Τετάρτη 14 Ιουλίου 2010

Bookmarks 09


Καλοκαιρινό Bookmarks για όσους κουβαλάνε e-readers στην παραλία. Τι έχουμε στην ύλη; Κούντερα, Ποδόσφαιρο, muzine, ποίηση από Άννα Νιαράκη, συνέντευξη του Λευτέρη Σακκά, μια βόλτα σε ιστολόγια, σούπερ ήρωες από Νόρα Δημοπούλου, έναν σελιδοδείκτη μυρμήγκι, ημερολόγιο ανάγνωσης και ευανάγνωστα από Χαράλαμπο Γιαννακόπουλο, ένα αφιέρωμα στον Dean Koontz, γνώμη τεσσάρων γνωστών εκδοτών για την κρίση, κριτικές για ελληνική και ξένη λογοτεχνία, bookΜarx, μια βόλτα στην Κωνσταντινούπολη, bookcrossing, προτάσεις από το poema και καλοκαιρινή ατζέντα για βιβλιοφιλικές περιπέτειες. Μην περιμένετε καθόλου, διαβάστε το πριν εξαντληθεί (σχήμα λόγου).
Ακολουθεί το editorial που έγραψα κατά τη διάρκεις του μουντιάλ.

Ο Μίλαν ο Κούντερα ή της Μίλαν ο Χούντελαρ;


Καλοκαίρι και ο λίβας σε συνδυασμό με το μουντιάλ δεν αφήνουν πολλά περιθώρια για αναγνώσεις. Εδώ και δέκα μέρες προσπαθώ να τελειώσω το «Λαμπρό Φεγγάρι» της Λίαν Χερν και στέκεται αδύνατο. Μία παίζει η Βραζιλία, μία ο Μέσι, μία τα λιοντάρια της Αγγλίας (ας μην τα απαξιώνουμε- τουλάχιστον δεν είναι τόσο χάλια όσο οι Γάλλοι), το μάτι συνέχεια γλιστράει προς τη Νότιο Αφρική. Και μετά το σφύριγμα της λήξης ξεκινάει να κάνει ζέστη, βγαίνεις από το σπίτι και νομίζεις ότι κάποιος έχει ξεχάσει ανοιχτό το φούρνο. Άρα οφείλεις να κατευθυνθείς προς την παραλία, να παίξεις εκνευριστικές ρακέτες και να βυθιστείς στην πλημμυρίδα.
Και αργά το βράδυ που νομίζεις ότι μπορείς να αναζητήσεις λίγη γαλήνη στις σελίδες του Κούντερα, έρχονται τα πάρτυ και τα ποτά να αποτελειώσουν οποιαδήποτε λογοτεχνική διάθεση. Μέσα σε αυτό το κλίμα πώς μπορεί κάποιος να τελειώσει το βιβλίο του; Μπορείτε εσείς να συγκεντρωθείτε μετά τη δεύτερη τεκίλα ή όταν οι βουβουζέλες ηχούν θριαμβευτικά για τα γκολ του Χούντελαρ;
Κι όμως. Είτε στην παραλία, είτε στο ημίχρονο απ’ τους αγώνες υπάρχει χρόνος για βιβλία (σε πάρτυ καλύτερα μην πάτε με βιβλίο, trust me on this one). Έρχομαι λοιπόν να κάνω προτάσεις που θα σας λύσουν τα χέρια, γιατί -ας μην κρυβόμαστε- στην παραλία ειδικά, το βιβλίο είναι ξεκάθαρα στιλιστική επιλογή. Καλό το «Βιβλίο του Γέλιου και της Λήθης» του Μίλαν, αλλά κανείς απ’ την παρέα σας δεν θα εντυπωσιαστεί ιδιαίτερα αν το κουβαλήσετε μαζί με τα βατραχοπέδιλα. Κάποτε ήταν της μόδας ο Κώδικας (ομπρέλα και Ντα Βίντσι), φέτος έχει έρθει η ώρα να δημιουργήσετε δικό σας ρεύμα.
Πρώτη επιλογή: «Ψάχνοντας για Κοχύλια» της Ρόζαμουντ Πίλτσερ. Ο τίτλος τα λέει όλα. Αντί να τσαλαβουτάτε στην αμμουδιά για κοχύλια, εσείς θα τα αναζητάτε στις σελίδες του βιβλίου. Πάντως πέρα από το αστείο, το συγκεκριμένο βιβλίο σας το συστήνω ανεπιφύλακτα, είναι ένα από τα καλύτερα που έχω διαβάσει.
Αναπληρωματική επιλογή: «Ο Γέρος και η Θάλασσα». Ναι, του παλιόφιλου Έρνεστ Χέμινγουει. Εκτός από τα λογοπαίγνια που μπορείτε να δημιουργήσετε με τον τίτλο, η νουβέλα είναι μικρή, ευκολοδιάβαστη και θα σας ανοίξει την όρεξη για ψάρια. Για την ακρίβεια και εγώ σε παραλία τη διάβασα- μόνο μειονέκτημα ότι δεν προσφέρει μεγάλη σκιά. Αν όμως πραγματικά βαριέστε και σας πιάνει πονοκέφαλος με το διάβασμα, πάρτε το μαζί σας και προσποιηθείτε ότι το ξεφυλλίζετε. Αν σας ρωτήσουν για την υπόθεση κανένα πρόβλημα: Ένας γέρος ψαράς έχει πολλές μέρες να πιάσει ψάρια. Πιάνει ένα μεγάλο αλλά του το τρώνε οι καρχαρίες. Αυτά.
Αν τώρα βλέπετε αγώνα έξω με φίλους, υπάρχει μια αξιοπρεπής επιλογή για το ημίχρονο ή το pregame. «Ο τυχερός αριθμός του Δόκτορος Μπου και άλλα καλοκαιρινά παραμύθια», του Λένου Χρηστίδη. Παρανοϊκό περιτύλιγμα για τέσσερα εξωφρενικά αστεία διηγήματα που περιλαμβάνουν και έναν ερασιτεχνικό αγώνα ποδοσφαίρου. Απλές, καθημερινές καλοκαιρινές ιστορίες ενός απλού, καθημερινού καλοκαιριού. Και αυτό από τα αγαπημένα μου. Πρέπει να κλείσω απότομα. Οι Οράνιε πατάνε το χορτάρι.

Δευτέρα 12 Ιουλίου 2010

Παράθυρο Δρόμου


ΖΗΤΟΥΝΤΑΙ ΤΟΙΧΟΙ ΓΙΑ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΜΑΣ

Το "Παράθυρο Δρόμου" είναι ένα free press περιοδικό τοίχου και έχει κάνει την πρώτη εμφάνισή του στην Πάτρα. Ηθικοί αυτουργοί ήταν η Άννα Νιαράκη, η Έλενα Λαμπροκωστοπούλου, ο Νίκος Κονδύλης και εγώ.
Το Παράθυρο Δρόμου είναι ένα εναλλακτικό περιοδικό το οποίο φιλοξενεί πρωτότυπα ποιήματα, λογοτεχνικά κείμενα, φωτογραφίες, εικαστικά. Σαν στόχο έχει να αποτελέσει έναν καμβά έκφρασης καλλιτεχνικών ανησυχιών και να σας υπενθυμίσει ότι ο κόσμος συνεχίζει να στροβιλίζεται με ταχύτητα. Το στήσιμό του σε μέγεθος αφίσας το καθιστά αυτόματα ένα παράθυρο στον τοίχο που το φιλοξενεί, ένα μικρό παράθυρο στην τέχνη.
Κάθε τεύχος θα φιλοξενεί πρωτότυπες δουλειές καλλιτεχνών που επιθυμούν να συμμετέχουν και το στήσιμό του θα το αναλαμβάνει διαφορετικός γραφίστας κάθε φορά. Όποιος ενδιαφέρεται να προβάλλει τη δουλειά του και τις ιδέες του είναι ευπρόσδεκτος., αυτές τις μέρες ετοιμάζουμε το δεύτερο τεύχος. Παρατηρήσεις, σχόλια, συμμετοχές, επικοινωνία στο parathyrodromou@gmail.com.
Θα βρείτε το παράθυρο αναρτημένο σε βιβλιοπωλεία, μπαράκια, αγαπημένα στέκια, στάσεις λεωφορείου και φυσικά στο δρόμο, δίπλα από σκισμένες αφίσες. Εάν πιστεύετε ότι οι τοίχοι του σπιτιού σας χρειάζονται ένα τέτοιο παράθυρο, είστε ελεύθεροι να το ξεκρεμάσετε και να το πάρετε μαζί σας!
Τέλος θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε τους φίλους μας από την Ινδία και ειδικά τους Subhankar Das και Swadesh Misra, το περιοδικό των οποίων Graffiti Kolkata Broadside αποτέλεσε την αφορμή για την υλοποίηση μιας ιδέας που από καιρό γυρνούσε στα κεφάλια μας!

Σάββατο 3 Ιουλίου 2010

Οι εκλεκτοί του θανάτου


Σε αναμονή του 9ου τεύχους Bookmarks που θα κυκλοφορήσει την Τετάρτη (και υπόσχομαι θα έχει άκρως ποδοσφαιρικό editorial), ανεβάζω σήμερα την κεντρική συνέντευξη του τεύχους, που μου παραχώρησε ο συγγραφέας Λευτέρης Σακκάς. Μιλήσαμε για το νέο του ιστορικό μυθιστόρημα και για τις εξελίξεις στο χώρο του βιβλίου. Θα ξεκινήσω με μία σύντομη κριτική των "Εκλεκτών του Θανάτου".

Όσα χρόνια κι αν περάσουν ο άνθρωπος θα συνεχίζει να διαβάζει για ένα γεγονός που άλλαξε τη δομή του κόσμου. Ο Β’ Π.Π. εξήντα πέντε χρόνια μετά τη λήξη του αποτελεί και στις μέρες μας ένα από τα κυρίαρχα θέματα για μελέτη και μυθιστορηματική διαπραγμάτευση.
Οι «Εκλεκτοί του θανάτου» προσθέτουν τον δικό του κρίκο στην αλυσίδα, κρίκο διαφορετικού υλικού από όσους προϋπάρχουν. Οι Έλληνες συγγραφείς κατά κανόνα αγγίζουν μόνο όσα έχουν να κάνουν με τον εμφύλιο, αλλά ο Σακκάς επιλέγει ένα ευρύτερο πλαίσιο για την πλοκή του. Χρησιμοποιώντας παράλληλες αφηγήσεις διαφορετικών χρόνων, ταξιδεύει από τη σφαγή των Καλαβρύτων μέχρι τη Νορμανδία και την αντεπίθεση των Γερμανών στις Αρδέννες. Ήρωές του είναι ο ελληνοαμερικάνος στρατιώτης Κράλλης και ο αξιωματικός των SS Βάινχαρντ. Ο δεύτερος καταλήγει σε ένα ψυχιατρείο, όπου ένας νοσηλευτής θα επιχειρήσει μία επικίνδυνη κατάδυση στην ψυχή ενός εξ ορισμού εγκληματία πολέμου.
Η γραφή του Σακκά είναι αξιόλογα λιτή και οι σελίδες των «Εκλεκτών του θανάτου» γυρίζουν γρήγορα. Η οπτική γωνία που επιλέγει δημιουργεί πρωτότυπα βλέμματα, το ίδιο και τα ηθικά διλλήματα που θέτει. Νομίζω αν σας αρέσουν τα ιστορικά μυθιστορήματα δεν θα σας απογοητεύσει και σίγουρα θα μείνει στο κεφάλι σας ο απόηχος από την εμβληματική φράση του Πλάτωνα με την οποία κλείνει το βιβλίο: «Μόνο οι νεκροί έχουν δει το τέλος του πολέμου».

-Γιατί μας ελκύουν τόσο πολύ οι ιστορίες σχετικά με τον πόλεμο; Μήπως σε περιόδους κοινωνικής κρίσης αυξάνεται η τάση για καταφυγή σε αναγνώσματα που περιγράφουν μεγάλες καταστροφές;

Δεν πιστεύω πως είμαστε τόσο αυτοκαταστροφικοί. Μάλλον είναι η γοητεία του επικίνδυνου που συνδυάζεται με την άνεση και την ασφάλεια του καναπέ! Και φυσικά το έμφυτο γνώρισμα να συμπάσχουμε με εκείνους που πονούν.

-Πόση έρευνα χρειαστήκατε για να γράψετε τους «Εκλεκτούς του Θανάτου» και πόσο επηρέασε τη δομή της ιστορίας η επαγγελματική σας ενασχόληση με την ψυχοκοινωνική αποκατάσταση ατόμων; Έχει ο χαρακτήρας Κουρτ στοιχεία από αληθινούς ασθενείς σας;

Και μόνο που με ρωτάτε για τον Κουρτ χαίρομαι πολύ. Είναι ένας άνθρωπος με το σύνδρομο μετατραυματικής ψύχωσης και φυσικά η επαγγελματική μου ενασχόληση μου έδωσε όλα τα στοιχεία που χρειαζόμουν. Τα μηνύματα από ανθρώπους που ασχολούνται με την ψυχιατρική είναι πως απέδωσα πιστά την ψυχική αυτή κατάσταση, φρόντισα με επιμέλεια όμως ώστε να μην ξεφύγει ο έλεγχος και από ιστορικό μυθιστόρημα γράψω πτυχιακή εργασία! Η έρευνα για το βιβλίο ήταν κοπιαστική. Και συνεχίζεται! Ανακύπτουν συνεχώς στοιχεία τα οποία χρειάζονται επιβεβαίωση και τεκμηρίωση. Για παράδειγμα, ίσως τελικά ο Γιόακιμ Πάιπερ να μην ήταν εγκληματίας πολέμου και εξεπλάγην όταν ανακάλυψα κάποια από τα στοιχεία. Περισσότερα θα πούμε εν καιρώ, γιατί αν συμβαίνει όντως κάτι τέτοιο πρέπει να επανορθώνουμε. Όχι τόσο οι συγγραφείς, όσο η ίδια η ιστορία.

