Τρίτη, 7 Οκτωβρίου 2014

Ελένη Βαηνά - Το αύριο αργεί πολύ

Μετά από αρκετό καιρό επιστρέφω για ένα καλό βιβλίο με κεντρικό άξονα την αναζήτηση μιας φιλόξενης πατρίδας. Είναι το τέταρτο βιβλίο της Ελένης Βαηνά και μου άφησε τις καλύτερες εντυπώσεις τόσο λόγω της ιδιαίτερης γραφής όσο και λόγω της πειστικής ιστορικής ατμόσφαιρας.

Η υπόθεση σύμφωνα με τη δική μου ανάγνωση: Λίγο καιρό μετά την επανάσταση του Κιλελέρ, η ζωή στη Θεσσαλία παραμένει μαρτυρική για τους κολίγους. Τρία νεαρά αδέρφια, ο Δημήτρης, ο Αργύρης και η Κατίνα, αποφασίζουν ότι θέλουν κάτι καλύτερο από το μέλλον τους και εγκαταλείπουν τον κάμπο με προορισμό τη Γη της Επαγγελίας, την Αμερική, όπου έχει ήδη μεταναστεύσει ένας θείος τους.
   Το ταξίδι μοιάζει με μακρόσυρτο βασανιστήριο, αλλά τελικά καταφέρνουν να φτάσουν στην Ιθάκη τους, το ελληνικό εστιατόριο «Πελοπόννησος» στην οδό Ρούσβελτ 7, στο Lower East Side του Μανχάταν. Εκεί, σε μια μικρή κάμαρα περνούν τα πρώτα χρόνια τους, προσαρμόζονται, κάνουν όνειρα και ο καθένας παίρνει το δρόμο του.
   Η Κατίνα, ως γυναίκα, αναγκάζεται να αποδεχτεί για σύζυγο της την επιλογή των αδερφών της, και καταλήγει να ζήσει μια καταπιεσμένη ζωή, μακριά από τον άνδρα που πραγματικά αγαπάει.
   Τα χρόνια περνούν και τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα σκιαγραφούνται μέσα από τις ζωές των ανθρώπων: μετά το Κραχ του 1929, ακολουθεί μια περίοδος βαθιάς ύφεσης, έρχεται το New Deal, η άνοδος του Ναζισμού και τελικά το ξέσπασμα του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου.
   Όταν πλέον η οικογένεια της Κατίνας διαλύεται, η ίδια κλείνεται στον εαυτό της και όλοι φοβούνται τα χειρότερα. Έρχεται όμως η μοίρα να αποδώσει δικαιοσύνη και να ενώσει ξανά δύο ανθρώπους που ήταν γραφτό να είναι για πάντα μαζί. 

Γιατί αξίζει να το διαβάσετε: Δυνατά συναισθηματικά στοιχεία, μια μεγάλη ιστορία αγάπης, οικογενειακά δράματα, μίση και πάθη. Η ιδιαίτερη γραφή του, σε συνδυασμό με τη δομή, την απρόσκοπτη ροή και τη συνέπεια των χαρακτήρων, το κάνουν ένα καλό βιβλίο.
   Η Βαηνά καταφέρνει να αναπαραστήσει πιστά την εποχή και να δημιουργήσει μια έντονη ατμόσφαιρα.  Ενδιαφέρουσα μυθοπλασία μέσα στο ιστορικό πλαίσιο των πρώτων δεκαετιών του 20ου αιώνα. Ανάγλυφοι χαρακτήρες, καλά δομημένοι και με συνεπή συμπεριφορά. Ανατροπές (ευχάριστες και δυσάρεστες). Ηθογραφικά στοιχεία μιας περασμένης εποχής. 
   Το μεταναστευτικό ρεύμα της εποχής προς την Αμερική φέρνει στο νου καταστάσεις του σήμερα. 

