπορούσατε να ζήσετε και χωρίς τον «Ναυτικό Χάρτη».

Για όλους τους υπόλοιπους που θέλουν να μπαρκάρουν υπό τις διαταγές ενός αυστηρού, μα ακριβοδίκαιου καπετάνιου και δεν έχουν ξεχάσει τους «Δαίμονες των Κυμάτων» απ’ τα παιδικά τους χρόνια, η καλαίσθητη έκδοση κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πατάκη το 2002 με προσεγμένη μετάφραση από τον Δημήτρη Δημουλά, που έχει αναλάβει όλα τα τελευταία έργα του συγγραφέα. Μπορείτε να το βρείτε στο κοντινότερο βιβλιοπωλείο σας έναντι 17 ευρώ ή εναλλακτικά να το αναζητήσετε στην Δημοτική Βιβλιοθήκη, όπου θα σας περιμένει σε κάποιο σκονισμένο ράφι, δίπλα από τον «Δάσκαλο της Ξιφασκίας» και υπό την προστασία του γενναίου «Λοχαγού Αλατρίστε».

17 Ιανουαρίου- ΨΥΧ

Επιστροφή σε αγαπημένο συγγραφέα για τη στήλη σήμερα. Ξεσκονίζοντας τα ράφια της δημοτικής βιβλιοθήκης, ανακάλυψα το «ΨΥΧ», ένα μυθιστόρημα του οποίου την ύπαρξη αγνοούσα. Το έχει γράψει ο Λένος Χρηστίδης, ο συγγραφέας τριών εκ των κορυφαίων βιβλίων της σύγχρονης αναρχομυθιστοριογραφίας: του «Bororo», του «Τυχερού Αριθμού του Δόκτορος Μπου και άλλων καλοκαιρινών παραμυθιών» και του «Λοστρέ», το οποίο το έχω παρουσιάσει παλιότερα. Φυσικά το δανείστηκα χωρίς δεύτερη σκέψη και χωρίς να τολμήσω να το ανοίξω επί τόπου, για να μην πετύχω κάποια εξωφρενικά αστεία σκηνή και ξεκαρδιστώ στα γέλια.

Διάβασα το «ΨΥΧ» σε ένα βράδυ και σκέφτηκα ότι είναι η ιδανική αντιπρόταση απέναντι σε οτιδήποτε απαράδεκτο και δήθεν διαφημίζεται και προωθείται τον τελευταίο καιρό, όχι μόνο στο χώρο του βιβλίου, αλλά και γενικότερα στη ζωή μας. Ο Λένος Χρηστίδης ακολουθεί με θρησκευτική ευλάβεια το ιδιαίτερο στυλ του και γράφει όπως θα μιλούσαν οι άνθρωποι αν χρωμάτιζαν την καθημερινότητά τους με πινελιές σουρεαλισμού. Στο «ΨΥΧ», όπως συνήθως συμβαίνει και στα υπόλοιπα βιβλία του Χρηστίδη, υπάρχει ένας κεντρικός ήρωας με ανεξάντλητα αποθέματα υπομονής, που σχολιάζει με δηκτικότητα όλα όσα συμβαίνουν γύρω του και γύρω μας. Δεν έχει διαφορά αν ταξιδεύει με τρένο γεμάτο τρελούς, αν παίρνει μέρος σε στρατιωτική άσκηση, αν μπροστά στα μάτια του βυθίζεται ένα πυρηνικό υποβρύχιο ή αν ο διαιτητής δεν δώσει τρία καταφανέστατα πέναλτυ υπέρ της αγαπημένης του ομάδας. Απαθής μέσα στο μάτι του κυκλώνα θα εξακολουθεί να καπνίζει το στριφτό του τσιγάρο και να σχολιάζει με ειρωνεία και χιούμορ οτιδήποτε μπορεί να σχολιαστεί με ειρωνεία και χιούμορ.

Σύμφωνα με το οπισθόφυλλο: «Ο Απόστολος Ταυ υπηρετεί ευσυνείδητα το αρχαιότερο επάγγελμα. Είναι ντεντέκτιβ. Και κάνει ό,τι μπορεί. Αντιμετωπίζει ψυχοπαθείς δολοφόνους, συνωμοσίες κατά των νόμων της Θερμοδυναμικής, ηθικά διλήμματα, σατανικούς επιχειρηματίες, λατινικά αποφθέγματα, CD με νέους τραγουδοποιούς, μαύρα ντεκολτέ, αντισυνταγματικά μοιρογνωμόνια, διευθυντές παραγωγής, μπράβους, ξημερώματα, παγάκια και σκόνη. Και κάνει ό,τι μπορεί. Μέσα σε ύποπτες σκιές και σκοτεινά σοκάκια, πίσω από τακούνια και ξύλινα πατώματα, κάτω από το βλέμμα της πόλης. Είναι σχεδόν έκπληκτος. Και κάνει ό,τι μπορεί.»