-Μπαίνει στον πειρασμό ο συγγραφέας να αλλοιώσει μικρά κομμάτια της καταγεγραμμένης ιστορίας ή να παραβλέψει ό,τι δεν ταιριάζει με την πλοκή στο μυαλό του;
Σε ένα ιστορικό μυθιστόρημα ο συγγραφέας έχει να επιλέξει το ποσοστό μύθου και ιστορίας που θα χρησιμοποιήσει. Επειδή θεωρώ αυτό το «παρεξηγημένο» είδος λογοτεχνίας έναν υπέροχο τρόπο για να μάθει κάποιος ιστορία επιλέγω στα δικά μου βιβλία να αυξάνω πολύ το ποσοστό της. Συγγραφική αδεία μπορούμε να παραβλέψουμε κάποια γεγονότα ή να μεταθέσουμε χρονικά κάποια άλλα. Αλλά προς Θεού! Έχουμε την ανάγκη εμείς οι συγγραφείς να πειράξουμε λίγο την ιστορία, προφανώς επειδή δεν έχουμε τη δυνατότητα να ταξιδέψουμε στο παρελθόν και το χρησιμοποιούμε ως υποκατάστατο, αλλά η απόβαση στη Νορμανδία έγινε τον Ιούνη του ΄44 και όχι τον Ιούλη, έγινε το πρωί και όχι το μεσημέρι. Οποιαδήποτε αυθαίρετη αλλαγή σε σημαντικά κομμάτια της ιστορίας δεν εξυπηρετεί το σκοπό του ιστορικού μυθιστορήματος. Και βέβαια το κομμάτι της μυθοπλασίας πρέπει να είναι και αυτό εναρμονισμένο με το ιστορικό πλαίσιο και όχι κάτι που θα είναι εξωπραγματικό.

-Με τι μέρος της ευθύνης βαρύνεται ένας απλός στρατιώτης ο οποίος εξαναγκάζεται μέσω διαταγών να πάρει μέρος σε εγκλήματα πολέμου; Η ιεραρχία μπορεί να αποτελέσει άλλοθι;
Αυτό εξαρτάται από το πώς έχει ρυθμίσει ο κάθε ένας την «ψυχική» του ζυγαριά. Και βέβαια εκείνος που θα κληθεί να τον κρίνει με γνώμονα την αντίστοιχη δική του. Η απάντηση λοιπόν είναι όχι δύσκολη, αλλά αδύνατη σε αυτή την ερώτηση. Σε κάποιο σημείο του βιβλίου γράφω ακριβώς για αυτό το ζήτημα: «Μπορεί κάποιος να χαρακτηριστεί ήρωας, επειδή αντιστάθηκε και προτίμησε να χάσει τη ζωή του. Κάποιος άλλος όμως μπορεί να τον πει τρελό. Αν κάποιος υπάκουσε με βαριά την ψυχή του, σίγουρα μπορεί να γραφτεί στην ιστορία ως δειλός. Θα είχε όμως άδικο κάποιος αν τον χαρακτήριζε άνθρωπο;»

-Υπάρχει συγχώρεση ακόμα για τα πιο ειδεχθή εγκλήματα; Ισχύει ότι στον πόλεμο αποκαλύπτεται η αληθινή φύση του ανθρώπου;
Στον πόλεμο πρέπει να σκοτώσεις. Μερικές φορές κάνεις πράγματα απίστευτα, κάποιος στρατιώτης αμερικανός στην μάχη του Γκουανταλκανάλ έγραψε στην μητέρα του ότι βασανισμένος από τα κουνούπια, όταν έπιανε ένα το ακρωτηρίαζε και το έθαβε ζωντανό για να το εκδικηθεί! Οι Ιάπωνες αποκεφάλιζαν αιχμαλώτους πολέμου. Οι Γερμανοί εκτελούσαν παιδιά και γέροντες και πειραματίζονταν εγχειρίζοντας χωρίς αναισθητικό. Οι Σύμμαχοι βομβάρδισαν τρεις φορές την Δρέσδη σε δεκαέξι ώρες. Οι Σοβιετικοί βίασαν κάποια γυναίκα στο Βερολίνο είκοσι εφτά φορές. Αυτή είναι η αληθινή φύση του ανθρώπου; Όλα αυτά τα λέμε απάνθρωπα, δεν έχουν σχέση με το είδος μας, είναι κάτι άλλο. Όσον αφορά τη συγχώρεση; Όχι, δεν νομίζω ότι μπορεί να υπάρξει συγχώρεση για τα πιο ειδεχθή εγκλήματα. Και ας είμαι Χριστιανός Ορθόδοξος, νομίζω πως κανένας δεν έχει αυτήν την ικανότητα πλην ελαχίστων, τους οποίους ειλικρινά ζηλεύω!

-Ο συγγραφέας οφείλει να πάρει ξεκάθαρη θέση πάνω σε αμφιλεγόμενα ιστορικά γεγονότα; Δεν είναι δεδομένο ότι από άλλους θα θεωρηθεί φορέας αλήθειας και από άλλους φορέας προπαγάνδας;
Όταν γράφεις ιστορικό μυθιστόρημα πρέπει να είσαι προετοιμασμένος για την κριτική που θα ασκηθεί. Για το πρώτο μου βιβλίο, την «Έξοδο», χαρακτηρίστηκα από μερικούς εθνικιστής, επειδή έγραψα ότι το πεσκέσι στον σουλτάνο μετά την πτώση του Μεσολογγίου ήταν κομμένα αυτιά. Μα αυτό είναι καταγεγραμμένο. Και βέβαια αυτοί που με χαρακτήρισαν έτσι παρέβλεψαν τη σαφέστατη αναφορά μου στα εγκλήματα που διέπραξαν οι δικοί μας, όπως την μεγάλη σφαγή του μουσουλμανικού πληθυσμού κατά την άλωση της Τριπολιτσάς. Ο ίδιος ο Κολοκοτρώνης το αναφέρει στα απομνημονεύματά του, εγώ είμαι ο εθνικιστής! Για τους «Εκλεκτούς του θανάτου» κάποιοι είπαν ότι είμαι ναζιστής! Επειδή αναφέρω το έγκλημα της Δρέσδης, κάτι που αναγνωρίζεται πια παγκόσμια ως έγκλημα πολέμου. Και για άλλους λόγους, που το μόνο που με κάνουν να διαπιστώνω είναι ότι εκείνοι που με κρίνουν ως ακροδεξιό ή ναζιστή ή ότι άλλο θέλετε πείτε, αυτοί οι άνθρωποι λοιπόν σίγουρα δεν ήταν καλοί στο μάθημα των Νέων Ελληνικών στα σχολεία! Το βιβλίο αυτό λέει αλήθειες. Και για να απαντήσω στο πρώτο σκέλος της ερώτησης σας λέω ότι εγώ δεν διστάζω να παίρνω ξεκάθαρη θέση και κατανοώ εκείνους που δεν επιλέγουν αυτό. Και είμαι προετοιμασμένος για οποιαδήποτε κριτική, έχω όμως και εγώ το δικαίωμα να κρίνω την κριτική, αφού εγώ είμαι αυτός που επέλεξε το δύσκολο δρόμο να εκτεθεί στο κοινό εκφράζοντας την άποψή μου για ιστορικά γεγονότα.

-Το ιστορικό μυθιστόρημα είναι πιο δύσκολο από άλλα είδη λογοτεχνίας; Πού δίνετε περισσότερο χώρο; Σε όσα έχουν όντως συμβεί ή σε όσα φαντάζεστε ότι θα μπορούσαν να είχαν συμβεί;
Θέλει την έρευνα, χωρίς αυτήν δεν μπορείς να γράψεις ιστορικό μυθιστόρημα. Δεν ξέρω αν είναι πιο δύσκολο, σίγουρα απαιτεί περισσότερο χρόνο όμως. Δίνω περισσότερο χώρο στα ιστορικά γεγονότα και χτίζω το κομμάτι του μύθου έτσι ώστε να ταιριάζει απόλυτα με αυτά και να μη φαντάζει αυθαίρετο.

-Εσείς τι διαβάζετε στον ελεύθερο χρόνο σας; Ποια είναι τα αγαπημένα σας ιστορικά μυθιστορήματα και ποιο θα προτείνατε σε κάποιον χωρίς επαφή με το είδος;
Διαβάζω ετερόκλητα είδη λογοτεχνίας και αυτό ξενίζει τους ανθρώπους που με γνωρίζουν. Μου αρέσει πολύ για παράδειγμα και το τεχνολογικό θρίλερ και μόλις τελειώσω ένα τέτοιο βιβλίο μπορεί να διαβάσω κάτι ιστορικό ή κάτι με άκρατο χιούμορ! Είμαι λάτρης του Αρκά, του Μάικλ Κράιτον, του Στίβεν Πρέσφιλντ και του Τζον Μάντοξ Ρόμπερτς! Διαβάζω και ταξιδιωτικούς οδηγούς, η οικονομική μου δυνατότητα περιορίζεται στη χώρα μας και είναι ένας τρόπος να ταξιδεύω! Και ανάμεσα στα ταξίδια αυτά ίσως να θελήσω να λύσω ένα μυστήριο βοηθώντας τον αγαπημένο μου ήρωα, τον Σέρλοκ Χόλμς. Το αγαπημένο μου ιστορικό μυθιστόρημα είναι του Ρόμπερτς, από τη σειρά SPQR: «Στην υπηρεσία της Συγκλήτου και του λαού της Ρώμης». Προτείνω αυτό και την «Έξοδο», ενός νέου Έλληνα συγγραφέα. Σας θυμίζει κάτι; (γέλια)

-Η οικονομική κρίση θα επηρεάσει το χώρο του βιβλίου; Το μέλλον του βιβλίου ως αντικειμένου είναι ηλεκτρονικό σε συσκευές ανάγνωσης και σε smart phones; Θα ζήσουμε μια επανάσταση που θα συγκρίνεται με την εφεύρεση της τυπογραφίας;
Ήδη έχει επηρεαστεί ο χώρος του βιβλίου από την οικονομική κρίση. Οι πληρωμές εκατέρωθεν είναι ελάχιστες και έχει αντίκτυπο αυτό σε όλους όσους δραστηριοποιούνται στο χώρο. Ο νέος τρόπος ανάγνωσης των βιβλίων εξυπηρετεί λειτουργικά ζητήματα, όπως αποθήκευση και κόστος παραγωγής, πιστεύω όμως ακράδαντα ότι το βιβλίο είναι έννοια συνυφασμένη με τις λέξεις χαρτί, εκτύπωση, τυπογραφείο και θεωρώ το ηλεκτρονικό του μέλλον καταδικαστικό και ζοφερό. Δεν πρόκειται να ζήσουμε επανάσταση σαν την εφεύρεση της τυπογραφίας και νομίζω ότι θα ήταν ιεροσυλία να εξισώσουμε τον Γουτεμβέργιο με τα smart phones και τις συσκευές ανάγνωσης. Και αναρωτιέμαι ποια θα είναι η μαγεία με μια συσκευή ανάγνωσης που χωράει δεν ξέρω κι εγώ πόσα βιβλία, από ένα ή δύο ωραία βιβλία που θα τα ξεφυλλίζουμε παραδοσιακά…όχι, δεν μου αρέσει καθόλου αυτό που δύσκολα θα αποφύγουμε.

-Το «παράνομο» κατέβασμα μπορεί να έχει θετική επίδραση σε ένα έργο; Θα προτιμούσατε να πληρώσουν χίλια άτομα για να αγοράσουν το βιβλίο σας ή να πληρώσουν εκατό και να το κατεβάσουν ακόμα δέκα χιλιάδες δωρεάν; Το ίντερνετ θα φέρει εξελίξεις και στο χώρο των πνευματικών δικαιωμάτων;
Δεν γνωρίζω καμία «παράνομη» δραστηριότητα που να έχει κάτι θετικό. Και φανταστείτε τους «Εκλεκτούς» που έχουν την σπουδαία ευκαιρία να εκδοθούν στο εξωτερικό – έχουν γίνει κάποιες επαφές και άρεσαν πολύ σε μεγάλο εκδοτικό οίκο μιας μακρινής χώρας! – να κατεβαίνουν παράνομα κατά βούληση σε οποιοδήποτε υπολογιστή. Αν κάποιος συγγραφέας προτιμήσει να δει το βιβλίο του, τον κόπο του, το πνευματικό του παιδί να γίνεται βορά στις ορέξεις του ίντερνετ, τότε μάλλον με υποκριτή θα μιλάτε! Εγώ δεν υποκρίνομαι, θέλω να δω το βιβλίο μου να προοδεύει και πρόοδος για ένα βιβλίο είναι όχι το παράνομο download αλλά οι όσο το δυνατόν περισσότεροι αναγνώστες. Και αν είναι και ευχαριστημένοι ακόμα καλύτερα!

-Ένας συγγραφέας μπορεί να κάνει αντικειμενική κριτική σε συναδέλφους του; Σας ζητούν φίλοι να κρίνετε έργα τους;
Είναι λιγάκι δύσκολο αυτό. Συνάντησα από την πρώτη μου ενασχόληση με το χώρο της συγγραφής ανθρώπους που με δέχτηκαν με θέρμη και πολλές ευχές, αλλά και άλλους που με αντιμετώπισαν ως εισβολέα. Λες και ο σκοπός μου είναι να φάω από την πίττα τους! Ο σκοπός μου είναι να προσφέρω και εγώ μια διαφορετική συνταγή στον κόσμο. Δεν φθονώ κανέναν συνάδελφό μου, κρίνω και εγώ όπως κρίνομαι και αν η δική μου συνταγή δεν αρέσει τελικά τότε το πολύ πολύ να σταματήσω να μαγειρεύω! Αντικειμενική κριτική; Το αντικειμενικό είναι πολύ δύσκολο να το προσδιορίσουμε. Οπότε ας μείνουμε στην καλόβουλη κριτική, κάτι που θεωρώ υποχρέωσή μου για τα πνευματικά έργα των φίλων μου ή μη.

-Τι λείπει για να υπάρξουν επαγγελματίες συγγραφείς στην Ελλάδα; Πόσο δύσκολο είναι το ξεκίνημα για έναν νέο συγγραφέα;
Λείπει το αναγνωστικό κοινό. Υπάρχει υπερπληθώρα εκδόσεων. Αγοράζουμε βιβλία με βασικό κριτήριο το μέγεθος. Οι ρυθμοί της ζωής είναι εξαντλητικοί. Πως μπορεί κάποιος να γίνει τώρα επαγγελματίας συγγραφέας σε αυτήν την κατάσταση; Το ξεκίνημα είναι δύσκολο για έναν νέο συγγραφέα, ιδίως αν το όνειρό του είναι να βιοποριστεί από την δραστηριότητα αυτή. Τα έντυπα και η διαφήμιση ευνοούν γνωστούς και δοκιμασμένους συγγραφείς, στηρίζουν εκδότες με οικονομική άνεση. Εντάξει, είναι από μένα αποδεκτό αυτό. Δεν έχω σκοπό να βγάλω χρήματα από τη συγγραφή, προτιμώ να γράψω κάτι και να έχω να πω πράγματα στον κόσμο που θα επιλέξει το βιβλίο μου. Για το λόγο αυτό παραμένω πιστός στους εκδότες μου, έχουμε την ίδια φιλοσοφία και έχουμε χτίσει μια σχέση πάνω σε αυτή τη βάση, κάτι που δεν ήθελα να χαλάσω, αν και για τους «Εκλεκτούς» είχα μια άκρως τιμητική και συμφέρουσα πρόταση από γνωστό εκδοτικό οίκο! Θέλω το βιβλίο να είναι όχημα πολιτισμού περισσότερο από μηχανή παραγωγής ευρώ!

-Κάποιο βιβλίο που διαβάσατε πρόσφατα και σας απογοήτευσε; Ως αναγνώστης μένετε πιστός σε αγαπημένους σας συγγραφείς;
Διάβασα κάποιο βιβλίο που με απογοήτευσε. Δεν πρόκειται όμως να το πω, είναι άδικο για αυτόν που κοπίασε να το γράψει και καθόλου τιμητικό για εκείνους που έχουν την αντίθετη άποψη. Θα σας πω για κάποιο που με γοήτευσε. Είναι το «Ιστανμπούλ» του Τούρκου νομπελίστα Ορχάν Παμούκ. Ένας νέος συγγραφέας από την Ελλάδα γοητεύτηκε από έναν Τούρκο συγγραφέα καταξιωμένο. Μοιάζω για εθνικιστής;

-Θα μοιραστείτε λίγα λόγια για το επόμενο έργο σας;
Έχουν πέσει τα μπετά και έχουν γίνει και τα χτισίματα ήδη! Με μεράκι και σωστή δουλειά θα διαμορφώσουμε τους εσωτερικούς χώρους και θα φτιάξουμε και τον κήπο! Δεν είναι πολυκατοικία, είναι ένα βιβλίο που θα σας ταξιδέψει στην Αρχαία Ελλάδα. Επιτρέψτε μου παρακαλώ να μην πω περισσότερα. Και αν αυτή τη στιγμή είπατε μέσα σας «γιατί δεν μας λέει κι άλλα;» μάλλον έχω αρχίσει να πετυχαίνω ως συγγραφέας!
Ευχαριστώ θερμά για τη φιλοξενία.

Θα ήθελα κι εγώ να ευχαριστήσω τον κύριο Σακκά. Περισσότερα σε λίγες μέρες στο Bookmarks μαζί με πολλά ακόμα ενδιαφέροντα θέματα, κριτικές και ατζέντα για το καλοκαίρι.

Κυριακή 13 Ιουνίου 2010

Η Νύχτα της Λευκής Παπαρούνας / Δρόμος Αντοχής


Το "Λαμπρό Φεγγάρι" της Λίαν Χερν είναι το βιβλίο που ξαναδιαβάζω αυτές τις μέρες, το τρίτο μέρος των "Μύθων των Οτόρι" που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Πατάκη. Η "Παγίδα των Αηδονιών" θυμάμαι ήταν μία από τις πρώτες μου αναρτήσεις, τον Ιούλιο του 2007. Όσα εγκώμια και να πλέξω (εντάξει, κλισέ έκφραση) για τη σειρά είναι λίγα.

Ξεκίνησε το μουντιάλ με πολύ εκνευριστικό θόρυβο από τις βουβουζέλες, απογοητευτική εθνική Eλλάδος και ορθάνοιχτες τις καταπακτές του ήλιου απ' όπου μας έλουσε το πρώτο κύμα καύσωνα. Αυτή τη στιγμή ετοιμάζομαι να δω σε streaming από το site της ΕΡΤ τον αγώνα μεταξύ Γερμανίας και Αυστραλίας, στον οποίο περιμένω να μπουν αρκετά γκόλ, να δούμε λίγο θέαμα της προκοπής επιτέλους. Ειδικά οι αγώνες το μεσημέρι ήταν απογοητευτικά ανιαροί, αυτή τη στιγμή ακούγονται οι εθνικοί ύμνοι.
Φαίνεται ότι έχει ανασταλεί η κυκλοφορία της free press Μπρίζας στην Καλαμάτα, άρα υποθέτω είμαι σε αναζήτηση επόμενης έντυπης στέγης για τη "σελίδα για άλλες σελίδες". (αν έχετε ιδεές, τις λέτε ελεύθερα). Τέλος πάντων θα δούμε, ελπίζω μέσα στις επόμενες μέρες να έχω να ανακοινώσω κάτι πιο συγκεκριμένο. Πάμε σε δύο εξαιρετικά βιβλία που πέρασαν από τα χέρια μου τον τελευταίο καιρό και σε δύο πολύ φρέσκα που με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο θα κάνουν αίσθηση. Σφύριγμα της έναρξης, πάμε στα δικά μας.

Η νύχτα της λευκής παπαρούνας - Κωνσταντίνος Μίσσιος (εκδ. Διόπτρα)

Είναι ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε πριν δύο χρόνια και πιστεύω ότι αξίζει γενναίο μερίδιο την προσοχή σας. σε όποια κατηγορία αναγνωστών κι αν κατατάσσετε τον εαυτό σας. Το Μάιο είχα ανέβει στην Κόνιτσα για να το παρουσιάσω, εκτιμώντας την πρόταση που μου έκανε ο Κωνσταντίνος και τον ευχαριστώ. Είναι το δεύτερο βιβλίο του ίδιου συγγραφέα που ανεβάζω στο ιστολόγιο- στο αρχείο που βρίσκεται στη στήλη δεξιά μπορείτε να δείτε και την παρουσίαση για το άλλο βιβλίο του Κωνσταντίνου Μίσσιου, τον "Λέκγουελ", μια παρουσίαση που συνοδεύεται και από συνέντευξη του νεαρού συγγραφέα. Ο "Λέκγουελ και οι Ξεχασμένοι Θεοί" ήταν ένα καθαρόαιμο φάνταζυ, από τα λίγα αξιόλογα της ελληνικής αγοράς. Μια πολύ ωραία ιστορία και ένας ενδιαφέροντας ήρωας, βγαλμένος από αρχαία τραγωδία.
Στη "Νύχτα της Λευκής Παπαρούνας", όμως ο Μίσσιος ταξιδεύει στην απομονωμένη ορεινή Ελλάδα, σε ένα μέρος που μοιάζει με τα μέρη όπου μεγάλωσε και που σίγουρα τον επηρέασαν ως προς τον τρόπο σκέψης. Το αυτοκίνητο ενός ταξιδιώτη χαλάει σε μια επαρχιακή οδό και ο οδηγός αναγκάζεται να αναζητήσει βοήθεια. Αφού χαθεί μέσα σε μια μυστηριώδη ομίχλη, φτάνει σε ένα τυπικό χωριό της Πίνδου. Διαπιστώνει ότι όλοι οι κάτοικοι είναι μαζεμένοι για ένα γλέντι και έτσι κάθεται μαζί τους, μέχρι να αποκατασταθεί ένα πρόβλημα στις τηλεφωνικές συνδέσεις και να ειδοποιηθεί η οδική βοήθεια. Κατά τη διάρκεια του πολύωρου γλεντιού, φαίνεται ότι κάθε χωρικός έχει να αφηγηθεί και μία ασυνήθιστη ιστορία.
Κάπως έτσι ξεκινάει με μαστοριά ο Μίσσιος το βιβλίο του, που είναι ουσιαστικά μία σειρά διηγημάτων λαογραφικού τρόμου. Γλώσσα άψογη, αγωνία και πλοκή με πολλές ανατροπές. Το αφηγημητατικό βάθος, οι συμβολισμοί και οι χαρακτήρες που εναλλάσσονται ακολουθώντας μια ιδιότυπη λογοτεχνική χορογραφία, μου έφεραν στο μυαλό το "Μέρες και Νύχτες της Αραβίας" του Ναγκίμπ Μαχφούζ. Σας συστήνω ανεπιφύλακτα τη "Νύχτα της Λευκής Παπαρούνας", είναι πλέον ένα από τα αγαπημένα μου βιβλία. Η Γερμανία άνοιξε το σκορ νωρίς.

Δρόμος Αντοχής - Jean Echenoz (εκδ. Πόλις)

Κάθε φορά που ανοίγω ένα βιβλίο των εκδόσεων Πόλις μία ευχάριστη έκπληξη φαίνεται να με περιμένει. Από την ιδιαίτερη υφή του εξωφύλλου μέχρι την επιλογή του συγγραφέα και τη μετάφραση της έκδοσης, τα βιβλία του συγκεκριμένου εκδοτικού οίκου τηρούν ένα πολύ υψηλό στάνταρ ποιότητας. Αλήθεια ζηλεύω αυτόν τον εκδοτικό, τον θεωρώ ένα πρότυπο για τα ελληνικά δεδομένα.
Οι "Δρόμοι Αντοχής" έφτασαν στα χέρια μου μαζί με το "Κρέας από Σταφύλι". Το άνοιξα περισσότερο από περιέργεια καθώς η επιλογή του θέματος μού φάνηκε παράξενη και ομολογώ σχετικά αδιάφορο. Μέσα σε 160 σελίδες μία γρήγορη βιογραφία για τον θρυλικό δρομέα αποστάσεων Εμίλ Ζάτοπεκ, από έναν συγγραφέα που δεν γνώριζα. Τελικά έκανα κι εγώ έναν αναγνωστικό αγώνα ταχύτητας και διάβασα το βιβλίο μέσα σε μία μέρα πίνοντας καφέ, περιμένοντας το αστικό, τρώγωντας και πριν κοιμηθώ.
Ήταν ένα πολύ καλό βιβλίο από έναν πολύ καλό συγγραφέα και σε εξαιρετικά φροντισμένη μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη (που έχει γράψει και το επίμετρο). Με γλώσσα απλή σαν να αφηγείται ένα παραμύθι για μεγάλους και με έναν αξιοθαύμαστο αφηγηματικό κύκλο που του προσφέρει η ζωή του Ζάτοπεκ, ο Echenoz ρίχνει άφθονο λογοτεχνικό καύσιμο στην ατμομηχανή του αναγνώστη. Θα ήθελα να συνεχίσω την περιγραφή με δικά μου λόγια, αλλά θα χρησιμοποιήσω τα κατάλληλα λόγια του Patrick Kechichian από τη Le Monde: "Ο Echenoz επιλέγει μόνο μερικά σημαντικά επεισόδια από την αθλητική σταδιοδρομία του Ζάτοπεκ, κάποια γνωρίσματα του χαρακτήρα του, λίγα ανέκδοτα.Αυτό που κυρίως επιδιώκει είναι να δείξει τι τον ενέπνεε, ποιο ήταν το νόημα της προσπάθειας του ανθρώπου που πήρε την προσωνυμία "τσέχικη ατμομηχανή". Με ανάλαφρες πινελιές, με διάθεση μεταξύ ειρωνείας και αγανάκτησης, περιγράφει το πολιτικό κλίμα της εποχής, τότε που μια λαϊκή δημοκρατία προσπαθούσε να επωφεληθεί από τις επιτυχίες του πρωταθλητή της. "
Στον αγώνα η Γερμανία συνεχίζει να χάνει ευκαιρίες.