 
Χαρακτηριστικό απόσπασμα: Ο Πειραιάς, ένα σωστό μελίσσι. Άνθρωποι πηγαινοέρχονταν ασταμάτητα, χαμάληδες λεροί, ταξιδιώτες καλοντυμένοι που τους ακολουθούσαν υπηρέτες φορτωμένοι με μπαγκάζια, ναυτικοί λίγο πριν μπαρκάρουν, μικροπωλητές που διαλαλούσαν την πραμάτεια τους, κουλουρτζήδες, σαλεπιτζήδες, στραγαλατζήδες, ζητιάνοι με τα χέρια απλωμένα για ελεημοσύνη, μικροαπατεώνες που γύρευαν μέσα στην κοσμοπλημμύρα σε ποιον θα βάλουν χέρι, πόρνες του λιμανιού που ψάρευαν πελάτες και εκατοντάδες εξαθλιωμένοι χωριάτες, που είχαν φτάσει μέχρι εκεί για να βρουν τρόπο ν’ ανέβουν σ’ ένα πλοίο και να φύγουν, αναζητώντας μια καλύτερη μοίρα. Κάθονταν οκλαδόν δίπλα σε μπόγους και καλάθια, που έδειχναν πόση προετοιμασία είχαν κάνει αυτοί οι άνθρωποι για το μακρινό ταξίδι. Ορισμένοι, με μάτια πυρετώδη, πηγαινοέρχονταν μέσα στο πλήθος για να εξασφαλίσουν το πολυπόθητο εισιτήριο· άλλοι, που πλέον είχαν σιγουρέψει το φευγιό τους, αποχαιρετούσαν συγγενείς με αγκαλιές και φιλιά.
«Να μας γράφεις, να μη μας ξεχάσεις», έλεγε μια κακοπαθημένη γυναίκα στο παλικάρι που ολοφάνερα ήταν γιος της. «Να προσέχεις, να μην αρρωστήσεις!»
«Μόλις τακτοποιηθώ, θα φροντίσω να έρθετε και οι υπόλοιποι», απαντούσε ο νέος μη μπορώντας να κρύψει τον ενθουσιασμό του – η χαρά του που έφευγε ήταν πολύ μεγαλύτερη από τη στενοχώρια που άφηνε την οικογένειά του.
Μέσα σ’ αυτό το πολύχρωμο και πολύβουο πλήθος τα τρία αδέλφια τα έχασαν, ζαλίστηκαν. Δεν μπορούσαν να φανταστούν πόσο πολλοί ήταν εκείνοι που είχαν τον ίδιο πόθο με αυτούς. Αμέτρητοι δεν είχαν στον ήλιο μοίρα και, για να επιζήσουν, είχαν πιαστεί σαν ναυαγοί από το σανίδι της ελπίδας για μια καλύτερη ζωή. Το υπερωκεάνιο στα μάτια των παιδιών έμοιαζε με βουνό που έπλεε στο νερό, ένα ανθρώπινο θαύμα. Οι λαμαρίνες άστραφταν κάτω από τον ήλιο καλοβαμμένες, τα άλμπουρα έφταναν ως τον ουρανό, βάρκες στα πλαϊνά του κρεμασμένες, ένα σμάρι από λευκοντυμένους άντρες έτρεχε πάνω κάτω. Κάποιοι έδιναν εντολές με φωνή δυνατή, κάποιοι βιάζονταν να τις εκτελέσουν και άλλοι, μάλλον κατώτεροι, έπλεναν τα καταστρώματα. Μερικοί, κρεμασμένοι σαν μαϊμούδες στα άλμπουρα, έβαφαν με τέχνη αξιοπρόσεχτη κάτι ρίγες που τα έκαναν να ξεχωρίζουν ακόμη περισσότερο. Αν και κρεμασμένοι με σχοινιά, καθόλου δεν επηρεαζόταν η σταθερότητα του χεριού τους. Ο απόπλους είχε οριστεί για το απόγευμα της ίδιας μέρας, γι’ αυτό και επικρατούσε αναβρασμός προετοιμασιών.

>Αγοράστε το βιβλίο σε έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή. 
>Αν είστε στην Αθήνα μπορείτε να γνωρίσετε τη συγγραφέα στην πρώτη παρουσίαση που γίνεται την Πέμπτη στον Ιανό.



Δεν υπάρχουν σχόλια: