Παρασκευή 27 Μαρτίου 2009

26 Μαρτίου- Ανάμισης Ντενεκές


Το «πού πάμε» μας το δείχνει συχνά το «από πού ερχόμαστε»

Η ιστορία ενός ανθρώπου που πέρασε στην παρανομία για ένα έγκλημα πάθους. Το μυθιστόρημα του Γιάννη Μακριδάκη «Ανάμισης Ντενεκές» εμπνέεται από έναν θρύλο της εποχής, τον Γεώργιο Πέτικα, που έζησε στη Χίο στις αρχές του προηγούμενου αιώνα.

Πριν από δύο εβδομάδες είχα την τύχη να παρευρεθώ σε μία πολύ ενδιαφέρουσα παρουσίαση, στο βιβλιοπωλείο Πολύεδρο της Πάτρας. Και αφού ένα κομμάτι της παρουσίασης είχε επιμεληθεί ο φίλος μου ποιητής Τηλέμαχος Τσαρδάκας, τον παρακάλεσα να μου δανείσει τα λόγια του, για να σας συστήσω ένα πολύ αξιόλογο βιβλίο, το «Ανάμισης Ντενεκές», του Γιάννη Μακριδάκη, το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Εστία. Απολαύστε:

Εχετε γεια ψηλά βουνά, κάμποι μου με τα ρόδα / Μάκελε με το κρυό νερό κι εγώ μισέβγω τώρα / Κι όταν ασπρίσει ο κόρακας και γίνει περιστέρι / Τότε να με παντέχετε εις τα δικά μας μέρη /
Αντρίκιο και Μιχαλικιό βγάτε στο μονοπάτι / Να πάρετε το Γιώργη μου γιατί εν ηξέρει να ‘ρτει /
Η μάντρα σου σ’ αναζητά κι οι αίγες σου φωνάζουν / «που είναι ο τσοπάνης μας» κλαίνε κι αναστενάζουν» / Τη μάντραν αρωτήσανε «μάντρα και πού ‘ναι ο γιός σου;» / «Σε γάμο τον καλέσανε να πα να στεφανώσει / Τον κάτω κόσμο πήαινε να ξανακαινουργιώσει» /
Αφήνω γεια και παίρνω γεια κι αφήνω κι αμανάτι / Αφήνω μια γαρυφαλιά, γαρύφαλα γεμάτη / Στέλλω σου χαιρετίσματα κι ένα κουτί λεβάντα / Να πλύνεσαι κάθε πρωί να με θυμάσαι πάντα».
Σας διάβασα μερικά από τα τελευταία τσοπάνικα μοιρολόγια που επιζούν στη Χίο. Τα συγκεκριμένα μοιρολόγια είναι τυχερά γιατί βρέθηκαν στο δρόμο του Γιάννη Μακριδάκη και διασώθηκαν και θα επιζήσουν. Θα μπορούσα να σας διαβάσω κι άλλα πράγματα που θα επιζήσουν: πώς γίνεται η σούμα ή μυζήθρα, ή τι πραγματικά σήμαινε Ελληνικό Κράτος και Ελληνική γραφειοκρατία για τα νησιά μας. Αυτή είναι εξάλλου η μεγάλη προσφορά του Γιάννη στον τόπο του και σε εμάς τους υπόλοιπους, να σώζει αυτά που θα χάνονταν στη λήθη και να μας συστήνει όσα – κακώς ίσως – δεν γνωρίζαμε. Είναι δύσκολη δουλειά αυτή, απαιτεί αληθινή αγάπη και μεράκι και λίγη τρέλα και θέλω να τον ευχαριστήσω πολύ που τα διαθέτει όλα αυτά.

Τα μοιρολόγια αυτά βρήκε τρόπο και τα ενέταξε μέσα στην αφήγηση του «Ανάμιση Ντενεκέ» ο Γιάννης, έστω κι αν αποπροσανατολίστηκε λίγο ο ερευνητής στο σημείο εκείνο όπως ο ίδιος σημειώνει. Καλά έκανε κι αποπροσανατολίστηκε. Καλά έκανε γιατί αυτοί οι μικροί αποπροσανατολισμοί είναι που μας αναγκάζουν να σταθούμε λίγο και να αναρωτηθούμε, που μας κάνουν να νιώσουμε λίγο χαμένοι και μας θυμίζουν ότι το «πού πάμε» μας το δείχνει συχνά το «από πού ερχόμαστε».

Ο Χιώτης «Ζορό»

Είχα την τύχη να διαβάσω το βιβλίο χωρίς να ξέρω τίποτα γι’ αυτό πέρα από το όνομα του συγγραφέα (τον οποίο γνώριζα από τα προηγούμενα βιβλία και τα περιοδικά του Πελινναίου). Ηταν ελεύθερο λοιπόν το πεδίο να απλωθεί η αφήγηση με όλη τη μαεστρία και όλες τις προθέσεις τις οποίες επιστράτευσε ο συγγραφέας για να μας πει την ιστορία του. Την ιστορία του Γιώργη Πέτικα, αυτού του Χιώτη «Ζορό» που το όνομά του πήρε διαστάσεις θρύλου πάνω στο νησί, όπως ταιριάζει σε όσους αρνούνται να συμβιβαστούν, να υποκύψουν, σε όσους δεν μπορούν παρά να ξεχωρίζουν. Το όνομα του Πέτικα δεν το είχα ξανακούσει. Ούτε για το θρύλο του ήξερα, ούτε είχα ιδέα τι θα διαβάσω ανοίγοντας το βιβλίο κι έτσι οι εκπλήξεις διαδέχονταν η μία την άλλη. Εχει αρκετές μέσα και μάλιστα εκεί που δεν το περιμένεις – πετυχαίνει δηλαδή τον βασικό σκοπό της λογοτεχνίας, να ψυχαγωγήσει τον αναγνώστη. Πέρασα πραγματικά πολύ ωραία διαβάζοντας αυτό το βιβλίο, απόλαυσα τις περιγραφές του γνώριμου Χιώτικου τοπίου και αγκιστρώθηκα από τη ροή της ιστορίας. Δεν ήθελα να αφήσω το Γιώργη μόνο του, ήθελα ν’ ανοίξω το βιβλίο ξανά, για να ξεπηδήσει και το επόμενο σημείωμα της αγαπημένης του από μέσα, και η επόμενη διαδρομή του στα βουνά, να δω μήπως κάποιους από όσους εμπιστεύτηκε τον πρόδωσε, μήπως κάποιος από όσους δεν τον πρόδωσαν το πλήρωσε.

Καταστρέφουν τη μαγεία

Ευτυχώς όσο διάβαζα το βιβλίο αντιστάθηκα στον πειρασμό να αναζητήσω κριτικές ή σχόλια ή αναφορές για το ίδιο ή για τον συγγραφέα. Και λέω ευτυχώς διότι αμέσως μόλις ολοκλήρωσα την ανάγνωση είχα την περιέργεια να δω τι έχει γραφτεί γι’ αυτό και πώς το έχει αποδεχτεί ο εκτός Χίου κόσμος. Πώς να τους ακούγονται άραγε όλα αυτά τα τοπωνύμια; Η ντοπιολαλιά μήπως τους ξενίζει; Πώς είναι να διαβάζεις για τα βουνά του Ανάβατου, για τα πεύκα που φτάνουν ως τη θάλασσα, για τα νερά της Ελίντας, για την πηγή του Γιόσονα, για τον ήλιο που δύει πάνω από τη Σιδηρούντα, για τα αλεπουδάκια που σαστίζουν μπροστά στους προβολείς του αυτοκινήτου όταν γυρίζεις νύχτα από τη Βολισσό…

Πώς είναι να τα φαντάζεσαι όλα αυτά χωρίς να θυμούνται οι αισθήσεις σου τις μυρωδιές, τις λάμψεις, τους ήχους…;

Διάβασα λοιπόν τις κριτικές αυτές – συγκεκριμένα του κ. Μοδινού στο Βήμα και του κ. Μόσχου στην Καθημερινή αν δεν κάνω λάθος. Τις διάβασα και έφριξα! Θύμωσα! Οχι γιατί γράφουν κάτι κακό ή θάβουν το μυθιστόρημα. Ισα ίσα που το προβάλλουν με θετικά λόγια και το συστήνουν. Θύμωσα γιατί το κάνουν με έναν τρόπο που αποκαλύπτει όλη την ιστορία – όταν λέω όλη εννοώ όλη! Γράφουν σε περίληψη τι γίνεται από την αρχή μέχρι το τέλος – καταστρέφοντας έτσι όλη τη μαγεία του να ζεις την ιστορία που διαβάζεις. Το θεωρώ απαράδεκτο να υποσκάπτεται η δυναμική ενός μυθιστορήματος έτσι. Πιστεύω ότι αυτό συμβαίνει επειδή στην πραγματικότητα οι άνθρωποι αυτοί που υποτίθεται ότι είναι ειδικοί και κάνουν κριτικές είτε δεν ξέρουν τη δουλειά τους είτε βαριούνται τρομερά να την κάνουν. Σε μια ταινία ας πούμε δεν προσφέρεις τίποτα λέγοντας από τη μια ότι είναι καλή και αποκαλύπτοντας από την άλλη ποιος είναι ο δολοφόνος. Δεν γίνεται έτσι. Το ίδιο ισχύει και για ένα βιβλίο. Αλλά αμφιβάλλω αν ενδιαφέρονται γι’ αυτά. Τους ενδιαφέρει να γεμίσουν τις στήλες της εφημερίδας με τον αριθμό λέξεων που πρέπει, να κάνουν δημόσιες σχέσεις με τον εκδότη – ίσως και με τον συγγραφέα αν είναι κανένας γνωστός – αλλά αρχίζω να βεβαιώνομαι ότι δεν τους ενδιαφέρει καθόλου ο αναγνώστης.

Ηρωας και εγκληματίας

Αφήνω τη γκρίνια στην άκρη και περνάω στον τρόπο γραφής του Γιάννη Μακριδάκη τουλάχιστον όπως τον αντιλαμβάνομαι εγώ. Καταφέρνει ο Μακριδάκης να βάλει τον αναγνώστη μέσα στην ιστορία και να τον εξοικειώσει με τους ήρωες χωρίς να τους χρωματίζει με κραυγαλέα χρώματα και χωρίς να τους τοποθετεί σε έναν πολύ προβλέψιμο άξονα καλού και κακού. Είναι ήρωας ο Πέτικας αλλά είναι και εγκληματίας. Είναι σύντροφος ο Τουρκοδήμητρος αλλά είναι και κλέφτης. Είναι σκληρός και κακός ο χωροφύλακας Πλαπούτας αλλά μήπως είναι απλά ένας αξιωματικός πιστός στο καθήκον του;

Κρατάει ο συγγραφέας την απόσταση του ερευνητή που αμφισβητεί συχνά τις πηγές του και που ενδιαφέρεται να βρει τα αληθινά πρόσωπα κάτω από τη σκόνη κι όχι τις διαστρεβλωμένες αγιογραφίες που συχνά έχει ανάγκη να διασώσει η συλλογική μνήμη. Οι χαρακτήρες σε πολλά σημεία καλύπτονται από την ίδια σκοτεινιά που καλύπτει και την έρευνα στην αρχή της. Ο ερευνητής ψάχνει στο σήμερα κι ο ήρωας κρύβεται στο χτες. Η εισαγωγή μέσα στην αφήγηση αυτής της παράλληλης δράσης – του φυγά Πέτικα που προσπαθεί να ξεφύγει από τους διώκτες του και του ερευνητή Μακριδάκη που «καταδιώκει» κι αυτός 90 χρόνια μετά έναν θρύλο μέσα σε βιβλία, εφημερίδες και ηχογραφημένες μαρτυρίες – είναι που κάνει τον «Ανάμιση Ντενεκέ» ξεχωριστό. Αυτό που κυνηγούμε, ο καθένας μας ξεχωριστά, η μνήμη μας, η νιότη μας, η νιότη του πατέρα μας, η γλώσσα που μιλούσε η γιαγιά μας, τα χωριά μας πριν γεμίσουν αλουμινόπορτες και ελενίτ, ο χρόνος που περνάει και μας θερίζει, τα δευτερόλεπτα που αλλιώς περνούν όταν είσαι τριάντα πέντε κι αλλιώς όταν αγγίζεις τα εκατό, ήταν κάποτε μες στα χέρια μας. Ηταν όλα μες τα χέρια μας κάποτε και ξεγλιστρήσανε. Θα μπορούσαμε να τα έχουμε κρατήσει, να τα έχουμε κάνει κτήμα μας, να τα έχουμε σώσει αλλά μας ξέφυγαν, όπως ξέφευγε ο Πέτικας απ’ τους χωροφυλάκους. Και τώρα δεν μπορούμε παρά να τρέχουμε από πίσω τους, μπας και καταφέρουμε να κρατήσουμε κάτι, να ανακαλύψουμε κάποια ατόφια κοιτάσματα παρελθόντος, όσο προλαβαίνουμε, αν προλαβαίνουμε.

Ο Γιάννης Μακριδάκης, από τους γενναίους της δικής μου γενιάς, με τον «Ανάμιση Ντενεκέ» κάποιον πρόλαβε, και τον τσάκωσε, και τον απαθανάτισε.


~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Στη φωτογραφία:
Ο Γιάννης Μακριδάκης
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Τετάρτη 18 Μαρτίου 2009

19 Μαρτίου- Μεταξύ συρμού και αποβάθρας

Παρουσίαση του βιβλίου και μια συνέντευξη της Έλενας Μαρούτσου στον Γιάννη Πλιώτα

Το σημερινό βιβλίο της παρουσίασης, το διάβασα έπειτα από σύσταση πολύ καλού φίλου, ο οποίος ενθουσιάστηκε και όπως διαπίστωσα δεν είχε καθόλου άδικο. Πρόκειται για το ευφυέστατο μυθιστόρημα “Μεταξύ συρμού και αποβάθρας” της Έλενας Μαρούτσου, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Καστανιώτη και είμαι σίγουρος ότι δεν θα είναι σήμερα η μοναδική φορά που ακούτε γι' αυτό.

Η Έλενα Μαρούτσου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1967. Σπούδασε Iστορία στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών κι έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Λογοτεχνία και στις Eικαστικές Tέχνες στην Αγγλία. Έχει ασχοληθεί με τη φωτογραφία και με το κολλάζ, ενώ το “Μεταξύ συρμού και αποβάθρας” είναι το τρίτο βιβλίο της. Για να έχετε, όμως πιο ολοκληρωμένη άποψη, οφείλω να συμπεριλάβω στην εισαγωγή μου, ακόμα δύο βιογραφικά, άσχετα μεταξύ τους, για λόγους που θα φανερωθούν παρακάτω.

Ο Ρενέ Μαγκρίτ (1898-1967) ήταν ένας Βέλγος σουρεαλιστής καλλιτέχνης με επιρροές από το κίνημα του ντανταϊσμού. Στα έργα του συχνά παραθέτει συνηθισμένα αντικείμενα, τοποθετημένα σε κάποιο ασυνήθιστο πλαίσιο, δίνοντας νέες ερμηνείες σε έννοιες, προοπτική και αντίληψη. Με τα φανταστικά και απρόβλεπτα στοιχεία, το έργο του γίνεται συχνά πνευματώδες και διασκεδαστικό. Ο Τάσος Λειβαδίτης (1922-1988) ήταν σημαντικός Έλληνας ποιητής. Σπούδασε νομικά, όμως τον κέρδισε η ποίηση. Ανέπτυξε έντονη πολιτική δραστηριότητα στο χώρο της αριστεράς με συνέπεια να εξοριστεί από το 1947 έως το 1951. Τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο ποίησης στο παγκόσμιο φεστιβάλ νεολαίας της Βαρσοβίας για τη συλλογή «Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου».

Πάμε, όμως στα του μυθιστορήματος. Η Λίνα είναι μία περίπου συνηθισμένη γυναίκα που φιλοσοφεί και της αρέσει να αλλοιώνει ενίοτε την πραγματικότητα ώστε να την συνταιριάζει με την αχαλίνωτη φαντασία της. Γράφει διηγήματα με ήρωες τους στενούς συγγενείς της, ψάχνει στον εαυτό της αποτυπώματα της γιαγιάς της και αναζητά ταυτόχρονα ένα νόημα σε όλα όσα στροβιλίζονται γύρω της. Είναι συναισθηματικά παρορμητική, διαθέτει άφθονα αποθέματα σαρκασμού για τους γύρω, αλλά και για τον εαυτό της, ενώ ακροβατεί μεταξύ φλεγματικής ψυχραιμίας και κρίσεων πανικού. Κομβικά σημεία στην ιστορία αποτελούν η αγάπη της για τους πίνακες του Μαγκρίτ (την οποία μοιράζεται με τη συγγραφέα) και μία αλληγορική ταινία που σκηνοθετεί ο φίλος της ο Δημήτρης και περιστρέφεται γύρω απ' την ποίηση του Τάσου Λειβαδίτη.

Τι θα ήταν, λοιπόν συμπυκνωμένο σε μία επικεφαλίδα το “Μεταξύ συρμού και αποβάθρας”; Θα το χαρακτήριζα ένα αυτοαναφορικό μυθιστόρημα, πανέξυπνα αστείο και εξόχως σουρεαλιστικό, μα πάνω απ' όλα μια ιστορία πάνω στην αγάπη, στη δυσκολία των ανθρώπινων σχέσεων και στην εναλλαγή των συναισθημάτων. Είμαι βέβαιος ότι όσο πλησιάζετε προς το τέλος θα αντιμετωπίσετε το ίδιο αγωνιώδες και αρχετυπικό δίλημμα με τη Λίνα. Υπάρχει το ιδανικό ή είναι μια φαντασίωση μες στο κεφάλι μας, ένας διεστραμμένο παιχνίδι που μας ωθεί σε ακατάληπτες ενέργειες;

Η πένα της Μαρούτσου μετατρέπει την ανάγνωση σε ένα άκρως απολαυστικό και γευστικό ταξίδι και θα πρότεινα ανεπιφύλακτα το “Μεταξύ συρμού και αποβάθρας” στους αναγνώστες κάθε είδους, που θέλουν να γελάσουν και να προβληματιστούν. Θα βρείτε τις καλαίσθητες, διανθισμένες με πίνακες του Μαγκρίτ, 352 σελίδες του σε όλα τα βιβλιοπωλεία, ενώ περισσότερα μπορείτε να μάθετε και σε όσα ενδιαφέροντα μου “αποκάλυψε” η ίδια η συγγραφέας:

Γιατί επιλέξατε τους πίνακες του Μαγκρίτ και γιατί την ποίηση του Λειβαδίτη;


Ο Μαγκρίτ είχε δηλώσει κάποτε ότι δε βλέπει τον εαυτό του ως ζωγράφο αλλά ως στοχαστή που χρησιμοποιεί ως μέσο τη ζωγραφική. Ένας λοιπόν απ’ τους κεντρικούς του «στοχασμούς» περιστρεφόταν γύρω απ’ τη γλώσσα και το χάσμα που χωρίζει τη λέξη από αυτό που προσπαθεί να περιγράψει. Σ’ ένα παρόμοιο χάσμα αναφέρεται κι ο τίτλος «Μεταξύ συρμού και αποβάθρας», το χάσμα που χωρίζει δηλαδή την πραγματικότητα απ’ την ερμηνεία της, ή την αποτύπωσή της μέσω της τέχνης (λογοτεχνίας, ζωγραφικής κλπ). Ο Λειβαδίτης, απ’ την άλλη, είναι απ’ τους πολύ αγαπημένους μου ποιητές και νομίζω πως το αίσθημα της απώλειας και της διάψευσης που ποτίζει τα ποιήματά του διαπερνάει και τους ήρωες τους βιβλίου που συχνά έρχονται αντιμέτωποι με τις πλάνες τους αναζητώντας πότε την αγάπη, πότε την αλήθεια πότε τον ίδιο τους τον εαυτό.


Ο χαρακτήρας της Λίνας έχει στοιχεία της προσωπικότητάς σας;


Η αλήθεια είναι πως έχω δανείσει πολλά στοιχεία της ιστορίας, της ταυτότητας και της προσωπικότητάς μου στην ηρωίδα, όμως πάντα ένας ήρωας είναι ένα πλάσμα φτιαχτό, μια επινόηση, και ως τέτοια είναι καλό να την αντιμετωπίζει ο αναγνώστης. Ο αφηγητής είναι μια μάσκα κι όσο κι αν μοιάζει με το συγγραφέα δεν ταυτίζεται με αυτόν.


Θα ακολουθούσατε τυχαία σημάδια της ζωής, όπως το δέσιμο των κορδονιών από έναν περαστικό;


Για να σας αποδείξω ότι άλλο εγώ κι άλλο η Λίνα, έχω να πω πως εγώ θα αρκούμουν και σε πoλύ μικρότερα σημάδια. Είμαι φύσει ρομαντική κι η φαντασία μου είναι πολύ ευέξαπτη.


Τελικά στις σχέσεις πρέπει να συμβιβαζόμαστε με ό,τι έχουμε ή να αναζητούμε το ιδανικό; Μήπως το ιδανικό είναι μια φαντασίωση;


Το ιδανικό είναι σίγουρα μια φαντασίωση μιας και οι άνθρωποι είμαστε πλάσματα ατελή. Από τη στιγμή όμως που θα βγούμε απ’ την κοιλιά της μαμάς μας είμαστε καταδικασμένοι να κυνηγάμε την εμπειρία της απόλυτης ένωσης, μια αίσθηση πληρότητας που μάλλον είναι ανέφικτη και δεν μπορεί να μας την προσφέρει κανείς. Παύουμε ίσως να την κυνηγάμε όταν (και αν) φτάσουμε στην σοφία ή την κούραση ή και στα δύο.


Η Λίνα γράφει διηγήματα με ήρωες τους συγγενείς της. Εσείς θα το κάνατε; Πόσο εκτίθεται ο συγγραφέας σε φίλους και οικείους;


Πολλά κομμάτια της οικογενειακής μου ιστορίας έχουν περιληφθεί σε αυτό, ως επί το πλείστον, αλλά και στα προηγούμενα βιβλία μου, στο μέτρο όμως που εξυπηρετούν την πλοκή του βιβλίου. Κι η ηρωίδα κάτι τέτοιο κάνει: γράφει μια φανταστική οικογενειακή αυτοβιογραφία. Άλλα στοιχεία τα επινοεί, άλλα τα παραλλάσσει, άλλα τα χρησιμοποιεί ατόφια. Σίγουρα πάντως κάτι τέτοιο, έχετε δίκιο, μπορεί να φέρει σε δύσκολη θέση συγγενείς και οικείους, όμως επειδή οι καθρέφτες που χρησιμοποιώ είναι παραμορφωτικοί πάντα μπορεί κανείς καμαρώσει πως πρόκειται για τον ίδιο ή να αποποιηθεί κάθε ομοιότητα, ανάλογα με το κέφι του.


Πόσα κομμάτια της ζωής μας χωράνε "μεταξύ συρμού και αποβάθρας";


Χωράνε αυτά που δεν έχουν βρει ακόμα τη θέση τους, τα μετέωρα, για κάποιους όλα.


Αισθάνεστε καθόλου ότι γράψατε το βιβλίο μαζί με τον Μαγκρίτ;


Ακριβώς έτσι: Μαζί του και εν αγνοία του. Οι πίνακές του χρησίμευσαν ως συνδετικό υλικό στο χτίσιμο της πλοκής αλλά και ως πυξίδα για την πορεία της. Σίγουρα, χωρίς τον Μαγκρίτ το βιβλίο δεν θα ήταν το ίδιο…


Μια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουν; Και ποια είναι η απάντηση;


Ερώτηση που θέλω να μου κάνουν: Είναι μεγάλη μας τιμή να σας προσφέρουμε το Νόμπελ λογοτεχνίας. Το δέχεστε;

Απάντηση: Μα τι λέτε; Αφού δεν το αξίζω… Αφού επιμένετε…Ναι.




Τετάρτη 11 Μαρτίου 2009

12 Μαρτίου- Watchmen





QUIS CUSTODIET IPSOS CUSTODES?

Στα σημερινά ράφια θα ασχοληθούμε με κάτι επίκαιρο, για το οποίο πιθανότατα κάτι θα έχει πάρει το αυτί σας. Πρεμιέρα σήμερα και στην Ελλάδα λοιπόν, για μια μεγάλη κινηματογραφική παραγωγή, το «Watchmen», μία πολύχρωμη ταινία δράσης, που φιλοδοξεί να μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη το ομώνυμο κόμικ. Και κάπου εκεί έρχομαι για να δώσω περισσότερες διευκρινήσεις ως προς το τι εστί «Watchmen» και για να το συστήσω ανεπιφύλακτα σε όλους ανεξαιρέτως τους αναγνώστες. Γνωρίζοντας ότι πολλοί από εσάς περιμένετε με ανυπομονησία την ταινία, θα φροντίσω να αποκλείσω από το άρθρο μου κάθε spoiler, περιορίζοντας τις αναφορές στην πλοκή μόνο στα πολύ βασικά και στην αρχή του πρώτου, εισαγωγικού κεφαλαίου.

Το «Watchmen» («Φύλακες» θα μπορούσε να είναι μια απόδοση), είναι ένα πολυσύνθετο graphic novel του οποίου τα δώδεκα μηνιαία τεύχη κυκλοφόρησαν από την DC στην Αμερική ανάμεσα στον Σεπτέμβριο του 1986 και τον Οκτώβριο του 1987. Το σενάριο υπέγραφε η ιδιόρρυθμη μεγαλοφυΐα Άλαν Μουρ (με έργα όπως το «V for Vendetta» και το «From Hell» να ξεχωρίζουν απ’ το βιογραφικό του) και το σχέδιο ο Ντέιβ Γκίμπονς, που έχει συνεργαστεί και στην καλλιτεχνική διεύθυνση της κινηματογραφικής μεταφοράς.

Η υπόθεση διαδραματίζεται σε μια εναλλακτική εκδοχή της ιστορίας κατά τη δεκαετία του ’80, όταν ο Νίξον είναι ακόμα πρόεδρος των Η.Π.Α. και η χώρα του βρίσκεται στα όρια ενός ολέθριου πυρηνικού πολέμου ενάντια στη Σοβιετική Ένωση. Παράλληλα η κοινωνία της Αμερικής έχει στιγματιστεί από το παράδοξο φαινόμενο της παρουσίας μασκοφόρων εκδικητών, οι οποίοι κυνηγούν αυτεπαγγέλτως το έγκλημα. Πριν ακόμα τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο αυτοί οι αστικοί ήρωες εμφανίστηκαν προσφέροντας τις υπηρεσίες τους, αλλά εδώ και περίπου μια δεκαετία η δράση τους θεωρήθηκε παράνομη και οι ίδιοι πέρασαν στο περιθώριο με τις εικόνες τους αποδομημένες. Υπάρχει, όμως μία εξαίρεση, ο βίαιος, υπερπατριώτης και στυγνός Ρόρσαχ, που συνεχίζει να δρα μακριά από τα βλέμματα της δημοσιότητας και ουσιαστικά καταζητούμενος από τη νόμιμη εξουσία. Έρχεται η δολοφονία ενός βετεράνου υπερήρωα, του Comedian, να κινήσει τις υποψίες του Ρόρσαχ, που σιγά σιγά ξετυλίγει ένα μπλεγμένο κουβάρι διαφθοράς για να οδηγηθεί σε μια συνωμοσία ασύλληπτων προεκτάσεων.

Αυτή είναι πάνω κάτω η ιστορία, που επικεντρώνεται αριστουργηματικά σε δύο θεματικούς άξονες. Κατ’ αρχάς στη διαταραχή της ψυχολογίας ενός καθημερινού ανθρώπου που αποφασίζει να φορέσει μια μάσκα και να αναλάβει την προάσπιση του δημόσιου συμφέροντος. Κατά δεύτερο στο αν υπάρχει όριο στη δικαιοδοσία όσων εφαρμόζουν τους νόμους κάτι που πιο απλά τίθεται με την εξής γνωστή ρήση: «Ποιος φυλάει τους φύλακες»;

Θα αναρωτιέστε, όμως γιατί έχει γίνει τόσος θόρυβος γύρω από μερικές εικόνες με διαλόγους σε συννεφάκια. Το «Watchmen» θεωρείται ως το αξιολογότερο δείγμα κόμικ όλων των εποχών, και αν μπορεί να υπάρξει τέτοιος ορισμός στηρίζεται σε δύο αναμφισβήτητα γεγονότα. Είναι το μόνο κόμικ το οποίο έχει τιμηθεί με βραβείο «Hugo» (ένα πολύ σημαντικό βραβείο που παρομοιάζεται με νόμπελ λογοτεχνίας επιστημονικής φαντασίας) και επίσης έχει συμπεριληφθεί στη λίστα του περιοδικού «Time» με τα 100 βιβλία του 20ου αιώνα, τα οποία άσκησαν τη μεγαλύτερη επίδραση στη λογοτεχνία· και πάλι μία τιμή πρωτόγνωρη για κόμικ.

Νομίζω ότι δεν χρειάζονται πολύ περισσότερες περγαμηνές για να πειστείτε. Δεν είναι εύκολο ανάγνωσμα, αλλά αξίζει προσοχής η κάθε μία από τις εμπνευσμένες σελίδες του. Το μόνο που έχετε να επιλέξετε είναι αν θα παραγγείλετε σε ενημερωμένα βιβλιοπωλεία ή από το Amazon.com την αγγλόφωνη έκδοση έναντι 15 ευρώ (λύση την οποία προκρίνω) ή αν θα προμηθευτείτε τη μεταφρασμένη εκδοχή που μόλις κυκλοφόρησε από τον «Anubis» και τιμάται 50 ευρώ.

Τώρα για το αν πρέπει πρώτα να διαβάσετε το κόμικ και μετά να δείτε την ταινία ή το αντίστροφο, θεωρώ ότι είναι καθαρά θέμα προσωπικού γούστου. Είμαι σίγουρος ότι ο σκηνοθέτης Τζακ Σνάιντερ έχει μείνει όσο το δυνατόν πιστότερος στο πνεύμα των δημιουργών, όπως φαίνεται ξεκάθαρα κι απ’ τις σκηνές των trailer, όπου έχει αναπαραστήσει με ακρίβεια ολόκληρα καρέ. Άλλωστε αυτό ακριβώς είχε κάνει και στους «Τριακόσιους», μεταφέροντας σχεδόν αυτούσιο το κόμικ του Φρανκ Μίλερ. Απομένει να δούμε αν ο Σνάιντερ έχει επιτύχει και στο δυσκολότερο μέρος, δηλαδή στην απόδοση του βάθους των χαρακτήρων και των πολλαπλών επιπέδων της ίδιας της ιστορίας.

Μην περιμένετε περισσότερο. Φορέστε κουκούλα και μπέρτα και ξεχυθείτε προς το αγαπημένο σας βιβλιοπωλείο και την πλησιέστερη κινηματογραφική αίθουσα.

Δευτέρα 2 Μαρτίου 2009

5 Μαρτίου- Hotel Zoo


Λοιπόν, όπως ήταν ευρέως αναμενόμενο, πέρασε μετά από μία σύντομη εμφάνιση και η Καθαρά Δευτέρα και πήγε να συναντήσει στο μπαούλο με τα περσινά τις Απόκριες και τα χριστουγεννιάτικα στολίδια. Άνοιξη πλέον και περνάμε στο διπλό θέμα μας σήμερα, υπό τις πανέμορφες μελωδίες της Lisa Hannigan (εγώ τουλάχιστον, εσείς πρέπει να την αναζητήσετε στο youtube).
Πρώτα απ’ όλα σε μία νέα, ενδιαφέρουσα έκδοση με τίτλο «Χαμένοι στο Διαδίκτυο» η οποία κυκλοφόρησε πρόσφατα από τον Πατάκη και οφείλεται στη δική σας συμμετοχή και αλληλεπίδραση. Περί τίνος πρόκειται και που εμπλέκονται οι αναγνώστες; Τα τελευταία χρόνια σε ένα εικονικό Hotel, φιλοξενούνται διακεκριμένοι συγγραφείς μαζί με άγνωστους δημιουργούς, προκειμένου να συμπληρώσουν τα κομμάτια του παζλ ενός βιβλίου. Διαβάστε μαζί μου: «Τρία εκατομμύρια διαδικτυακοί χρήστες και πλέον των 10.000 blogs στην Ελλάδα πιστοποιούν μια νέα πραγματικότητα – και όχι μόνο ψηφιακή. Η διαδικτυακή βιβλιοφιλία εξαπλώνεται με γεωμετρική πρόοδο, ενώ ήδη αρκετοί bloggers τυπώνουν τα άυλα ημερολόγιά τους σε βιβλία. Αυτό ήταν το ζητούμενο του Hotel 2008: μια ιστορία αντλημένη από το Διαδίκτυο, ένα διήγημα που λογοδοτεί στη θεματική και στην ποιητική της ψηφιακής πραγματικότητας.
Η φετινή κριτική επιτροπή (Ελιάνα Χουρμουζιάδου, Χρήστος Χρυσόπουλος, Βίβιαν Ευθυμιοπούλου, Χρίστος Κυθρεώτης, Τιτίκα Δημητρούλια, Άννα Πατάκη και Μισέλ Φάις) κατέληξε στον βραχύ κατάλογο του «Hotel-Internet»: Γιούλη Αναστασοπούλου, Δήμητρα Ανδρουλάκη, Ιωάννα Ακουμιανάκη, Ελεάννα Αναφιώτη, Έλενα Γελάση, Κώστας Γκαζής, Μαρία Δαλαμήτρου, Κίμων Θεοδώρου, Μυρτώ Καλοφωλιά, Μαρία Πρωτονοταρίου, Σοφία Ρόκου, Θοδωρής Χιώτης. Τελικώς, έξι εξ αυτών φιλοξενούνται στον παρόντα τόμο και, από κοινού με τους τέσσερις συγγραφείς/κριτικούς, απαρτίζουν τον τόμο Χαμένοι στο Διαδίκτυο. Τα δέκα κείμενα του τόμου συγκροτεί σε μιαν άτυπη συλλογή διηγημάτων η κριτικός λογοτεχνίας Τ. Δημητρούλια, η οποία προλόγισε και την έκδοση.»
Αν τώρα μετανιώσετε που δεν είχατε πέρσι χρόνο να πάρετε μέρος ή πολύ απλά δεν είχατε ενημερωθεί, δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας. Φέτος έχει ξεκινήσει μία ανάλογη προσπάθεια.
«Η ζωολογική λογοτεχνία είναι παλαιότατη, αχανής και ποικίλη. Σε ευσεβιστική, λαϊκή ή έντεχνη αφήγηση, ρεαλιστική ή αλληγορική εκδοχή, ο ζωομορφισμός στην τέχνη της αφήγησης έχει αφήσει έντονα χνάρια: Όμηρος, Παλαιά Διαθήκη, Αίσωπος, Λα Φοντέν, Λόντον, Μπλέικ, Πόου, Βερν, Μέλβιλ, Κάφκα, Χεμινγουέυ, Όργουελ, Μπόρχες, Ιονέσκο, Κορτάσαρ, Πελέβιν, αλλά και Ροΐδης, Μητσάκης, Λασκαράτος, Καρκαβίτσας, Κόντογλου, Πεντζίκης, Τσίρκας κ.ά.
Φυσικά, μια ιστορία με ζώα δεν εξαντλείται στην τρέχουσα αστική ζωοφιλία, ειδικά στις μέρες μας, με την εξαφάνιση σπάνιων ειδών της πανίδας, τα πειραματόζωα ή τα μεταλλαγμένα ζώα. Φωτεινή ή ζοφερή χροιά, δραματικός ή ειρωνικός τόνος, φαντασιωτικό ή ρεαλιστικό πλαίσιο είναι απλώς αφορμές ώστε να καθρεφτιστούμε και να μιλήσουμε για τον εαυτό μας και τον κόσμο.
Αυτό είναι το νέο πλαίσιο γραφής του Hotel 2009, μια ιστορία όπου θα πρωταγωνιστούν ζώα. Για τέταρτη συνεχή χρονιά, μετά τα Hotel Βιζυηνός, Μετανάστευση και Internet. Σ’ αυτό το νέο λογοτεχνικό παιχνίδι συμμετέχουν οι πεζογράφοι Άντζελα Δημητρακάκη, Ισίδωρος Ζουργός, Δημήτρης Σωτάκης, Κώστας Γκαζής (ο νικητής του Hotel Internet), ενώ το όλο εγχείρημα θα φωτίσει από θεωρητική σκοπιά η κριτικός λογοτεχνίας Λίνα Πανταλέων.
Δεκτές γίνονται συμμετοχές που θα έχουν ημερομηνία αποστολής έως την 30ή Ιουνίου 2009 (σφραγίδα ταχυδρομείου). Τέλη Σεπτεμβρίου θα ανακοινωθεί ο βραχύς κατάλογος των 12 διακριθέντων. Αρχές Νοεμβρίου, σε ειδική εκδήλωση, θα παρουσιαστεί ο συλλογικός τόμος των 6+4 διηγημάτων, όπου θα μάθουμε και το όνομα του βραβευόμενου διηγηματογράφου. Δικαίωμα συμμετοχής έχουν όσοι δεν έχουν εκδώσει πεζογραφικό βιβλίο. Τα διηγήματα πρέπει να είναι σε έντυπη μορφή, δακτυλογραφημένα με μονό διάστιχο και να συνοδεύονται από CD με το κείμενο σε ηλεκτρονική μορφή. Οι ενδιαφερόμενοι θα πρέπει να στείλουν κείμενα των 5.000-7.000 λέξεων, καθώς κι ένα βιογραφικό τους με στοιχεία επικοινωνίας, ταχυδρομικά στις Εκδόσεις Πατάκη στη διεύθυνση Παναγή Τσαλδάρη 38, 104 37 Αθήνα, με την ένδειξη «Για το διαγωνισμό διηγήματος», υπόψη του κ. Γιώργου Πάντσιου. Χορηγός επικοινωνίας είναι η Athens Voice, ενώ ο διαγωνισμός διεξάγεται υπό την αιγίδα του WWF Ελλάς.»
Καλή επιτυχία σε όλους όσοι πάρουν μέρος και συγχαρητήρια στον εκδοτικό οίκο για την διοργάνωση του διαγωνισμού.

Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2009

19 Φεβρουαρίου- Και στη μέση θάλασσα

Μακριά από τα στερεότυπα

Ο Νίκος Αραπάκης κάνει μια εξαιρετική συγγραφική αρχή με το «Και στη μέση η θάλασσα». Ενα μυθιστόρημα για τα πάθη των ανθρώπων αλλά και των λαών.


Συνέντευξη στον Γιάννη Πλιώτα


Ενάμιση μόνο βήμα πριν το καρναβάλι και στο σημερινό φύλλο αφήνουμε πίσω τη «λονδρέζικη μέρα» της περασμένης εβδομάδας, προκειμένου να ταξιδέψουμε σ’ ένα αλληγορικό παραμύθι, που διαδραματίζεται σε τόπους και χώρες, που μοιάζουν με την Ελλάδα και την Τουρκία αλλοτινών καιρών.

Βρέθηκε λοιπόν στα χέρια μου το «Και στη μέση η θάλασσα», ένα πολύ καλό μυθιστόρημα που κυκλοφόρησε πρόσφατα ο εκδοτικός οίκος Ν.&Σ. Μπατσιούλας. Συγγραφέας είναι ο πρωτοεμφανιζόμενος Νίκος Αραπάκης, ο οποίος γεννήθηκε το 1969 στην Καλαμάτα και όπως θα διαπιστώσετε έχει κάνει μια εξαιρετική συγγραφική αρχή. Διαβάζοντας το πρώτο κεφάλαιο είχα την εντύπωση ότι το «Και στη μέση η θάλασσα» πρόκειται για ένα ναυτικό μυθιστόρημα, είδος που μου είχε λείψει, αλλά η συνέχεια ήταν κάπως διαφορετική, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι λείπει απ’ τις σελίδες του η έντονη μυρωδιά της αλμύρας.

Το «Και στη μέση η θάλασσα» αφηγείται την πολύπαθη ιστορία του Αβέρκιου, ενός ναυτικού από τη Ρωμανία, ο οποίος έχει συνάψει εμπορικές συναλλαγές με τη Σαρακίνα, μια χώρα που μοιάζει με την οθωμανική αυτοκρατορία του τέλους του 19ου αιώνα. Εκτός από το εμπόριο, όμως η εξωτική Σαρακίνα έλκει τον Αβέρκιο εξαιτίας των μεθυστικών αρωμάτων της Ανατολής, τα οποία τελικά θα τον παρασύρουν και στις συμπτώσεις ενός επικίνδυνου παιχνιδιού αγάπης. Πέρα από τα πάθη, όμως, των ανθρώπων υπάρχουν και τα πάθη των λαών. Εξαιτίας ενός πολέμου που έχει προηγηθεί και φυσικά του μίσους που προϋπάρχει μεταξύ Ρωμανών και Σαρακηνών, οι δύο χώρες δεν διατηρούν διπλωματικές σχέσεις και αυτή είναι η αιτία που πολεμοκάπηλοι και κάθε είδους μεσάζοντες αποφασίζουν να εκμεταλλευτούν με σκοπό -τι άλλο;- το κέρδος. Τελικά το ερώτημα που τίθεται και καλείται ο αναγνώστης να απαντήσει μαζί με τους ήρωες, είναι αν τους δύο λαούς χωρίζουν ουσιαστικές διαφορές ή μονάχα η θάλασσα.

Γλώσσα και συμπτώματα

Διέκρινα δύο σημαντικά κι αξιοπρόσεκτα στοιχεία στη γραφή του Νίκου Αραπάκη. Πρώτα απ’ όλα είναι η γλώσσα που χρησιμοποιεί. Επιλέγει εκτός από την αποτύπωση της ομιλίας των ηρώων, να ντύσει όλο το λόγο του με μια ιδιαίτερη ντοπιολαλιά, πολύ ξεχωριστή, που είμαι σίγουρος ότι θα ξυπνήσει μνήμες στους μεγαλύτερους και θα διανθίσει το λεξιλόγιο των νεώτερων με πολύτιμα λαογραφικά στοιχεία. Το δεύτερο στοιχείο και κατά τη γνώμη μου ο πυρήνας γύρω απ’ τον οποίο περιστρέφεται το βιβλίο, είναι ο πολιτικοποιημένος λόγος του, δηλαδή η πολύ έντονη διάθεση καυτηρίασης διαχρονικών συμπτωμάτων της πολιτικής ζωής του τόπου μας. Ιντριγκες, ηδυπάθεια, φθόνος, παρωπιδικός υπεπατριωτισμός, διαφθορά, νεποτισμός και όλα τα υπόλοιπα που κατακρίνουμε, πλην όμως καταφέρνουν να αναπαράγονται διαμέσου των αιώνων.

Φανταστικό χρονογράφημα

Συνολικά το «Και στη μέση η θάλασσα» είναι ένα φανταστικό χρονογράφημα μιας εποχής που θα μπορούσε να αναχθεί με ακρίβεια σε οποιαδήποτε εποχή της ιστορίας μας και να εξακολουθεί να σκιαγραφεί επιτυχημένα την κατάσταση μεταξύ ημών και της γείτονος. Εξαιτίας συγκεκριμένων, μη άμεσα ορατών συνιστωσών, θα το χαρακτήριζα ένα κράμα του «Imperium» του Μιχάλη Σπέγγου και του κλασικού «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» του Τζόναθαν Σουίφτ. Διαβάζεται τόσο γρήγορα όσο και ευχάριστα, σημειώστε τη συνολικά καλαίσθητη έκδοση και περισσότερα θα μάθετε ανατρέχοντας σε όσα ενδιαφέροντα μου είπε ο συγγραφέας.

- Πόσο εφικτή θα ήταν στη σύγχρονη εποχή μια εκ βαθέων προσέγγιση της χώρας μας και της Τουρκίας;

Δυστυχώς, πραγματική προσέγγιση μεταξύ των δυο κρατών, δεν μπορεί να υπάρξει υπό τις παρούσες συνθήκες. Ηγέτες χαμηλού βεληνεκούς, συμφέροντα άλλων χωρών, αντιπαλότητα περασμένη από γενιά σε γενιά και στις δυο πλευρές τη θάλασσας καθώς και διάφοροι άλλοι λόγοι, που εδώ δεν μπορούν να αναφερθούν λόγω έλλειψης χώρου, δεν το επιτρέπουν. Για να ξεπεραστούν πάθη και έριδες αιώνων χρειάζεται ένα πλήθος πραγμάτων: παιδεία, ρεαλισμός, κατανόηση και πάνω απ’ όλα ανοιχτόμυαλες ηγεσίες που θα έχουν κατά νου να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντα των λαών τους και όχι τις ορέξεις διαφόρων... καλοθελητών. Ισως... κάπου... κάποτε... Επί του παρόντος, ανέφικτο.

- Πόσο ίδιοι είναι σήμερα οι δύο λαοί; Τι μας χωρίζει και τι μας ενώνει εκτός από τη θάλασσα;

Δεν ξέρω αν είμαστε ίδιοι ή διαφέρουμε, έχω την αίσθηση όμως ότι αυτό δεν έχει και μεγάλη σημασία. Η καλή γειτονία όμορων κρατών δεν αφορά στις ομοιότητες ή στις διαφορές τους, αφορά πρωτίστως στην κατανόηση. Οταν είσαι σε θέση να κατανοήσεις, οι ομοιότητες θα σε ενώσουν και οι διαφορές θα σε προβληματίσουν, θα σε στεναχωρήσουν αλλά σίγουρα δεν θα σε καταστρέψουν. Τώρα, όσον αφορά στο δεύτερο σκέλος της ερώτησή σας, το μόνο που μας ενώνει και μας χωρίζει και μου έρχεται εύκολα στο μυαλό είναι «οι εταιρείες οπλικών συστημάτων» και οι εκπρόσωποί τους. Αν έχουν ξεπουλήσει, όλα καλά. Αν όχι...

- Εχετε συναντήσει αντιδράσεις από υπερπατριώτες;

Μακάρι, αλλά πού τέτοια τύχη. Ποιος δεν θα ήθελε να του κάψουν το βιβλίο του έξω από κάποιο βιβλιοπωλείο, παρουσία καμερών; Εσείς που είστε του χώρου, πρέπει να γνωρίζεται ότι αυτός είναι ένας σίγουρος τρόπος να κάνεις μπεστ σέλερ. Βέβαια, ποτέ δεν ξέρεις, η ελπίδα πεθαίνει τελευταία. Πέραν του αστείου, νομίζω ότι το βιβλίο καταθέτει άποψη χωρίς να προσβάλλει. Κυρίως όμως όποιος το διαβάσει πρέπει να έχει κατά νου ότι είναι μυθιστόρημα και όχι ιστορικό δοκίμιο ή εγχειρίδιο περί της σχέσεως των δυο λαών.

- Γιατί επιλέξατε να χρησιμοποιήσετε τη Ρωμανία και τη Σαρακίνα, δύο φανταστικές χώρες; Θα άλλαζε το βιβλίο αν ήταν τοποθετημένο σε συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο;

Βασικά ήθελα να απεμπλέξω τον αναγνώστη από τα διάφορα στερεότυπα που κουβαλάει μέσα του για τις δυο χώρες, αλλά κυρίως δεν ήθελα να γράψω ένα ακόμη μυθιστόρημα για την «Πόλη» ή τη Σμύρνη, από αυτά που γράφονται σωρηδόν τα τελευταία χρόνια. Αν έφτιαχνα αυτό που ο κόσμος αποκαλεί «ιστορικό μυθιστόρημα», θα ήμουν αναγκασμένος να ακολουθήσω την πεπατημένη, δηλαδή, μυθοπλασία λίγο πολύ στηριγμένη σε πραγματικά ιστορικά περιστατικά. Εμένα όμως δεν με ενδιέφερε να ξαναπώ την ιστορία, αλλά να καυτηριάσω όλους αυτούς που ασελγούν εις βάρος της.

- Με ποιον ήρωα του βιβλίου ταυτίζεστε περισσότερο και ποιανού τη ζωή θα ζηλεύατε;

Οι περισσότεροι, έχω την αίσθηση, θα σαγηνευτούν από τον ηρωισμό του Μπουλέντ ή την αγνότητα του Κωσταντή. Εμένα πάντως, θα μου επιτρέψετε να πρωτοτυπήσω και να δηλώσω οπαδός δυο όχι και τόσο κεντρικών ηρώων, του Ευτύχιου και της Ευγενίας, της πεθεράς του. Του μεν πρώτου γιατί δρα και πράττει κόντρα στην αδύναμη φύση του, και της δεύτερης γιατί είναι ο πλέον αληθινός χαρακτήρας αφού είναι στηριγμένος κατά μεγάλο ποσοστό στη μάνα μου. Κοινώς θαυμάζω τη μαμά μου που η τρέλα της δεν έχει όριο! Τώρα, στο δεύτερο που με ρωτήσατε, η απάντηση, νομίζω, είναι εύκολη. Η ζωή του Αβέρκιου είναι κάτι που, αν όχι όλοι, τουλάχιστον οι περισσότεροι θα ζηλεύαμε.

- Τα εγκλήματα κατά του λαού τιμωρούνται δικαιότερα με την ποινή του θανάτου ή με τη διαπόμπευση;

Αλλο πράγμα το σήμερα και άλλο ένα μυθιστόρημα που περιγράφει κάτι που θα μπορούσε να είχε γίνει κάποιες εκατοντάδες χρόνια πριν. Σήμερα δεν μπορεί, για κανένα λόγο, να υπάρχει ποινή του θανάτου για οποιοδήποτε αδίκημα. Τα κράτη που τη χρησιμοποιούν είναι είτε βάρβαρα, είτε ολοκληρωτικά. Βέβαια, ούτε η διαπόμπευση είναι αρκετή για κάποιους που επιβουλεύονται ή καταλύουν τη δημοκρατία. Θα ταυτιστώ απόλυτα με τη ρήση του αείμνηστου Κωνσταντίνου Καραμανλή για τους πραξικοπηματίες της εικοστής πρώτης Απριλίου του ’67: «όταν λέμε ισόβια, εννοούμε ισόβια».

- Ποιες οι δυσκολίες στο χώρο για έναν πρωτοεμφανιζόμενο συγγραφέα;

Δυστυχώς, πάρα πολλές. Σήμερα, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, οι εκδοτικοί οίκοι βλέπουν τι μπορεί να τους φέρει κέρδος και όχι τι έχει αξία. Γνωρίζω ανθρώπους που γράφουν καλά και έχουν κάτι να πουν, αλλά δεν έχουν καταφέρει ποτέ να εκδώσουν τίποτα γιατί, σύμφωνα με τους ειδήμονες των εκδοτικών οίκων, είναι αντιεμπορικοί. Στον αντίποδα άνθρωποι με ασήμαντες απόψεις και γραφτά, ή «μπάρμπα στην Κορώνη», όχι μόνο εκδίδονται αλλά συχνά πυκνά είναι και ευπώλητοι. Τι να πεις, σημεία των καιρών. Ασήμαντα βιβλία που το μόνο που προσφέρουν είναι «αποβλάκωση» σπάνε ταμεία. Για να μην μεμψιμοιρούμε όμως, νομίζω, ότι όταν κάποιος το έχει και το θέλει πολύ, αργά ή γρήγορα, θα βρει το δρόμο του.

- Ετοιμάζετε κάτι καινούργιο;

Ναι, σε λίγο καιρό τελειώνω ένα καινούργιο μυθιστόρημα, που εκτυλίσσεται στα χρόνια της Γερμανικής κατοχής και του εμφυλίου και το οποίο, αν πάνε καλά τα πράγματα, θα κυκλοφορήσει προς το τέλος της χρονιάς. Φιλοδοξία μου είναι, εστιάζοντας στους απλούς και καθημερινούς ανθρώπους της εποχής, να δώσω στον αναγνώστη μια όσο το δυνατόν πιο αντικειμενική εικόνα του τι συνέβαινε τότε. Και, πιστέψτε με, συνέβαιναν φοβερά και τρομερά πράγματα. Η ζωή είχε αξία όσο μια «Τρύπια Πεντάρα».

Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2009

12 Φεβρουαρίου- Η Λονδρέζικη Μέρα της Λώρας Τζάκσον

Το μυθιστόρημα πίσω από τον αστικό μύθο


Την προηγούμενη φορά που είχαμε αναφερθεί σε ποίηση, ήταν με το «Σκοτεινό Αγγελάκι και το Δέντρο» του Τηλέμαχου Τσαρδάκα, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη και σας το συνιστώ ανεπιφύλακτα. Σήμερα επιστρέφω σε αυτή τη θεματολογία έστω και πλαγίως, με ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα που ξεκινάει μια παράξενη μέρα στην Αγγλία του προηγούμενου αιώνα. Και αυτή η μέρα είναι ένα πολύ μικρό απόσπασμα ή θραύσμα αν θέλετε, από τη ζωή της Λώρας (Ράιντιγκ) Τζάκσον, μιας σημαντικής βρετανίδας ποιήτριας που άφησε το στίγμα της στην ποίηση του δυτικού κόσμου κατά τον 20ο αιώνα.

Η ιστορία της Τζάκσον είναι άλλοτε μυστηριώδης και σκοτεινή, άλλοτε δημιουργική και ρηξικέλευθη, σαφέστατα ιντριγκαδόρικη και μονίμως τυλιγμένη μ’ ένα αφηρημένο, ονειρικό πέπλο. Στη «Λονδρέζικη μέρα της Λώρας Τζάκσον», που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Καστανιώτη, ο Χρήστος Χρυσόπουλος αναλαμβάνει το ρόλο του αφηγητή, για να μας ταξιδέψει μέσα από τα μάτια της ποιήτριας σχεδόν ογδόντα χρόνια πίσω και συγκεκριμένα στις 27 Απριλίου του 1927, ένα κομβικό σημείο για το υπόλοιπο της πορείας της.

Υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες που οδήγησαν στη δημιουργία ενός αστικού μύθου στο Λονδίνο εκείνης της εποχής, η Λώρα (Ράιντινγκ) Τζάκσον προσπάθησε να τερματίσει τη ζωή της, πηδώντας από τον τρίτο όροφο του σπιτιού του εραστή της και επίσης ποιητή Ρόμπερτ Γκρέιβς. Μόνο λίγες στιγμές αργότερα ο Ρόμπερτ Γκρέιβς πήδηξε από το παράθυρο ενός ορόφου χαμηλότερα και βρέθηκε στο πεζοδρόμιο δίπλα στην αγαπημένη του. Κανείς από τους δυο τους δεν σκοτώθηκε σε αυτή τη διπλή απόπειρα αυτοκτονίας ή όπως επικράτησε να ονομάζεται, τη «διπλή εκπαραθύρωσή» τους. Ο Γκρέιβς δεν έπαθε τίποτα, όμως η Τζάκσον βρέθηκε ένα βήμα πριν το θάνατο.

Ο Χρυσόπουλος με αφορμή αυτό το γεγονός, πιάνει το νήμα της ζωής της Τζάκσον ακριβώς τη μέρα που συνέρχεται από τις αλλεπάλληλες χειρουργικές επεμβάσεις στις οποίες υποβλήθηκε. Η αντίληψή της είναι επηρεασμένη από τις ενέσεις μορφίνης που της χορηγούνταν και η ίδια προσπαθεί να ακροβατήσει στο όριο μεταξύ της λογικής και των ψευδαισθήσεων που το μυαλό της δημιουργεί. Επιπλέον, η τραγική ανάμνηση της «διπλής εκπαραθύρωσης» έχει καταπιεστεί απ’ το συνειδητό της και μοιάζει να έχει καταχωνιαστεί σε ένα σκοτεινό συρτάρι της μνήμης της. Αν και σε άσχημη κατάσταση δραπετεύει από το νοσοκομείο και ξεκινάει μια περιπλάνηση στους δρόμους μιας πόλης, κάθε άλλο παρά οικείας. Προς το τέλος του βιβλίου η ποιήτρια επανέρχεται σταδιακά στην πραγματικότητα και εμείς ανατρέχουμε σε ορισμένες σκέψεις της, όπως το ότι ο μεγαλύτερος φόβος της, είναι η διάψευση της φιλοδοξίας να διατυπώσει κάτι αληθινό με την τέχνη της.