Περηφάνια και Προκατάληψη και Ζόμπι - Jane Austen & Seth Grahame Smith (εκδ. Πλατύπους)

Και μόλις πέτυχαν και το δεύτερο γκόλ τα πάντσερ. Αυτό το βιβλίο δεν το διάβασα ακόμα, είναι ένα βιβλίο που κυκλοφορεί αύριο, Δευτέρα 14 Ιουνίου στα ελληνικά βιβλιοπωλεία. Αλλά είναι ένα βιβλίο και ένα είδος για το οποίο έχω ενδιαφερθεί αρκετά (δείτε και το editorial του 8ου Bookmarks). Πρόκειται για ένα νέο λογοτεχνικό είδος, στην Αμερική το ονομάζουν mash-up και το ξεκίνησε ο εκδοτικός οίκος Quirk. Πήρε βιβλία της Τζέιν Όστεν και του Τολστόι και ζήτησε από συγγραφείς να τα συνδυάσουν με αναχρονιστικά στοιχεία όπως ζόμπι, ανδροειδή και ρομπότ. Όπως καταλαβαίνετε προέκυψε ένα αλλόκοτο αποτέλεσμα, που σίγουρα προκάλεσε αποστροφή σε πολλούς, αλλά απέκτησε και φανατικούς οπαδούς.
Στη χώρα μας έρχεται το πρώτο βιβλίο αυτής της σειράς από τις εκδόσεις Πλατύπους, που πάντα προσπαθούν να ανοίξουν νέους δρόμους. Μένει να δούμε τι υποδοχή θα επιφυλάξει το ελληνικό κοινό στο εγχείρημα και αν θα υπάρξει στο μέλλον χώρος και για αντίστοιχες ελληνικές εκδοχές. Περισσότερα για την τρελή υπόθεση που ανακατεύει τη Βικτωριανή ύπαιθρο με ζόμπι διαβάστε στο σχετικό άρθρο της wikipedia. Εν τω μεταξύ στον αγώνα έχουμε ημίχρονο, η Γερμανία προηγείται 2-0.

Το Δίκιο - Νίκος Αραπάκης (εκδ. Λιβάνη)

Μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο του φίλου Νίκου, που πήρε "μεταγραφή" για τις εκδόσεις Λιβάνη και φιλοδοξεί να ανοιχτεί στο ευρύ αναγνωστικό κοινό. Τον Νίκο Αραπάκη τον γνώρισα διαβάζοντας το πρώτο του βιβλίο "Και στη μέση η θάλασσα" (εκδ. Μπατσιούλας) και εσείς μπορείτε να μάθετε περισσότερα για εκείνο το βιβλίο σε μια παλαιότερη ανάρτηση. Τώρα ο συγγραφέας επιστρέφει με το "Δίκιο" ένα βιβλίο που έχει κάθε προοπτική να πρωταγωνιστήσει στα ράφια των βιβλιοπωλείων. Περισσότερα για το συγκεκριμένο βιβλίο θα γράψω στο άμεσο μέλλον, όταν θα το έχω διαβάσει, τις μέρες που ήμουν Γιάννενα τα βιβλιοπωλεία δεν το είχαν προμηθευτεί ακόμα. Αν θέλετε πάντως να πάρετε μία γεύση για την προσωπικότητα του συγγραφέα προσθέστε τον ως φίλο στο facebook.
Σχετικά με το περιεχόμενο του βιβλίου, διαβάστε όσα υπάρχουν στο οπισθόφυλλο:
"Κάθε που μετρούσε τα παιδιά του ο μπαρμπα-Γιώργης ο Μαυράκος τα έβρισκε εννιά· εφτά αγόρια, δυο κορίτσια. Μα ήρθε κάποτε ο πόλεμος και η γερμανική κατοχή· οι αριθμοί άλλαξαν, η φαμελιά του φυλλορροούσε σαν τα πλατάνια στην καρδιά του χειμώνα. Πολλά άλλαξαν... Ο ένας γιος του, ο Μηνάς, σήκωσε παντιέρα κι έβαλε στόχο να εκδικηθεί τους αδικοχαμένους αδερφούς. Μάνιασε ο γέρος και τον έδιωξε από το σπίτι. Κι ύστερα... Δίνη ο πόλεμος, λαίλαπα η ζωή, που τον παρέσυρε στο διάβα της. Βγήκε στο βουνό και έγινε αντάρτης με τον ΕΛΑΣ. Η καρδιά του στην πόλη, έξω από το σπίτι της Κρινιώς, να παραφυλάει μήπως και τη δει. Μα στεκότανε μακριά, πολύ μακριά, τόσο, ώστε να μην κινδυνεύει από τον Διονύση, τον ορκισμένο εχθρό του και αδερφό της."

Ο αγώνας είναι στο 65' οι Αυστραλοί παίζουν με δέκα παίχτες και η αλήθεια είναι ότι δεν μπορώ να συγκεντρωθώ πολύ καλά σε όσα γράφω τώρα. Φαίνεται ότι έρχοναι και άλλα γκολ. Ραντεβού λοιπόν σε περίπου δεκαπέντε μέρες με περισσότερα αξιανάγνωστα βιβλία και προτάσεις για το τι να πάρετε μαζί σας στην παραλία. Ένα ζήτημα που θέλει πολύ σκέψη. Χμ, χμ...

Πέμπτη 27 Μαΐου 2010

Το Βασίλειο της Αράχνης ΙΙΙ

Καλημέρα! Αυτές τις μέρες διαβάζω τις "Αλήθειες των Άλλων" του Νίκου Θέμελη. Αν και στην αρχή νόμισα ότι θα με κουράσει το θέμα (πάλι Μικρά Ασία, Αϊβαλί, διωγμοί κλπ;), τελικά η πλοκή και η ανάπτυξη των χαρακτήρων σχεδόν με ενθουσίασε. Ο συγγραφέας προσεγγίζει κάθε ζήτημα από πολλές πλευρές, προσπαθώντας να ιχνηλατίσει την ξεχωριστή αλήθεια του καθενός. Είμαι στις τελευταίες σελίδες πλέον και έχω μείνει απόλυτα ικανοποιημένος.

Συγκεντρώνω δυνάμεις ανάγνωσης για τις επόμενες ημέρες, γιατί αναμένω την κυκλοφορία δύο βιβλίων από φίλους, τα οποία είμαι σίγουρος ότι θα κάνουν με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο επιτυχία. Είναι το "Κοράκι σε Φόντο Άλικο" του Λευτέρη Κεραμίδα (εκδ. Πατάκη) και το "Δίκιο" του Νίκου Αραπάκη (εκδ. Λιβάνη). Περισσότερα όμως για αυτά στο άμεσο μέλλον. Ήρθε και πάλι η ώρα για λίγο shameless promotion.

Σε λίγες μέρες κυκλοφορεί το τρίτο μέρος του "Βασιλείου της Αράχνης", αποκλειστικά σε eBook από τις εκδόσεις Λιβάνη. Το Βασίλειο της Αράχνης είναι μια περιπέτεια επικής φαντασίας, την οποία γράφω τα τελευταία χρόνια. Ο πυρήνας της ιστορίας είναι ότι υπάρχει ένα απομονωμένο μεσαιωνικό βασίλειο, που οι οχτώ πόλεις του είναι χτισμένες πάνω σε μία οροσειρά. Για τους υπηκόους του βασιλείου τα βουνά είναι όλος ο κόσμος, ώσπου μία μέρα δέχονται την εισβολή ενός στρατού από τις άγνωστες πεδιάδες και ξεκινάει ένας πολυετής, καταστρεπτικός πόλεμος.
Με τα δεδομένα στο χώρο του βιβλίου να αλλάζουν ραγδαία, η κυκλοφορία του βιβλίου σε ηλεκτρονική μορφή είναι ένα πείραμα και παράλληλα ένα στοίχημα. Περισσότερα για τη σειρά των βιβλίων, όπως και μερικά αποσπάσματα μπορείτε να διαβάσετε στο ιστολόγιο του βιβλίου στο http://kingdomofarachnida.blogspot.com/.

Η σύνοψη του τρίτου βιβλίου, με υπότιτλο "Τέχνασμα δεμένο με άλλο τέχνασμα", είναι σε αδρές γραμμές η εξής: Μετά την απελπισμένη έξοδο απ’ την πολιορκούμενη πόλη της Αδιγχάρα, οι λιγοστοί επιζώντες συγκεντρώνονται στη ρίζα της γριάς βελανιδιάς για ν’ αποφασίσουν τις επόμενες κινήσεις τους. Ανάμεσά τους ο αγγελιοφόρος Αλιόσκα, η ταχυδακτυλουργός Νάιλο, ο πρώην κατάδικος Ροτ, ο ψευδοπροφήτης Φραγκίσκος και ο μισοξωτικός Χίλβαν.
Αποστολή τους είναι να βρουν τον πύργο του Παλαβού Αλχημιστή και αφού λύσουν το μυστηριώδη γρίφο της εισόδου, ν’ ανακαλύψουν το τρίτο κομμάτι της απόκρυφης περγαμηνής. Όμως υπάρχουν κι άλλοι που επιζητούν τα μυστικά της περγαμηνής και θα διαπράξουν ανόσια εγκλήματα προκειμένου να την αποκτήσουν.
Την ίδια ώρα που οι υπήκοοι της Αράχνης δίνουν την τελευταία μάχη ενάντια στους Πεδιανθρώπους, οι απεσταλμένοι των Ουρανών ετοιμάζονται να μονομαχήσουν με τους υπηρέτες του Κάτω Βασιλείου.
Στον τρίτο τόμο της σειράς μια περιπέτεια ολοκληρώνεται και μια νέα ξεκινάει. Μία νέα εποχή ετοιμάζεται να ανατείλει.

Με αφορμή την κυκλοφορία του τρίτου τόμου, ανέβασα στο youtube ένα trailer. Εκτός από το artwork του Γιώργου Δημητρίου και του Μιχάλη Φουντουκλή, στο video έχουν χρησιμοποιηθεί πίνακες του σπουδαίου Ρώσου εικονογράφου παραμυθιών Ivan Bilibin (1876-1942). Η μουσική είναι του Roger Subirana (http://www.rogersubirana.com/) και έχει χρησιμοποιηθεί σύμφωνα με την άδεια creative commons. Ελπίζω να σας αρέσει!

Παρασκευή 14 Μαΐου 2010

Κάλλια Παπαδάκη - Ο ήχος του ακάλυπτου


Μετά τον "Διάφανο Βασιλιά" της Ρόσα Μοντέρο, επιστρέφω εν μέσω ανακατατάξεων (και ζέστης). Έχει κυκλοφορήσει το τελευταίο Muzine και το επόμενο Bookmarks θα βγει περίπου στις 15 Ιουνίου. Επίσης από τη Χαραμάδα έχει κυκλοφορήσει η συλλογή διηγημάτων τρόμου "Ένα χαμόγελο στο σκοτάδι" του Δημήτρη Στρεμμένου, αλλά περισσότερα για αυτό στο εγγύς μέλλον. Πάντως την ερχόμενη Τετάρτη θα γίνει η πρώτη παρουσίασή του μεταξύ τυριού και αχλαδιού, στο Φαγιούμ, εδώ στην Πάτρα. Ο ποιητής Τηλέμαχος Τσαρδάκας θα διαβάσει το ομώνυμο διήγημα. και θα πιούμε κρασί στην υγειά της λογοτεχνίας. Περισσότερες λεπτομέρειες δείτε και στο σχετικό event στο facebook.

Όπως θα μάθατε οι περισσότεροι, απονεμήθηκαν πριν από λίγες μέρες τα λογοτεχνικά βραβεία του περιοδικού Διαβάζω. Ο Χάρης Βλαβιανός (ποίηση), ο Βασίλης Γκουρογιάννης (μυθιστόρημα), ο Γιάννης Κιουρτσάκης (δοκίμιο), η Κάλλια Παπαδάκη (πρωτοεμφανιζόμενη συγγραφέας), ο Χρήστος Μπουλώτης (παιδικό βιβλίο), η Φωτεινή Στεφανίδη (στην εικονογράφησή του) και ο Βασίλης Παπαθεοδώρου (λογοτεχνικό βιβλίο για μεγάλα παιδιά), ήταν οι νικητές του φετινού διαγωνισμού. Αυτές τις μέρες διαβάζω και απολαμβάνω το "Διπλό όνειρο της γραφής" των Βλαβιανού και Χρυσόπουλου, ένα πολύ αξιόλογο δοκίμιο περί λογοτεχνίας. Αν είστε στην Αθήνα στις τέσσερις του σημειώστε στο ημερολόγιό σας την αντικριστή ανάγνωση που θα γίνει στο cafe Dasein. Παραθέτω ένα μικρό απόσπασμα για να κινήσει την περιέργειά σας:

9.4.2. Να μια σχετική στιχομυθία: Λούντβιχ Βιτγκενστάιν: "Πες μου, γιατί φαινόταν πιο εύλογο στους ανθρώπους ότι ο ήλιος γύριζε γύρω από τη γη, και όχι το ανάποδο;" Νόρμαν Μάλκολμ: "Προφανώς γιατί αυτό έβλεπαν στον ...ουρανό". Λούντβιχ Βιτγκενστάιν: "Μάλιστα. Και τι θα έβλεπαν αν η γη γύριζε γύρω από τον ήλιο;" (από την ταινία του Ντέρεκ Τζάρμαν "Βιτγκενστάιν", 1993)
Αλλά το "Διπλό όνειρο" ανήκει στα βιβλία που θα μας απασχολήσεουν αναλυτικότερα μία από τις επόμενες εβδομάδες. Αφορμή για τη σημερινή ανάρτηση είναι ο "ήχος του ακάλυπτου". Όσοι είναι πιστοί αναγνώστες της στήλης θα θυμούνται ότι πριν από ένα χρόνο είχα διαβάσει το βιβλίο και είχα συζητήσει με τη συγγραφέα του. Έπειτα την είχα γνωρίσει και στην παρουσίαση του βιβλίου της εδώ στην Πάτρα. Ήταν μέσα Μαίου, μόλις είχαν ξεκινήσει οι Πανελλήνιες με το μάθημα της έκθεσης, με τους φίλους πηγαίναμε σχεδόν κάθε μέρα στο Φάρο για juggling (εκείνοι- εγώ έβλεπα) και ένα μεσημέρι τους είχα διαβάσει το πρώτο διήγημα του βιβλίου της Παπαδάκη (από τότε η Εμμανουέλα μού ζητάει συνέχεια να δθαβάζω).

Σκέφτηκα λοιπόν σήμερα να επαναλάβω την ανάρτηση εκείνου του Μαίου. Συγχαρητήρια Κάλια, αλλά και σε όλους όσοι κέρδισαν ή ήταν υποψήφιοι!

ΜΑΪΟΣ 2009

Καλημέρα!

Χάρηκα πολύ την περασμένη Πέμπτη, γιατί στις πανελλήνιες εξετάσεις που ολοκληρώνονται αυτές τις μέρες, το θέμα της νεοελληνικής λογοτεχνίας ήταν ένα ποίημα του Μίλτου Σαχτούρη, αυτού του τόσο σημαντικού ποιητή της χώρας μας. Αν δεν έχετε στα ράφια της βιβλιοθήκης σας κάτι δικό του, θα πρότεινα να αναζητήσετε, οι στίχοι του είναι πανέμορφοι: «Χρόνια ο ουρανός ήτανε ένα δύσκολο χαρτί κρυμμένο μεσ' στην τσέπη μου / και μεσ' στον κήπο μου φύτρωνε όλη τη μέρα αίμα / γιατί βροχή πέφταν οι πέτρες απ' τον άλλο ουρανό / τσακίζοντας κρέατα & κόκκαλα / Έτσι σαν ήθρε η Ανάσταση ντυμένος μαύρα μ' ένα κόκκινο κερί / βγήκα τρελός στους δρόμους ήμουνα ένα κίτρινο πουλί σαν κι αυτά που ζωγράφιζε ο Modigliani / Ποτέ μου / ποτέ μου δεν είχα γεννηθεί...»

Προχωράμε στο δικό μας θέμα και επιστρέφουμε σήμερα στα αφιερώματα σε Έλληνες συγγραφείς, με μία συλλογή διηγημάτων που κυκλοφόρησαν πρόσφατα οι εξαιρετικά καλαίσθητες εκδόσεις «Πόλις». Πρόκειται για το πολύ καλό βιβλίο «Ο Ήχος του Ακάλυπτου: έξι κοινόχρηστες ιστορίες», της νεαρής πρωτοεμφανιζόμενης συγγραφέως Κάλλιας Παπαδάκη. Η Κάλλια γεννήθηκε στο Διδυμότειχο το 1978, μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη και σπούδασε οικονομικά στις ΗΠΑ, στο Bard College και στο Πανεπιστήμιο Brandeis. Όπως όμως φάνηκε, παράλληλα καλλιέργησε και την αγάπη της για τη λογοτεχνία.

Πριν από δύο εβδομάδες είχα την τύχη να παρακολουθήσω την παρουσίαση που έγινε για το βιβλίο στην Πάτρα και έτσι σχημάτισα ακόμα σφαιρικότερη γνώμη για το περιεχόμενό του. Το είχα διαβάσει νωρίτερα και η δική μου ανάλυση συνέπεσε σε πολλά σημεία με όσα ειπώθηκαν εκείνη τη βραδιά για τον «Ήχο του Ακάλυπτου». Γνώρισα την ευγενέστατη Κάλλια και για να μάθουμε όλοι περισσότερα, της ζήτησα να μου παραχωρήσει μία συνέντευξη για τους αναγνώστες της Μπρίζας, την οποία και θα διαβάσετε παρακάτω.

Ο «Ήχος του Ακάλυπτου» είναι γκρίζος, μουντός, είναι ο ήχος που ανεβαίνει και κατεβαίνει στον φωταγωγό και διαχέεται μονότονα γιατί μονότονες είναι και οι ζωές των συνηθισμένων ανθρώπων. Ενίοτε, όμως είναι και αστείος, λίγο πιο φωτεινός μέσα στη κατήφειά του και συντονίζεται με τη ζωηρή καθημερινότητα των όχι και τόσο συνηθισμένων ανθρώπων.

Το βιβλίο αποτελείται από έξι διηγήματα, τα οποία έχουν βρεθεί δεμένα μέσα στις ίδιες σελίδες, ενωμένα απ’ τον συνδετικό κρίκο της αναγκαστικής, κάθετης συγκατοίκησης. Θα διαβάσετε έξι ιστορίες ενοίκων μιας τσιμεντένιας πολυκατοικίας, που αν και η κάθε μία είναι φαινομενικά ανεξάρτητη από την άλλη, μολαταύτα συνδέονται με λεπτά, πλην φανερά νήματα. Με την αστικοποίηση που έγινε στην Ελλάδα τις δεκαετίες του ’60 και του ‘70, ήταν φυσικό η δράση στις ιστορίες καθημερινότητας να μεταφερθεί από τις αυλές των σπιτιών, στους ακάλυπτους των πολυκατοικιών. Η νέα γενιά συγγραφέων έχει μεγαλώσει σε αστικό τοπίο και από εκεί αντλεί τη θεματολογία της.

Γενικά ο «Ήχος του Ακάλυπτου» αξίζει να διαβαστεί για να πάρετε μία απολαυστική γεύση της σύγχρονης πεζογραφίας και για να αποδράσετε από τη ρουτίνα της δικής σας πολυκατοικίας. Εντυπωσιακό είναι ότι ανάλογα με τον ήρωα του διηγήματος, αλλάζει και ο τρόπος γραφής για να συνταιριάζει με την ιδιοσυγκρασία και την ψυχοσύνθεσή του. Η Κάλλια Παπαδάκη γράφει πολύ ωραία και θα περιμένουμε στο μέλλον ακόμα περισσότερα από την πένα της. Συγχαρητήρια νομίζω αξίζει και ο εκδοτικός οίκος και για την πολύ φροντισμένη σύνθεση, αλλά και για τη χαρακτηριστική υφή του εξωφύλλου. Τον «Ήχο του Ακάλυπτου» θα τον βρείτε στο κοντινότερο βιβλιοπωλείο σας και τότε θα μάθετε περισσότερα για τον τυφλό που απάγεται απ’ τη ρωσο-πακιστανική μαφία γιατί «είδε κάτι που δεν έπρεπε», για τις κουτσομπόλες Τάδε και Μαριλένα, για τον lifeless διαμεσολαβητή πτωμάτων, για τη μεταμελημένη Δήμητρα, για τον συγγραφέα που γράφει σαν τρελός για να προλάβει και τέλος για την ημίτρελη ιδιοκτήτρια πανσιόν.

Αυτά για την ώρα. Ραντεβού την επόμενη Πέμπτη! Εσείς συνεχίστε την ανάγνωση με όσα είπαμε με την Κάλλια για την οικονομία, τη Θεία Δίκη, τον πόλεμο στην Αλγερία και το happy end στα βιβλία.

- Πώς είναι να είσαι συγγραφέας σε τόσο νεαρή ηλικία; Έχεις άγχος πριν από μια παρουσίαση ή μιλώντας σε συναδέλφους;

Δεν ξέρω. Τις ίδιες αγωνίες έχω, την ίδια κακή και καλή διάθεση, την ίδια ρουτίνα. Αν κάτι έχει αλλάξει, είναι πως δεν αισθάνομαι τόσο έντονα την ανάγκη να καταπιαστώ με το πληκτρολόγιο του υπολογιστή. Περιμένω πρώτα να σβήσει ο απόηχος του ήχου του ακάλυπτου. Όσο για το άγχος, μάλλον εγκλιματίζομαι σταδιακά στους ρυθμούς του. Βέβαια, το πιο αμήχανο κομμάτι της συγγραφής είναι εκείνο της επόμενης μέρας: το μετά-συγγραφικό. Λίγο πριν την παρουσίαση τα χέρια βαραίνουν και δεν έχεις που να τ΄ακουμπήσεις, το σώμα κάθεται λίγο άγαρμπα κι άβολα στην καρέκλα, το κοινό μισοχαμογελά και κρέμεται από την πρώτη σου κουβέντα. Ακόμη και τώρα, η προοπτική μιας παρουσίασης μου δημιουργεί την ίδια εσωτερική ανησυχία. Όσο για τους συναδέλφους που τυχαίνει ή μη, να παραβρίσκονται στο κοινό μιας παρουσίασης, σίγουρα δεν δρουν αγχολυτικά.

- Μπορεί κάποιος στην Ελλάδα να ζήσει επαγγελματικά από τη συγγραφή;

Μάλλον όχι. Οι Έλληνες δεν διαβάζουν όσο οι Σκανδιναβοί. Η αγορά του βιβλίου είναι μικρή και περιορισμένη. Όσο κι αν τα ποσοστά αναγνωσιμότητας μπορεί να έχουν αυξηθεί, το αναγνωστικό κοινό παραμένει κοντά στο 10 τοις εκατό. Πλην ορισμένων συγγραφικών εξαιρέσεων, όπου οι πωλήσεις φτάνουν τις δεκάδες χιλιάδες, έχω την εντύπωση πως δεν είναι εφικτό να ζει κανείς μόνο από τα έσοδα των πωλήσεων. Είναι θέμα απλής αριθμητικής: όπως και να το δεις ο ισολογισμός βαραίνει προς τα κάτω.

- Υπάρχουν και στην αληθινή ζωή κάποιοι απ' τους χαρακτήρες του βιβλίου; Σε τι ποσοστό οι συγγραφείς συγκρατούν λεπτομέρειες απ' τον κόσμο γύρω τους για να τις χρησιμοποιήσουν στα βιβλία τους;

Νομίζω πως ναι. Οι χαρακτήρες μου υπάρχουν, γιατί τα διάσπαρτα δομικά στοιχεία τους πηγάζουν από την καθημερινότητα. Είτε μελλοντική, είτε παρελθοντική. Η σκέψη και μόνο, η σύλληψη οποιασδήποτε ιδέας, θέτει την πιθανότητα εκπλήρωσής της. Το μυαλό προοικονομεί αυτά που όσο απίθανο κι αν μοιάζουν, μπορεί να συμβούν. Οι συγγραφείς συλλέγουν υλικό από τον κόσμο γύρω τους, το καταγράφουν και το μεταπλάθουν σε μια έκφανση της πραγματικότητας.

- Το τελευταίο διήγημα, το "Όλα σε τάξη" αφήνει έντονη γεύση "Θείας Δίκης". Πιστεύεις ότι υπάρχει και στην πραγματικότητα κάτι ανάλογο;

Μπορεί και να υπάρχει. Η Θεία Δίκη θυμίζει τις ζαριές στο τάβλι, έρχεται κι ανατρέπει τις χαμένες παρτίδες. Όταν έγραφα τη Ζωή (με όλο το συμβολισμό που δύναται να φέρει το όνομά της) δεν μου πήγαινε μια γυναίκα τόσο τυραννισμένη, τόσο κακότυχη στις ζαριές που της έτυχαν, να την αφήσω έρμαιο μιας άδικης μοίρας. Έστω και χωρίς την έμπρακτη και συνειδητή συμμετοχή της Ζωής, άρα χωρίς το προσωπικό στοιχείο της εκδίκησης, οι βασανιστές της έπρεπε να τιμωρηθούν, εξού και το τέλος που τους επιφυλάσσει η ιστορία. Όμως δεν είναι παρά ένα γκρίζο τέλος, κλείνεις το βιβλίο και μένεις μ’ένα μισό, στραβό, αμήχανο χαμόγελο.