Ακόμα κι αν δεν μπορέσετε να ακολουθήσετε την αστραπιαία εναλλαγή εικόνων και χάσετε μερικά από τα αστεία, τουλάχιστον θα θυμάστε για πάντα το κοντάρι της σκούπας που χρησιμοποιεί ο πρωταγωνιστής για να αλλάξει κανάλια στην παλιάς τεχνολογίας τηλεόρασή του. Το τηλεκοντάρ.

Το «ΨΥΧ» κυκλοφόρησε απ’ τις εκδόσεις Καστανιώτη το 2000, θα σας κρατήσει συντροφιά για μόλις 145 σελίδες και θα το διαβάσετε μονορούφι σαν ένα δυνατό, εθιστικό, αναζωογονητικό σφηνάκι.

10 Ιανουαρίου- Λοντονιστάν/ Ομίχλη

Συνήθως όταν έχω κατέβει στο κέντρο της πόλης και έχω λίγο ελεύθερο χρόνο, μπαίνω σε ένα βιβλιοπωλείο και αρχίζω να ξεφυλλίζω όσα βιβλία φαίνονται ενδιαφέροντα απ’ το εξώφυλλο ή τον τίτλο. Την τελευταία φορά μου κίνησε το ενδιαφέρον το «Londostani» («Λοντονιστάν» ο έξυπνα μεταφρασμένος ελληνικός τίτλος) που κυκλοφόρησε το καλοκαίρι που μας πέρασε απ’ τα Ελληνικά Γράμματα. Το έχει γράψει ο ασιατικής καταγωγής Βρετανός Gautam Malkani, ο οποίος συγκαταλέγεται σύμφωνα με τους Times μεταξύ των είκοσι πέντε συγγραφέων που θα αναδειχθούν σε «κολοσσούς λογοτεχνίας» κατά τα επόμενα χρόνια.

Διάβασα τα πρώτα κεφάλαια στο βιβλιοπωλείο και τα υπόλοιπα αμέσως μετά στο σπίτι μου. Το «Λοντονιστάν» ξεκαθαρίζει από την αρχή ότι είναι ένα μυθιστόρημα φρενήρη ρυθμού, που παρακολουθεί την πορεία των τεσσάρων νεαρών ηρώων προς την ενηλικίωση. Οι πρωταγωνιστές είναι Ινδοί μετανάστες δεύτερης γενιάς και παλεύουν σε ένα μικροαστικό, ασφυκτικό μικρόκοσμο για να αναδειχθούν, να πετύχουν, να εκφραστούν με τη γλώσσα που θέλουν και φυσικά να γίνουν ένα κομμάτι του μωσαϊκού της σύγχρονης αγγλικής κοινωνίας. Τίποτα φυσικά δεν τους χαρίζεται και όσο περισσότερο συγκρούονται με το οικογενειακό τους περιβάλλον, τόσο περισσότερο μπλέκουν σε μία σειρά από επικίνδυνες συναλλαγές με την κοινωνία. Τελικά αποδεικνύεται ότι το να διεκδικήσουν την ταυτότητά τους δεν θα είναι ούτε εύκολο, ούτε χωρίς πόνο. Ένας μετανάστης δεύτερης γενιάς βρίσκεται στο μεταίχμιο της απόρριψης και από τις δύο κοινωνίες στις οποίες ακουμπάει.

Η απαιτητική μετάφραση έγινε από την Τίνα Θέου, ενώ πιστεύω ότι και η Ζωσιμαία Βιβλιοθήκη θα έχει προμηθευτεί αντίτυπο. Στα βιβλιοπωλεία μπορείτε να το αγοράσετε έναντι 20 ευρώ, ενώ εναλλακτικά μπορείτε να παραγγείλετε την αγγλική έκδοση από το amazon.uk έναντι μόλις 9.

Σε κάτι παντελώς διαφορετικό και αν δεν φοβάστε να διαβάσετε μέχρι αργά τη νύχτα, υπάρχει «Η Ομίχλη» του Στίβεν Κίνγκ. Είναι το βιβλίο του οποίου η πρόσφατη κινηματογραφική μεταφορά ήταν αξιολογότατη, αλλά και ευφυέστατη από τον Φρανκ Νταραμπόντ. Κράτησε σχεδόν αυτούσιο και μέχρι την παραμικρή λεπτομέρεια ίδιο το σενάριο της ταινίας και αποφάσισε να αλλάξει μόνο το τέλος, κερδίζοντας την έγκριση του συγγραφέα. Το βιβλίο είναι αρκετά καλό, διαβάζεται πολύ γρήγορα και κυκλοφόρησε το 1989 από τις εκδόσεις Επιλογή σε μετάφραση της Λευκής Γιαννοπούλου. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει στο οπισθόφυλλο ο συγγραφέας: «…Μια πραγματικά καλή ιστορία τρόμου θα βρει χορεύοντας το δρόμο της προς το κέντρο της ζωής σου, αναγνώστη, και θ' ανακαλύψει την κρυφή πορτούλα του δωματίου που νόμιζες πως κανείς άλλος δεν ήξερε ότι υπήρχε...»

3 Ιανουαρίου- Κανείς δε θα γλιτώσει

Παραδέχομαι ότι ένα βιβλίο με τον τίτλο «Κανείς δεν θα γλιτώσει» θα αντιμετωπιστεί με ανάμεικτα συναισθήματα καχυποψίας και δυσπιστίας ως προς τη λογοτεχνική του ποιότητα, όμως αξίζει μία δεύτερη ματιά από τον προσεκτικότερο αναγνώστη. O Romain Sardou γεννήθηκε το 1974 και συστήθηκε στο διεθνές κοινό σαν συγγραφέας το 2002, με το εξαιρετικά πολυσύνθετο μεσαιωνικό μυθιστόρημα «Pardonnez nos offenses» («Το είδωλο του Ιωάννη» ο ελληνικός τίτλος), το οποίο μεταφράστηκε σε δεκαπέντε γλώσσες και πούλησε πάνω από 300.000 αντίτυπα μόνο στη Γαλλία. Αν θυμάστε σε παλιότερο φύλλο της Epirus Press, το είχα προτείνει ανεπιφύλακτα. Όπως τότε δεν υποκρινόταν ότι έγραφε μία πιο ρηχή και πιο περιπετειώδη εκδοχή του περίφημου «Ονόματος του Ρόδου» απ’ τον Ουμπέρτο Έκο, έτσι και τώρα δεν επιχειρεί να κρύψει την ταυτότητα του βιβλίου ή να μεταμφιέσει τις προσθέσεις με φτηνούς εντυπωσιασμούς και με ψευδεπίγραφα, βαρύγδουπα τεχνάσματα.

Το «Κανείς δεν θα γλιτώσει» είναι ένα δυνατό αστυνομικό θρίλερ, το οποίο έχει φτιαχτεί για να χαρίσει απλόχερα στον αναγνώστη αγωνία για την εξέλιξη της υπόθεσης. Αφήνει τη φιλοσοφία στην άκρη και φέρνει στο προσκήνιο τη δράση που ξεκινά όσο αναπάντεχα χρειάζεται, με την ομαδική δολοφονία είκοσι τεσσάρων ατόμων στο εργοτάξιο ενός αυτοκινητοδρόμου. Από τις πρώτες σελίδες, οι αρχές ταυτόχρονα με τον αναγνώστη ανακαλύπτουν έκπληκτες ότι κανένας δεν αναζητά αυτούς που βρέθηκαν νεκροί και κατευθείαν εισάγεται το στοιχείο του ανεξιχνίαστου εγκλήματος, σκιαγραφημένο αμυδρά με πινελιές μεταφυσικού. Η συνταγή είναι ελκυστικά κλειστοφοβική, τα hooks όσο εύστοχα και του Brown, οι περιγραφές του Sardou εντυπωσιακά άμεσες και η υπόθεση όσο πολύπλοκη χρειάζεται για να μπερδέψει και να κλιμακώσει τις κατάλληλες στιγμές.

Δεν θα σας αφήσει άφωνους, δεν είναι λογοτεχνικό αριστούργημα, αλλά αν απολαύσατε τον «Αρκτικό Κύκλο» και το «Οκτώ», τότε και αυτό δεν θα σας απογοητεύσει- το αντίθετο. Στα πολύ θετικά το μικρό μέγεθος της έκδοσης, με την οποία έχουν πειραματιστεί τον τελευταίο καιρό οι εκδόσεις Λιβάνη, καθώς και η μετάφραση της Ρένας Λέκκου-Δάντου, που έχει αναλάβει και τα τρία μεταφρασμένα στα ελληνικά έργα του συγγραφέα (το δεύτερο είναι η «Κρύπτη» και συστήνεται κυρίως σε όσους δεν έχουν βαρεθεί τις ατελείωτες παρελάσεις των Ναϊτών στα ράφια των βιβλιοπωλείων). Τις 469 σελίδες του «Κανείς δεν θα γλυτώσει», που φιλοδοξούν να σας κρατήσουν συντροφιά στο λεωφορείο για τη σχολή, στον καφέ μέχρι να έρθουν οι φίλοι σας και το βράδυ πριν κοιμηθείτε, θα τις βρείτε με μόνο οχτώ ευρώ σε όλα τα βιβλιοπωλεία.