Η πολυτάραχη ζωή της Τζάκσον δεν σταματάει στις σελίδες του βιβλίου. Επόμενος σταθμός είναι το 1940 όταν απαρνήθηκε την ίδια της την τέχνη, συντάσσοντας την πιο διάσημη αποκήρυξη στην ιστορία της ποίησης. Κατόπιν αποσύρθηκε στη σιωπή, βρίσκοντας καταφύγιο σε ένα ράντσο στη Φλόριντα και αφιέρωσε τα επόμενα τριάντα χρόνια της ζωής της σε ένα ογκώδες φιλοσοφικό δοκίμιο για την ποίηση. Πέθανε τελικά το 1991 με το έργο της αναγνωρισμένο.

Ο Χρήστος Χρυσόπουλος γεννήθηκε το 1968 στην Αθήνα και αυτό είναι το δέκατο βιβλίο του. Δεν είμαι ούτε αρκετά καλλιεργημένος και ούτε έχω εντρυφήσει τόσο πολύ στην ποίηση για να μπορώ να κρίνω, αλλά η ανάγνωση της «Λονδρέζικης μέρας της Λώρας Τζάκσον», μου δημιούργησε την ακλόνητη αίσθηση ότι ο Χρυσόπουλος κόπιασε πολύ για να μείνει απόλυτα πιστός στο πνεύμα των γραπτών της και το κατάφερε απόλυτα. Πολύ προσεγμένη γλώσσα, σε ένα βιβλίο που δεν θα χαρακτήριζα συνηθισμένο, τόσο σε θεματολογία, όσο και σε δομή, αλλά που νομίζω ότι θα δώσει τροφή για σκέψη σε κάθε αναγνώστη. Μπορεί να διαβαστεί σε πολλά επίπεδα και συγκαταλέγεται σε αυτά που μόλις τα τελειώσετε, σας αφήνουν την αίσθηση ότι έχετε γίνει λίγο καλύτεροι άνθρωποι.


----------------------------------------


Η ποιήτρια που αρνήθηκε την ερμηνεία

Ο συγγραφέας Χρήστος Χρυσόπουλος μιλάει στην «Μπρίζα» για το νέο του μυθιστόρημα «Η Λονδρέζικη Μέρα της Λώρας Τζάκσον»


Συνέντευξη στον Γιάννη Πλιώτα


- Γιατί επιλέξατε τη Λώρα (Ράιντινγκ) Τζάκσον ως θέμα στο βιβλίο σας και πόσο δύσκολο ήταν να φέρετε σε πέρας την «αποστολή»;

Η Λώρα Τζάκσον είναι μια παραδειγματική προσωπικότητα για όποιον θέλει να στοχαστεί τη γραφή και να διερευνήσει τη φύση του δημιουργού, επειδή πάλεψε με πείσμα μέσα σε αντιφάσεις, αποτυχίες και παρορμήσεις, για να υλοποιήσει τη ρήση του Ενρίκε Βίλα Μάτας: «Εγώ νόμιζα πως ήθελα να γίνω ποιητής, αλλά κατά βάθος ήθελα να γίνω ποίημα». Η Λώρα βρήκε τη δική της απάντηση σε αυτή την πρόκληση, παραδεχόμενη ότι το τελειότερο ποίημα είναι εκείνο που σιωπά. Ακριβώς εδώ βρισκόταν και η μεγαλύτερη δυσκολία του βιβλίου: η Λώρα Τζάκσον μεταμορφώθηκε σε ένα ποιητικό πρόσωπο που αρνιόταν καθ’ ολοκληρίαν την ερμηνεία. Αυτή την άρνηση θέλησα να τη φωτίσω. Δηλαδή κλήθηκα να την κάνω λογοτεχνία.

- Η «Λονδρέζικη μέρα της Λώρας Τζάκσον» είναι περισσότερο μυθιστόρημα, ψηφίδα βιογραφίας ή ποιητικό κείμενο;

Το βιβλίο ξεκινά με την υπόδειξη του μυθιστορήματος και καταλήγει με τον χαρακτηρισμό του «αρχείου». Δηλαδή επικαλείται τη φόρμα του δυνητικού, του ανολοκλήρωτου, ενός κειμένου που βρίσκεται in-progress / «εν τη γενέσει». Αυτό που θέλω να πω είναι ότι η «Λονδρέζικη μέρα» προσεγγίζει τις διαφορετικές εκδοχές του προσώπου της Λώρας Τζάκσον: ποίηση, πεζογραφία, σκέψη, βιογραφία, και γι’ αυτό είναι και μυθοπλασία, και δοκίμιο, και βιογραφία, δίχως να αποδίδει πρωτείο σε κανένα είδος. Εντέλει προσπαθεί να σκιαγραφήσει μια πολύσημη ανθρώπινη ταυτότητα – όπως πολύσημη, πρισματική και διαρκώς μεταλλασσόμενη είναι κάθε ανθρώπινη ταυτότητα.

- Πόσο δύσκολο είναι να έχει απήχηση στο ελληνικό κοινό ένα τέτοιο βιβλίο;

Σκέφτομαι κάθε καλό βιβλίο ως μια είσοδο προς έναν κόσμο της σκέψης. Αν διαβείς αυτό το κατώφλι, τότε το βιβλίο εκπλήρωσε τον σκοπό του. Ολα λοιπόν εξαρτώνται από τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει κανείς ένα βιβλίο και τι περιμένει από αυτό. Εντούτοις, πιστεύω ότι η «Λώρα» διαθέτει περισσότερες της μιας «εισόδους». Το ζήτημα θυμίζει ένα παιχνίδι που έπαιζαν οι σουρεαλιστές και ονομαζόταν «ποιος απαντά στην πόρτα». Εν προκειμένω ένας αναγνώστης «χτυπά την πόρτα του βιβλίου». Απαντά η Λώρα. Τότε τι κάνεις; Μπαίνεις ή γυρίζεις την πλάτη;

- Πιστεύετε ότι η ζωή ενός καλλιτέχνη είναι de facto διανθισμένη με στοιχεία εκκεντρικότητας;

Δεν θα μιλούσα για εκκεντρικότητα, αλλά για ενός είδους «μεγέθυνση» φαινομένων που συμβαίνουν σε όλους μας. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι μια έκφανση της πραγματικότητας που ξεπερνά το βίωμα: το γεγονός ότι ένα πρόσωπο έζησε μια μυθιστορηματική πραγματικότητα, λειτούργησε ως μυθοπλαστικός ήρωας, θέλησε να κάνει τη ζωή του έργο τέχνης. Αυτές είναι διαστάσεις της ζωής που στιγμιαία ή περιστασιακά αποκαλύπτονται σε όλους μας – όλοι κάποιες στιγμές νιώθουμε π.χ. «σαν να ζούμε μέσα σε ένα φιλμ ή σε ένα μυθιστόρημα», μόνο που στην περίπτωση των καλλιτεχνών αυτές οι στιγμές πολλαπλασιάζονται, παίρνουν τη μορφή έξης, εμμονής, επαγγελματικής διαστροφής. Αυτή η επίμονη, σχεδόν καταναγκαστική, συνθήκη διαφοροποιεί τις ζωές των καλλιτεχνών. Και με απασχολεί γιατί «ακουμπά» και τη δική μου ζωή.

- Αν ζούσατε στην ίδια εποχή με την Τζάκσον, θα μπορούσατε να είστε φίλοι; Τι θα σας απωθούσε και τι θα σας γοήτευε στον χαρακτήρα της;

Δεν νομίζω ότι η Τζάκσον μπορούσε να διατηρήσει μακροχρόνιες φιλίες – αυτό δεν συνέβη ποτέ στα ενενήντα χρόνια που έζησε. Ή μάλλον, ας πούμε ότι δεν κατάφερε να συντηρήσει εκείνες τις συμβατικές φιλίες που απαιτούν την προσωπική επαφή και την αφοσίωση. Η Λώρα συνδεόταν με τους ανθρώπους παθιασμένα και αυτό αργά ή γρήγορα κατέστρεφε τη διαπροσωπική επαφή. Μπορούσε όμως να διατηρήσει στέρεες φιλίες με τη γραφή κάποιου, με τα κείμενα και με τη σκέψη. Υπό αυτή την έννοια ελπίζω πως ναι, θα μπορούσα να «συνομιλήσω» με τη Λώρα Τζάκσον. Μήπως αυτό το βιβλίο, δεν είναι άραγε μια απόπειρα κάποιας τέτοιας, ουσιαστικής και ενδόμυχης, «συνομιλίας»;

- Ενας αγαπημένος σας στίχος από τα ποιήματά της;

Η δυσκολία ενός βιβλίου είναι πρώτα να μην είναι / Η σκέψη κανενός, / Κατόπιν να μείνει για καιρό άγραφο / Οπως θα μείνει αδιάβαστο, / Κατόπιν να χτίσει λέξη προς λέξη έναν συγγραφέα / Και να κατοικήσει το κεφάλι του / Ωσότου το κεφάλι να δηλώσει την κενότητά του / Διακηρύσσοντας οριστικά / Οτι είναι αδειανό.
[Λ. (Ρ.) Τζάκσον, «Οι δυσκολίες ενός βιβλίου».]