- Τα βιβλία πρέπει να έχουν happy end;

Κανείς δεν υποχρεώνει κανέναν για τίποτα. Τα βιβλία έχουν το τέλος που τους ταιριάζει. Το τέλος έρχεται σαν μια συνδετική κατακλείδα που δένει αρχή και μέση. Είναι η φυσική εξέλιξη της μυθοπλασίας. Το τέλος, happy or not, πρέπει να αφουγκράζεται το ύφος, τη δομή και το περιεχόμενο της αφήγησης.

- Ο ήχος του ακάλυπτου είναι ένας μουντός, θλιμμένος ήχος;

Ο ήχος του ακάλυπτου είναι ένας παράξενος ήχος, ένα συνονθύλευμα ήχων που σου τραβά την προσοχή, κάπως οικείο, όμως παράταιρο, σε κερδίζει με τη σελίδα, σαν ένα προσωπικό στοίχημα, λέξη με τη λέξη σε γοητεύει, και κάθε τόσο πατά πάνω σε μια ύφεση που σου σφίγγει το στομάχι.

- Πώς φαντάζεσαι τον εαυτό σου μετά από δέκα χρόνια; Υπάρχει κάποιο όνειρο που θα ήθελες οπωσδήποτε να πραγματοποιήσεις;

Πριν από δέκα χρόνια, βρισκόμουν στην Αμερική και έκανα σπουδές οικονομίας. Η ορθολογιστική προοπτική ήταν να γίνω μια πολυάσχολη οικονομολόγος και να ζω στην Νέα Υόρκη. Ο οικονομικός ορθολογισμός κουτσά στραβά αποδέχεται το απρόοπτο, ως εξωγενές συμβάν, όχι όμως και την προοπτική της αβεβαιότητας, ως μια ενδογενή δυναμική κατάσταση. Εάν η οικονομική θεωρία κατανοείται καλύτερα με βάση τον ορθολογισμό, η ίδια η εμπερία της ζωής τον ανατρέπει. Δέκα χρόνια μετά, κι έχω ανατρέψει τις τότε προσδοκίες που βασίστηκαν στα χνάρια της τότε πρωτινής πορείας. Οπότε, τώρα πια, τα δέκα χρόνια μετά, μοιάζουν αναπάντεχα πιθανά, ανατρέψιμα κι αναστρέψιμα. Ποιός ξέρει; Καμιά φορά ονειρεύομαι την Νέα Υόρκη από την αρχή, με δικούς μου όρους και προΰποθέσεις.

- Θα έγραφες ένα βιβλίο στα αγγλικά για να έχεις περισσότερες ευκαιρίες να γίνεις γνωστή στο εξωτερικό;

Μόνο αν βίωνα την καθημερινότητα της πόλης στ’αγγλικά. Η ίδια η γλώσσα της καθημερινότητας δίνει ρυθμό, δομή και περιεχόμενο στην αφήγηση. Δεν θα μπορούσα να γράψω ένα αγγλικό κείμενο στην Ελλάδα. Θα του στερούσα τη μισή ζωή.

- Ποιο είναι το κίνητρό σου για να γράφεις;

Η προσωπική μου διασκέδαση, η δυνατότητα να φτιάχνω μικρόκοσμους, να παίζω με τις λέξεις και να συνθέτω εικόνες, να σκηνοθετώ πάνω στο χαρτί.

- Kindle ή παραδοσιακό βιβλίο;

Παραδοσιακό βιβλίο. Με τσαλακωμένες, βρεγμένες, σκισμένες, πολυκαιρισμένες σελίδες, με σημειώσεις υποσημειώσεων κι αναφορές στο παρελθόν.

- Διαβάζεις συγκεκριμένα είδη λογοτεχνίας; Θα μοιραστείς με λίγα λόγια κάτι που διάβασες πρόσφατα και θα το πρότεινες στους αναγνώστες;

Τα τελευταία δυο χρόνια προτιμώ το νουάρ μυθιστόρημα. Πριν από λίγο καιρό διάβασα Το Μαύρο Αλγέρι του Maurice Attia. Το βιβλίο με γοήτευσε, η ατμόσφαιρα μου έφερε στο μυαλό κομμάτια από το μικρό στρατιώτη του Γκοντάρ. Ο πόλεμος της Αλγερίας, η ακροδεξία οργάνωση που δεν θέλει την αναγνώριση της ανεξαρτησίας της Αλγερίας από την κυβέρνηση Ντε Γκωλ, η αδιάφορη αστυνομία και ο μη συμβατικός αστυνόμος Μαρτίνεθ, που προσπαθεί να εξιχνιάσει μια υπόθεση δολοφονίας, συνθέτουν όλα μαζί το σκηνικό ενός πολιτικού και ιστορικού μυθιστορήματος με νουάρ δράση κι αφήγηση.

- Τρεις από τις αγαπημένες σου ταινίες;

Εφιστώ την προσοχή στο “τρεις από τις αγαπημένες σου” και όχι στο “οι τρεις αγαπημένες σου ταινίες”! Uzak του Ceylan, Les enfants du paradis του Carné, American Beauty του Mendes.


Πέμπτη 6 Μαΐου 2010

Η ιστορία του Διάφανου Βασιλιά


Καλημέρα, ελπίζω από την προηγούμενη συνάντησή μας να πέρασαν δύο ή τρία βιβλία από τα χέρια σας.

Στην επικαιρότητα είχαμε την περασμένη εβδομάδα την ανακοίνωση των υποψηφιοτήτων για τα βραβεία του σημαντικού περιοδικού «Διαβάζω», και πιο τρανταχτή απουσία κατά τη γνώμη μου ήταν αυτή του «Ιμαρέτ» του Γιάννη Καλπούζου, που είχε κερδίσει το Δεκέμβριο το βραβείο αναγνωστών. Υποψήφια για το βραβείο καλύτερου μυθιστορήματος είναι μεταξύ άλλων το «Κόκκινο στην Πράσινη Γραμμή» του Βασίλη Γκουρογιάννη, η «Εβραία νύφη» του Νίκου Δαββέτα, οι «Φωτιές του Ιούδα» της Ρέας Γαλανάκη, η «Επιστροφή» του Μιχάλη Μοδινού και τα «Λόγια φτερά» του Χρήστου Χωμενίδη. Από τις υπόλοιπες κατηγορίες υποψηφιοτήτων ξεχωρίζω σε αυτή των πρωτοεμφανιζόμενων συγγραφέων την Κάλλια Παπαδάκη, για το βιβλίο της «Ο ήχος του ακάλυπτου» (εκδ. Πόλις).

Είχα με ένα φίλο τις προάλλες μια συζήτηση σχετικά με τα ιστορικά μυθιστορήματα, ένα λογοτεχνικό είδος που και στους δύο μας αρέσει πολύ. Μού ζήτησε να του προτείνω μερικά και έκανα μία πρόχειρη λίστα με ορισμένα που έχω διαβάσει και μου άφησαν τις καλύτερες εντυπώσεις. Φυσικά στην κορυφή της λίστας βρίσκονται τα βιβλία του Στήβεν Πρέσφιλντ. Η επιτυχία και η αναγνώριση ξεκίνησαν με τις «Πύλες της Φωτιάς», ένα συγκλονιστικό μυθιστόρημα για τη σύγκρουση τριακοσίων Σπαρτιατών ενάντια στην αχανή στρατιά του Ξέρξη στο στενό των Θερμοπυλών. Η φράση του εξωφύλλου έχει μείνει χαραγμένη στη μνήμη μου, γιατί απεικονίζει με ακρίβεια το περιεχόμενο του βιβλίου: «ο Στίβεν Πρέσφιλντ δεν ήταν το 480 π.Χ. στις Θερμοπύλες, αλλά όταν τελειώσετε την ανάγνωση του βιβλίου θα νομίζετε ότι εσείς ήσασταν». Μετά τις «Πύλες της Φωτιά» ακολούθησαν κι άλλα βιβλία του ίδιου συγγραφέα (πάντα στις εκδ. Πατάκη) και ξεχωρίζω τα πολύ αξιόλογα «Τελευταία Αμαζόνα» (Αμαζόνες και Θησέας), «Ματωμένη Εκστρατεία» (εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου στο Αφγανιστάν) και το πιο πρόσφατο «Σκοτώστε τον Ρόμελ» (επιχειρήσεις των Βρετανών κομάντο στις ερήμους της Β. Αφρικής). Είναι ένας συγγραφέας που αγαπάει την ιστορία και γράφει καλά βιβλία.

Σε σχέση τώρα με το Βυζάντιο μπορείτε να δοκιμάστε την τριλογία των «Παλαιολόγων» του Γιώργου Λεονάρδου, ενώ ανώτερη θεωρώ τη γραφή του Μιχάλη Σπέγγου στο «Imperium», το οποίο αναφέρεται σε μία ασαφή περίοδο συγκρούσεων χριστιανών και μουσουλμάνων (αμφότερα από εκδ. Λιβάνη). Παρόμοια επιτυχημένη επιλογή έχει κάνει στο «Και στη μέση η Θάλασσα» ο Μεσσήνιος Νίκος Αραπάκης (εκδ. Μπατσιούλας). Ο τελευταίος επιστρέφει σε λίγες μέρες με νέο ιστορικό μυθιστόρημα, τοποθετημένο στην περίοδο της κατοχής και έχοντας πάρει μεταγραφή για τον Λιβάνη. Το αναμένουμε.

Επίσης ένα από τα καλύτερα ιστορικά μυθιστορήματα που έχω διαβάσει είναι το έπος «Ευμενίδες» του Τζόναθαν Λίτελ (εκδ. Λιβάνη), που είχαν προκαλέσει αρκετό θόρυβο πριν τρία χρόνια όταν και εκδόθηκαν στη χώρα μας. Ένας αξιωματικός των Ες-Ες αφηγείται τις εμπειρίες του από τον πόλεμο, όχι για να εξιλεωθεί ή να ζητήσει συγχώρεση, αλλά για να δικαιολογήσει τις φρικαλεότητες που διαπράχθηκαν στο όνομα της ιδεολογίας του. Αν σας αρέσει η περίοδος του δευτέρου παγκοσμίου και είστε έμπειρος αναγνώστης, έχει να σας προσφέρει πολλά- μην σας τρομάξουν οι χίλιες σελίδες του.

Ας ολοκληρώσουμε την περιήγηση μας στην ιστορία με ένα έργο, που διάβασα πρόσφατα και μπήκε κατευθείαν στη λίστα με τα αγαπημένα μου. Είναι το εξαιρετικό «Η ιστορία του Διάφανου Βασιλιά» της Ρόσα Μοντέρο, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Άγκυρα. Η υπόθεση ξεκινάει στα βάθη του Μεσαίωνα και ανάμεσα στα σύνορα Ισπανίας και Γαλλίας, όταν οι φεουδαρχικοί πόλεμοι σαρώνουν τη φράγκικη επαρχία. Ένα δεκαπεντάχρονο κορίτσι, προκειμένου να γλυτώσει τη ζωή της μεταμφιέζεται σε αγόρι, φοράει μία πανοπλία και αποφασίζει να υποδυθεί τον ξεπεσμένο ιππότη που πουλάει το σπαθί του στον υψηλότερο πλειοδότη. Συναντά μία γυναίκα που δηλώνει μάγισσα και αφού την προσλαμβάνει ως ιπποκόμο, ξεκινούν μαζί μία περιπλάνηση που στόχο έχει το μυθικό Άβαλον. Βέβαια δεν αργούν να διαπιστώσουν ότι η σκοτεινή πραγματικότητα δεν προσφέρεται για ονειροπολήσεις, αλλά τουλάχιστον ταξιδεύουν σε άγνωστα μέρη και δραπετεύουν από το σκληρό βίο του δουλοπάροικου.

Στον ταραγμένο 12ο αιώνα, η περιπέτεια μπλέκεται με την ηθική του ισχυρού και η αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής με τους θρησκευτικούς κυκλώνες που παρασέρνουν τις ζωές των απλών χωρικών. Και ανάμεσα σε μονομαχίες, αιρέσεις, πολιτικές ανακατατάξεις και κάθε λογής κινδύνους, στις σελίδες του βιβλίου εμφανίζεται ξανά και ξανά η ιστορία του Διάφανου Βασιλιά, ένα σταθερό σημείο αναφοράς, που μαγεύει με την πολύπλοκότητα της σύλληψής του. Έξοχη αναπαράσταση εποχής, πολύ δουλεμένη η μετάφραση της Ντίνας Σιδέρη για ένα επικό παραμύθι που αξίζει μία περίοπτη θέση στα ράφια της βιβλιοθήκης σας. Στο οπισθόφυλλο λέει ότι είναι «πρωτότυπο και δυνατό, έχει δύναμη που ξεχειλίζει από βιβλία που είναι προορισμένα να γίνουν κλασικά». Λοιπόν, θα συμφωνήσω απόλυτα.

Περίπου εδώ κλείνω για σήμερα. Αυτές τις μέρες διαβάζω ένα ακόμα ιστορικό μυθιστόρημα, τους «Εκλεκτούς του Θανάτου» του Λευτέρη Σακκά (εκδ. Μπατσιούλας). Μ’ αρέσει, μάλλον θα αναζητήσω τον συγγραφέα για συνέντευξη. Νεότερα σε δεκαπέντε μέρες. Over and out.

Πέμπτη 22 Απριλίου 2010

8ο τεύχος Bookmarks - ΑΛΕΞΗΣ ΖΟΡΜΠΑΣ και ΖΟΜΠΙΣ


ΑΛΕΞΗΣ ΖΟΡΜΠΑΣ ΚΑΙ ΖΟΜΠΙΣ


Στην Αγγλία μάλλον είναι δύσκολο για κάποιον συγγραφέα να εκδοθεί, ακόμα κι αν έχει γράψει ένα λογοτεχνικό αριστούργημα. Μια κλασική περίπτωση που το αποδεικνύει είναι το προ τριετίας πείραμα του δημοσιογράφου Ντέιβιντ Λάσμαν, ο οποίος υπόβαλε προς έκδοση σε δεκαοχτώ εκδοτικούς οίκους και ατζέντηδες, βιβλία της Τζέιν Όστεν. Όπως δεν άργησε να διαπιστώσει, τα μυθιστορήματά της Όστεν παρότι έχουν πουλήσει εκατομμύρια αντίτυπα σ' όλο τον κόσμο και έχουν μεταφερθεί με επιτυχία στον κινηματογράφο, σήμερα δεν θα έβρισκαν εκδότη.


Ο Λάσμαν δακτυλογράφησε και έστειλε τα αρχικά κεφάλαια από το «Αβαείο του Νορθάνγκερ» και την «Πειθώ», αλλάζοντας μόνο τοπωνύμια και ονόματα προσώπων. Οι απορριπτικές απαντήσεις έπεσαν σαν βροχή. Ο οίκος «Μπλούμσμπερι» του Χάρι Πότερ επισήμαινε ότι «παρ' ότι διαβάσαμε τη δουλειά σας με ενδιαφέρον, δεν ταιριάζει στον κατάλογό μας», ενώ και οι ατζέντηδες της Ρόουλινγκ τον πληροφόρησαν ότι θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να προωθήσουν το έργο του.


Στη δεύτερη φάση του σχεδίου, ο Λάσμαν αποφάσισε να γίνει θρασύς. Επέλεξε το «Περηφάνια και Προκατάληψη», παράλλαξε ελάχιστα τα ονόματα των ηρώων και το έστειλε με τον τίτλο «Πρώτες εντυπώσεις» («First Impressions» ήταν ο αρχικός τίτλος που είχε δώσει ο Όστεν στο βιβλίο της). Φρόντισε μάλιστα να παραθέσει αυτούσιο τον πιο διάσημο πρόλογο της βρετανικής λογοτεχνίας: «Αποτελεί κοινή πεποίθηση πως όταν ένας άνδρας είναι ελεύθερος κι έχει αξιόλογη περιουσία, χρειάζεται και μία σύζυγο». Καμία έκπληξη. Οι απορριπτικές επιστολές έφτιαξαν και πάλι μια μικρή στοίβα στο γραφείο του Λάσμαν. Πάνω πάνω αυτή από τις εκδόσεις «Πένγκουιν», οι οποίες εκδίδουν στην Αγγλία τα έργα της Όστεν: «Οι "Πρώτες εντυπώσεις" φαίνεται να είναι ένα ενδιαφέρον και πρωτότυπο ανάγνωσμα».


Μόνον ο Αλεξ Μπόουλερ από τον οίκο «Τζόναθαν Κέιπ» αντιλήφθηκε τη λογοκλοπή. Στην απάντησή του έγραψε: «Οι πρώτες εντυπώσεις μου από το βιβλίο σας είναι δυσπιστία, ενόχληση και φυσικά στιγμές γέλιου. Θα σας συμβούλευα να επιστρέψετε στη βιβλιοθήκη το αντίτυπο του «Περηφάνια και Προκατάληψη», που στοιχηματίζω βρίσκεται δίπλα στη γραφομηχανή σας, και να προσπαθήσετε την επόμενη φορά ο πρόλογός σας να διαφοροποιείται κάπως από αυτόν της Όστεν».


Προχωρώντας σε πιο πρόσφατα νέα, το «Περηφάνια και Προκατάληψη» συνεχίζει να είναι δημοφιλές ανάγνωσμα για όλες τις ηλικίες, ακόμα και για όσους αρέσκονται να ξεριζώνουν κεφάλια απέθαντων στις οθόνες των υπολογιστών τους. Πέρσι κυκλοφόρησε με μεγάλη επιτυχία σε Αγγλία και Αμερική το βιβλίο «Pride and Prejudice and Zombies», μια παρωδία στηριγμένη εξ ολοκλήρου στο κείμενο του κλασικού μυθιστορήματος. Ο εικονοκλάστης συγγραφέας Σεθ Γκράχαμ-Σμιθ αποφάσισε να συνδυάσει τη ρομαντική εποχή της Όστεν με στοιχεία από ταινίες τρόμου και φυσικά ζόμπι. Το αποτέλεσμα ήταν αυτό το απίθανο μυθιστόρημα, που διαβάστηκε πολύ από εφήβους και σύντομα ακολουθήθηκε από το εξίσου προβοκατόρικο «Sense and sensibility and sea monsters». Τα βιβλία αυτά θα τα δούμε μεταφρασμένα και στη χώρα μας, ενώ είναι βέβαιο ότι η ανάμειξη ακραία διαφορετικών λογοτεχνικών υλικών θα μας απασχολήσει στο μέλλον. Πάντως πριν λίγες μέρες κυκλοφόρησε στο εξωτερικό το prequel των βιβλίων του Σεθ, με τίτλο «Pride and Prejudice and Zombies: Dawn of the Dreadfuls». Οι πιστοί προσέλθετε.


* Όπως καταλαβαίνετε ο τίτλος του editorial αποτελεί μια πρόταση για όποιον θέλει να δοκιμάσει την τύχη του σε αντίστοιχο ελληνικό φόντο.

Παρασκευή 16 Απριλίου 2010

Λογοτεχνικά blogs

Ανεβάζω ένα link που είμαι σίγουρος ότι ενδιαφέρει πολλούς που ενημερώνονται για το βιβλίο στο net.

http://biblio-blogs.blogspot.com/

Στην πολύ χρήσιμη παραπάνω διεύθυνση της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Σερρών, μπορείτε να ενημερώνεστε για τις αναρτήσεις πολλών λογοτεχνικών blogs.

Τετάρτη 31 Μαρτίου 2010

Σταυρούλα Σκαλίδη - Κρέας από σταφύλι

«Κρέας από σταφύλι»

Συνέντευξη της Σταυρούλας Σκαλίδη στον Γιάννη Πλιώτα


Σχεδόν Απρίλιος! Ο χρόνος κυλάει πολύ γρήγορα και πιθανότατα τις ώρες που θα διαβάζετε αυτές τις γραμμές εγώ θα ταξιδεύω με λεωφορείο, παρέα με ένα βιβλίο. Πηγαίνω στην Κόνιτσα να παρουσιάσω το βιβλίο του Κωνσταντίνου Μίσσιου «Η νύχτα της λευκής παπαρούνας» και αν σας φέρει ο δρόμος σας στο βορρά, η εκδήλωση γίνεται το Σάββατο 27 Μαρτίου στις 7 το απόγευμα.
Η επιλογή του «ποιο βιβλίο να διαβάσω τώρα» είναι περίπλοκη διαδικασία για όλους. Μπορεί να το έχει προτείνει ένας φίλος, να είναι κάτι που διαφημίζεται, να είναι δώρο, να είναι γνωστός ο συγγραφέας, να υπάρχει σ’ όλες τις βιτρίνες, το εξώφυλλο να είναι όμορφο ή η πλοκή στο οπισθόφυλλο μυστηριώδης. Για μένα συνήθως η επιλογή είναι συνδυασμός πολλών παραγόντων, άρα μπορεί να θεωρηθεί απολύτως τυχαία. Αν διαβάσω κάτι από έναν συγγραφέα και μου αρέσει πολύ, δεν σπεύδω να διαβάσω τα άπαντά του. Αφήνω καιρός να περάσει μέχρι να διαβάσω πάλι κάτι δικό του, να αφομοιώσω το προηγούμενο και να το απολαύσω με το πέρασμα του χρόνου. Επίσης θέλω να διαβάζω βιβλία από πολλά διαφορετικά είδη. Από ποίηση μέχρι ιστορία και από συναισθηματικά μέχρι φάνταζυ, όλοι οι καλοί χωράνε κι όλοι οι πιστοί ας προσέλθουν.
Σε κάθε περίπτωση ήμουν τυχερός γιατί έπεσε στα χέρια μου το βιβλίο της Σταυρούλας Σκαλίδη «Κρέας από σταφύλι», ένα από τα καλύτερα μυθιστορήματα που διάβασα τον τελευταίο καιρό. Κατ’ αρχάς λίγα λόγια για τη συγγραφέα. Η Σταυρούλα Σκαλίδη γεννήθηκε το 1978 στον Άγιο Αδριανό Αργολίδος και εργάζεται ως δημοσιογράφος. Από τις εκδόσεις Πόλις κυκλοφορεί και το βιβλίο της «Προδοσία και εγκατάλειψη», που τιμήθηκε με το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα του περιοδικού Διαβάζω.
Θα σταθώ σε δύο σημεία. Είναι σημαντικό ότι το προηγούμενο βιβλίο της τιμήθηκε από το Διαβάζω, δηλαδή το πιο έγκυρο λογοτεχνικό περιοδικό της χώρας. Ναι, τα βραβεία και οι διαγωνισμοί στην τέχνη είναι ένα μεγάλο κεφάλαιο για συζήτηση, αλλά η βράβευση παραμένει βράβευση. Επίσης το «Κρέας από σταφύλι» είναι το δεύτερο βιβλίο της συγγραφέως στις εκδόσεις Πόλις. Θεωρώ ότι η Πόλις ανήκει στους δύο-τρεις αξιολογότερους εκδοτικούς οίκους. Χωρίς υπερβολή θεωρώ ότι οποιοδήποτε βιβλίο έχει τη σφραγίδα αυτή, είναι αξιανάγνωστο.
Όταν λοιπόν το κράτησα ομολογώ ότι κοιταχτήκαμε με το εξώφυλλο λίγο καχύποπτα. Για κάποιο απροσδιόριστο λόγο, έβρισκα δύσκολο να συμβιβαστώ με τον τίτλο: «Κρέας από σταφύλι, μια ιστορία ωμοφαγίας». Κέντρισε, όμως την περιέργειά μου και ευθύς καταβυθίστηκα στην ιστορία. Η πρώτη σειρά του μυθιστορήματος έχει ως εξής: «Θα σου σπάσω το κεφάλι στα πλακάκια. Τ’ ακούς;».
Η αυλαία ανοίγει με τα οργισμένα λόγια του Θεόφιλου, ενός ανθρώπου που συσσωρεύει χρόνια μέσα του μίσος και αποστροφή για τη μητέρα του. Τελικά ξεσπάει και εγκαταλείπει σπίτι, οικογένεια και χωριό για να ζήσει μια άλλη ζωή, μακριά και ξένος απ’ όλους. Είναι μια ζωή πιο γαλήνια, αλλά αναγκάζεται να την πληρώσει πολύ ακριβά, ο Θεόφιλος θα μπορούσε να γίνει ήρωας σε αρχαία τραγωδία.
Το «Κρέας από σταφύλι» διαβάζεται πολύ γρήγορα, οι 133 σελίδες πέρασαν από τα χέρια μου σε λιγότερο από δύο μέρες. Η γλώσσα της Σταυρούλας Σκαλίδη είναι περίτεχνη, δείχνει η συγγραφέας ότι χειρίζεται με εκπληκτική άνεση το λόγο. Στο ίδιο άρτιο επίπεδο και η ιστορία, με τα στοιχεία που μπλέκονται να είναι στις κατάλληλες αναλογίες και αρμονικά τοποθετημένα. Κεντρικός άξονας είναι οι ενδοοικογενειακές σχέσεις και το πώς αυτές επηρεάζονται από τον απρόβλεπτο παράγοντα της τρέλας. Το δεύτερο μεγάλο ζήτημα που θίγεται είναι αυτό των ανθρώπων του περιθωρίου, αυτών που δυστυχώς είναι αόρατοι τόσο στα μάτια του κράτους, αλλά και στα δικά μας. Είναι μια δύσκολη παραδοχή και ελπίζω να βάλει τους αναγνώστες του βιβλίου σε σκέψεις.
Αν σας αρέσουν τα κλασικά αναγνώσματα της νεοελληνικής πεζογραφίας, νομίζω θα αγαπήσετε την ιστορία ωμοφαγίας όσο και εγώ. Επειδή μου άρεσε τόσο πολύ αποφάσισα να αναζητήσω την ίδια τη συγγραφέα και να μας εκθέσει τις απόψεις της περί συγγραφής και βιβλίων. Το αποτέλεσμα ήταν μια ενδιαφέρουσα ανταλλαγή ερωτήσεων.

- Γιατί χαρακτηρίζετε το «Κρέας από σταφύλι», μια ιστορία ωμοφαγίας;

Γιατί είναι. Και ομοφαγίας. Οι ήρωές μου τρώνε τις σάρκες τους μεταξύ τους, κυριολεκτικά και μεταφορικά, για χάρη και εξαιτίας των συναισθημάτων τους. Τρώγονται ζωντανοί, ωμοί, καθημερινά, κατασπαράζοντας τελικά τον ίδιο τους τον εαυτό.

- Ποιος μπορεί να βοηθήσει άστεγους ανθρώπους σαν το Θεόφιλο; Είναι ευθύνη αποκλειστικά της πολιτείας; Έχουμε όλοι ευθύνες και σε ποιο βαθμό;

Σας αντιγυρίζω την ερώτηση. Και την απευθύνω και σ’ όποιον τυχόν διαβάσει αυτές τις γραμμές. Ας το απαντήσει ο καθένας μόνος του, είναι δική του υπόθεση. Η απάντηση για μένα είναι “Εγώ σε κάθε βαθμό που αντιλαμβάνομαι”. Πριν φτάσουμε στις ευθύνες, ας τους δούμε πρώτα ότι ζουν γύρω μας, μαζί μας, χωρίς εμάς. Είναι το πρώτο βήμα. Ας τους δούμε, γιατί υποκρινόμαστε εύκολα ότι δεν υπάρχουν. Επειδή εγώ τους βλέπω -όχι πάντα κι εγώ- ήθελα να έχω κι άλλους μάρτυρες σ´ αυτό που αντικρίζω. Να μοιραστώ το βάρος. Μπορεί να είναι “ποταπός” τρόπος η λογοτεχνία και κυρίως αναποτελεσματικός, αλλά αυτόν έχω.

- Είναι λίγο τετριμμένη ερώτηση, αλλά πάντα είμαι περίεργος να μάθω: είναι κάποιοι από τους ήρωες σας πραγματικά πρόσωπα;

Τι εννοείτε εσείς “πραγματικά”; Όλοι οι ήρωές μου είναι φτιαγμένοι από υλικά της προσωπικής μου αλήθειας και αντίληψης του κόσμου, άρα έχουν υπάρξει για μένα, τουλάχιστον στη φαντασία μου. Φυσικά για να είναι αληθοφανείς στηρίζονται σε στοιχεία ρεαλιστικής πραγματικότητας “τι φοράνε, τι τρώνε, πώς ζουν, τι επαγγέλλονται”, αρκούν όμως αυτά για να κάνουν ένα πρόσωπο “πραγματικό”; Νομίζω ότι ένα κοπλιμέντο που μπορεί να μου κάνει κάποιος, είναι ότι κάτι, κάποιον του θυμίζουν οι ήρωές μου, αλλά δεν είναι σε θέση ποτέ να προσδιορίσει ποιον και τι...

- Πώς θα περιγράφατε την επίδραση που είχε σε εσάς η αποδοχή του «Προδοσία και Εγκατάλειψη» από τους κριτικούς;

Αιφνιδιάστηκα. Από εκεί και πέρα, αν αρκούσαν οι επισημάνσεις των κριτικών, τότε όλοι θα ήταν αξεπέραστοι λογοτέχνες. Κι εκείνοι οι συγγραφείς που αγνοήθηκαν από την κριτική όσο ζούσαν και αποθεώθηκαν πάλι από την κριτική μετά το θάνατό τους;

- Πόση σημαντική είναι μία βράβευση για έναν πρωτοεμφανιζόμενο συγγραφέα; Κρύβονται κίνδυνοι;

Εσείς αν κερδίσετε ένα δημοσιογραφικό βραβείο, μετά θα γράψετε καλύτερα ή χειρότερα; Απλώς αποκτά κανείς την αίσθηση ότι τον “είδαν”, ότι παρουσιάστηκε το έργο του και δεν πέρασε απαρατήρητο. Στην αρχή αυτό ίσως να είναι μια ενθάρρυνση, στην πορεία δεν ξέρω, μπορεί να θέλω να είμαι “αθέατη”, αν αυτό μου επιτρέπει να παρατηρώ καλύτερα, να διαβάζω καλύτερα και να γράφω καλύτερα και φυσικά να ζω καλύτερα. Ποιος ξέρει; Επικίνδυνο είναι ακόμη και να καθόμαστε άπραγοι μέσα στο σπίτι μας, όλο και κάτι θα μας συμβεί.

- Μια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουν;

Προτιμώ να κάνω εγώ ερωτήσεις και ιδίως τις πιο τετριμμένες και απλές και τόσο προφανείς που ίσως κάποιοι τις παραλείπουν -δημοσιογραφική αρχή αυτή- λαμβάνεις τις πιο αναπάντεχες απαντήσεις κάποτε και μπορεί να βγάλεις και “είδηση”.

- Μπορεί να ζήσει κάποιος αποκλειστικά από τη συγγραφή στη χώρα μας; Πιστεύετε ότι το βιβλίο θα επηρεαστεί από την οικονομική κρίση;

Προφανώς ορισμένοι άνθρωποι ζουν και από τα βιβλία. Πού να ξέρω; Ένα από τα ισχυρότερα ταμπού αυτή τη στιγμή στο δυτικό κόσμο θεωρούνται οι ερωτήσεις περί των οικονομικών αποδοχών κάποιου, αλλά στην Ελλάδα δεν ντρεπόμαστε καθόλου να ρωτάμε, όσο άκομψο κι αν είναι. Όλοι με ρωτάνε πόσα λεφτά έβγαλα από το πρώτο βιβλίο. Δεν ζω από τη συγγραφή, αλλά από τη δημοσιογραφία, έντεκα χρόνια τώρα. Δεν γράφω λογοτεχνία για να βγάλω λεφτά, υπάρχουν πολύ πιο εύκολοι και ανώδυνοι τρόποι για να κερδίσει κάποιος της ζωή του, χωρίς να παίζει κορώνα-γράμματα με τον εαυτό του.
Νομίζω ότι αυτοί που διάβαζαν, συνεχίζουν να διαβάζουν, ίσως με λίγο πιο αυστηρά προσωπικά κριτήρια από παλιότερα να επιλέγουν τα βιβλία τους. Ίσως και πάλι. Μπορεί να μην έχεις περισσότερα λεφτά να διαθέσεις, αλλά άμα διαβάζεις, είναι εξάρτηση, δεν το απαρνιέσαι με τίποτα. Τα τελευταία μου λεφτά θα τα έδινα για ένα βιβλίο. Άλλωστε αυτοί που απέκτησαν λεφτά τα προηγούμενα χρόνια εύκολα, αγόρασαν τζιπ και μεζονέτες και όχι βιβλία, υποψιάζομαι...

- Διαβάζετε περισσότερους Έλληνες ή ξένους συγγραφείς; Ποιοι είναι μερικοί απ’ τους αγαπημένους σας; Υπάρχει κάποιο βιβλίο που σας έχει επηρεάσει πρώτα ως άνθρωπο και μετά ως συγγραφέα;

Διαβάζω συνεχώς και τα πάντα. Προφανώς έχω διαβάσει περισσότερο ξένη λογοτεχνία. Με “κατέκτησε” πρόσφατα ο Lawrence Durrell, που τον ανακάλυψα λόγω “Αλεξανδρινού Κουαρτέτου”. Θαυμάζω ιδιαίτερα το Θανάση Τριαρίδη από σύγχρονους έλληνες λογοτέχνες. Με συγκινεί η γραφή του Μισέλ Φάις, του Σωτήρη Δημητρίου, του Κυριάκου Αθανασιάδη και πολλών άλλων που προφανώς αδικώ. Οτιδήποτε διαβάζω με επηρεάζει με κάποιον τρόπο. Ακόμη κι αν το αντιμετωπίζω αρνητικά, ως αποφυγή. Γιατί διαχωρίζετε τον άνθρωπο και το συγγραφέα; Το ίδιο πρόσωπο είναι. Είμαστε ό,τι γράφουμε κι όπως το γράφουμε. Απλώς στη ζωή μας έχουμε περισσότερους περιορισμούς απ´ ό,τι στη γραφή.

- Είναι ηλεκτρονικό το μέλλον των βιβλίων; Διαβάζετε e-books;

Είναι σίγουρα ηλεκτρονικό το μέλλον του Τύπου και στη συνέχεια και του βιβλίου, φαντάζομαι. Το χαρτί ακόμη για μένα κάνει άριστα τη δουλειά του. Απλώς δεν έχει τύχει να προμηθευτώ e-book, ίσως είναι θέμα χρόνου. Το σπίτι μου κατακλύζεται από βιβλία, λέτε σε λίγο να χωράνε όλα σε ένα φλασάκι;

- Είσαστε τακτική blogger. Πόσο έχει βοηθήσει το διαδίκτυο τους νέους συγγραφείς; Θα διαβάζατε ένα βιβλίο που δημοσιεύεται σε συνέχειες σ’ ένα ιστολόγιο;

Έχω μπλογκ, όπως κάποιος θα είχε τηλέφωνο. Ένα μέσο επικοινωνίας είναι απλώς, τίποτε άλλο. Και βιβλία να μην έγραφα, θα είχα ιστολόγιο, γιατί είναι μια δημιουργική απασχόληση. Σαν να καλλιεργώ έναν διαδικτυακό κήπο. Δεν έχει σχέση με τη συγγραφή.
Δεν έχω την υπομονή να διαβάσω ένα βιβλίο σε συνέχειες. Σαν σίριαλ, ας πούμε; Μια χαρά διαβάζω όμως διαδικτυακές ολοκληρωμένες εκδόσεις είτε τυπώνοντάς τες είτε διαβάζοντας από την οθόνη, γιατί σου το επιτρέπει η γραφή και η δομή τους.

- Πόσο δύσκολο (ή εύκολο) είναι για έναν συγγραφέα να κάνει κριτική σε βιβλία συναδέλφων;

Πόσο δύσκολο ή εύκολο είναι εσείς να μου απευθύνετε ερωτήσεις, από τη στιγμή που είστε συνάδελφος δημοσιογράφος; Πόσο δύσκολο ή εύκολο θα ήταν για σας αν ήμουν νηπιαγωγός; Θα είχε διαφορά; Δηλαδή είναι εύκολο να γράφει κάποιος κριτικά για το έργο κάποιου που είναι οδοντίατρος ή βιβλιοπώλης ή καθηγητής ή δάσκαλος; Είναι δύσκολο γενικά, γιατί εκτίθεσαι εσύ ο ίδιος που γράφεις για τα βιβλία, αποκαλύπτεται ο εαυτός σου -σχεδόν το ίδιο όσο και του συγγραφέα τον οποίο έχεις να αντιμετωπίσεις κριτικά-, οι προθέσεις σου. Είναι αρκετά άγριο αυτό. Ένας συγγραφέας μπορεί να μην αποκαλύψει τις προθέσεις του, αλλά ένας κριτικός είναι υποχρεωμένος απέναντι στον εαυτό του και τη στοιχειώδη δημοσιογραφική δεοντολογία, αλλιώς θα θεωρηθεί κακόβουλος, αναξιόπιστος.

- Κάποτε ο Δημήτριος Καμπούρογλου είπε το εξής: «Εις τον τόπον μας δεν αρκεί να γνωρίζη να γράφη κανείς, πρέπει να γνωρίζουν και οι άλλοι να διαβάζουν.» Θα θέλατε να μας το σχολιάσετε;

Ξέρετε για να φτάσει κάποιος να γράψει λογοτεχνία, πρώτα έχει διαβάσει λογοτεχνία, έχει μαγευτεί απ´ αυτή και μετά επειδή κατακλύζεται από λογοτεχνία, γράφει. Βρίσκει τον εαυτό του εκεί, ανάμεσα στις λέξεις. Οτιδήποτε άλλο μου φαίνεται μικρόψυχο. Άλλωστε δεν είμαστε μόνον ο τόπος μας σ´ αυτόν τον κόσμο.

- Θα δοκιμάζατε να γράψετε ένα βιβλίο σε εντελώς διαφορετικό είδος; Πχ ένα έργο επιστημονικής φαντασίας ή ένα ιστορικό μυθιστόρημα; Ο επιτυχημένος συγγραφέας πρέπει να ταυτίζεται με τις επιθυμίες του αναγνωστικού του κοινού;

Τι θεωρείτε “επιτυχημένο συγγραφέα” εσείς; Εγώ εκείνον που καταφέρνει με ό,τι γράφει, να αγγίξει την ψυχή έστω ενός άλλου ανθρώπου εκεί έξω -να βρεθεί μέσα στην καρδιά του- και το πιθανότερο είναι να μην το μάθει και ποτέ. Τι σχέση έχει η λογοτεχνία με την επιτυχία; Η λογοτεχνία υποθάλπει και πολεμά μαζί μια διαρκώς ανανεούμενη ματαιότητα. Πολλοί από τους “επιτυχημένους συγγραφείς”, αν τους ορίζετε εσείς με βάση τις πωλήσεις τους, είναι ήδη πεθαμένοι, πώς ακολουθούν τις επιθυμίες του αναγνωστικού τους κοινού; Μήπως οι αναγνώστες δεν είναι αυτοί που τελικά ακολουθούν τους συγγραφείς και όχι το αντίστροφο;

- Τι γράφετε αυτή την περίοδο;

Κάτι που είναι στα σπάργανα ακόμα και άρα πολύ πρόωρο να εκτεθεί δημοσίως.

*Φωτογραφία της συνέντευξης:
Ύδρα Πάρντος