- Μια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουν για το βιβλίο;

«Ποια είναι η γυναίκα στις φωτογραφίες του βιβλίου;»

Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2009

22 Ιανουαρίου- Logicomix


Νομίζω έχουμε μιλήσει και μια από τις προηγούμενες εβδομάδες για το «LOGICOMIX», αλλά θεωρώ ότι αξίζει να το παρουσιάσουμε ξανά αναλυτικά μέσα απ’ τις «σελίδες για άλλες σελίδες», γιατί πραγματικά είναι ένα έργο που πρέπει να διαβαστεί, στο βαθμό που μπορεί να τεθεί «πρέπει» στα όσα αφιερώνει ο καθένας χρόνο για να διαβάσει.

Το «LOGICOMIX» είναι συγκεκριμένα ο καρπός της προσπάθειας μιας ομάδας μαθηματικών και καλλιτεχνών με όραμα, έμπνευση και ιδέες, την οποία συντόνισε η ψυχή της προσπάθειας, ο Απόστολος Δοξιάδης. Θυμίζω ότι ο λογοτέχνης και μαθηματικός κύριος Δοξιάδης, με το μεταφρασμένο σε ούτε λίγο, ούτε πολύ τριάντα γλώσσες βιβλίο του «Ο θείος Πέτρος και η εικασία του Γκόλντμπαχ», καθιέρωσε παγκοσμίως τον όρο «μαθηματική λογοτεχνία», της οποίας πολλά δείγματα βλέπουμε πλέον στα ράφια των βιβλιοπωλείων. Μαζί του στη συγγραφή είναι ο Χρίστος Χ. Παπαδημητρίου, ερευνητής θεωρητικής πληροφορίας στο Μπέρκλεϊ και στο σχέδιο οι Αλέκος Παπαδάτος και η Γαλλίδα Annie Di Donna.

Όλοι οι παραπάνω λοιπόν επιλέγουν να μιλήσουν για τη λογική και τις απαρχές της, με ένα αυτό-αναφορικό κόμικ, το οποίο είναι πάρα πολύ καλά δομημένο και αξιανάγνωστο. Σκοπός τους είναι να εκμεταλλευτούν την αμεσότητα του κόμικ ως τέχνη (έχει χαρακτηριστεί από πολλούς ως η ένατη), για να αφηγηθούν μια ιστορία που ισορροπεί ανάμεσα στα μαθηματικά και τη φιλοσοφία. Με άλλα λόγια έναν «λογικό» μύθο.

Η υπόθεση ξεκινάει εμμέσως τρεις μέρες μετά την εισβολή της ναζιστικής Γερμανίας στην Πολωνία το 1939 και κατά τη διάρκεια της ομιλίας του σημαντικού Βρετανού στοχαστή Μπέρτραντ Ράσελ, προς το διχασμένο κοινό ενός αμερικανικού πανεπιστημίου, με θέμα το «ρόλο της λογικής στα ανθρώπινα πράγματα». Ο Ράσελ είναι ένας άνθρωπος με πάθη, που προσπαθεί να αποφύγει το μονοπάτι που έχει επιλέξει η μοίρα για αυτόν. Παρ’ ότι ασχολήθηκε σε όλη του τη ζωή για τη θεμελίωση της λογικής, τελικά έμεινε περισσότερο γνωστός στην ιστορίας εξαιτίας ενός παραδόξου, το οποίο κλόνισε τα θεμέλιά της. Η ιστορία συνεχίζεται με αναδρομές μπροστά και πίσω στο χρόνο για να καταλήξει έπειτα από ένα συναρπαστικό ταξίδι τριακοσίων δέκα σελίδων στη σύγχρονη Αθήνα και σε μία παράσταση της τραγωδίας «Ορέστεια».

Κατά τη διάρκεια της διαδρομής θα συναντηθείτε με όλες τις αλλόκοτες διασημότητες του χώρου και μαζί με τον κεντρικό (και εκκεντρικό) χαρακτήρα Ράσελ θα διερευνήσετε ένα αδιαφιλονίκητο και ταυτόχρονα μυστηριώδες γεγονός: το ότι ανάμεσα στους πατέρες της λογικής τα ποσοστά ψύχωσης είναι αφύσικα υψηλά. Είναι πολύ ενδιαφέρων, ιδιαίτερα καθώς –αντίθετα από την κλισέ άποψη- ελάχιστοι από τους άλλους μαθηματικούς πάσχουν ψυχικά. Ίσως η λογική προήλθε η τρέλα, αλλά αυτό μένει σε εσάς να το ανακαλύψετε.

Το «Logicomix» είναι ένα εγχείρημα αξιώσεων, πάνω στο οποίο έχει γίνει εξαιρετική δουλειά από όλους τους συντελεστές, προκειμένου να παραδώσουν στα χέρια μας ένα προσιτό και καθ’ όλα διασκεδαστικό παραμύθι λογικής. Απευθύνεται σε όλους του αναγνώστες, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Ίκαρος» και ήδη έχει βρει μεγάλη ανταπόκριση από το αναγνωστικό κοινό της χώρας μας.

15 Ιανουαρίου- Scars of War, Wounds of Peace: The Israeli-Arab Tragedy


Εντάξει κάναμε λίγη πλάκα στην άλλη στήλη, αλλά εδώ πρέπει να κάνουμε κάτι διαφορετικό. Να πω δηλαδή την άποψή μου και ας αξίζει μονάχα δύο cent, σύμφωνα με την αμερικανική έκφραση, μια δήλωση κι ας είναι λιτή.

Για αρχή λίγα βιβλία για ενημέρωση για όσους διαβάζουν και στα αγγλικά. Αυτό είναι απλά για να αγγίξω λίγο τη θεματολογία της στήλης.


Scars of War, Wounds of Peace: The Israeli-Arab Tragedy”, του Shlomo Ben-Ami.

Περιέχει ενδελεχείς αναλύσεις για την ιστορική διαμάχη μεταξύ Εβραίων και Αράβων, αναφέροντας αντικειμενικά, τα τραγικά λάθη και των δύο πλευρών. Επίσης προτείνει τρόπους μερικής επίλυσης της προαιώνιας κρίσης.


The Losing Battle with Islam”, του David Selbourne .

Αναλύει την ύπαρξη μιλιταρισμού στο Ισλάμ, τη σύγκρουση με τη Δύση και προσπαθεί να διερευνήσει τις ρίζες του, επιρρίπτοντας ευθύνες σε αμφότερες πλευρές.


From Babel to Dragomans: Interpreting the Middle East”, του Bernard Lewis.

Ιστορική αναδρομή μέσα από παλιότερες μελέτες, μαρτυρίες, λόγους πολιτικών και συνεντεύξεις προσώπων που έχω παίξει σημαντικό ρόλο στις κρίσεις των τελευταίων δεκαετιών.


Για όλα τα υπόλοιπα μπορείτε να ανατρέξετε σε πηγές διαδικτυακών εγκυκλοπαιδειών, να ακούσετε στα δελτία ειδήσεων (όσο δεν γίνεται κάτι στο μικρόκοσμό μας και πετάξει τον πόλεμο από την πρώτη γραμμή), να διαβάσετε εφημερίδες και να ψάξετε σε ιστολόγια, που υποστηρίζουν τη μία ή την άλλη πλευρά.

Η φωτογραφία παρακάτω είναι από το περιοδικό Time. Ελπίζω να φαίνεται αρκετά καθαρά.

Αυτά από εμένα.



1 Ιανουαρίου- Τι είδε η γυναίκα του Λωτ


Χρόνια πολλά σε όλους και καλή χρονιά!

Ενώ πατάω πλήκτρα και εμφανίζονται αυτές οι γραμμές στην οθόνη του υπολογιστή μου, έξω μαίνεται κάτι που μοιάζει με χιονοθύελλα. Υποθέτω ότι τώρα που διαβάζετε την Epirus Pressι έχετε ήδη κάνει απολογισμό της χρονιάς που μας πέρασε και ανασκουμπώνεστε για να θέσετε νέους στόχους.

Κάνοντας κι εγώ μια μικρή ανασκόπηση θα αναφερθώ επιγραμματικά σε ορισμένους τίτλους οι οποίοι αξίζουν να τοποθετηθούν ψηλά στις λίστες με τις μελλοντικές σας αγορές. Αν ψάχνετε, δε, περισσότερα στοιχεία μπορείτε να απευθυνθείτε και στο ιστολόγιο της στήλης, στο http://giannis-pliotas.blogspot.com/.

Ας ξεκινήσουμε.

«Τι είδε η γυναίκα του Λωτ» Ιωάννα Μπουραζοπούλου, εκδ. Καστανιώτης

Αυτό δεν το έχω διαβάσει προσωπικά, αλλά άκουσα πολύ καλά λόγια από ανθρώπους που εμπιστεύομαι με κλειστά μάτια. Μοιάζει λίγο με αλληγορικό παραμύθι και σύμφωνα με την υπόθεση σαράντα αιώνες μετά τη βιβλική καταστροφή στα Σόδομα και τα Γόμορρα, η ίδια εκείνη γη στις όχθες της Νεκράς Θάλασσας ανοίγει και ένα μυστηριώδες βιολετί αλάτι αναβλύζει. Η εμφάνισή του αλλάζει τη γεωγραφία τριών ηπείρων και μονοπωλεί το ενδιαφέρον της αγοράς.

«Σκοτώστε τον Ρόμελ» Στίβεν Στίβεν Πρέσσφιλντ, εκδ. Πατάκης

Δεν χρειάζονται ιδιαίτερες συστάσεις ίσως για τον αξιολογότερο, σύγχρονο συγγραφέα ιστορικών μυθιστορημάτων. Μετά τις «Πύλες της Φωτιάς» και τα υπόλοιπα βιβλία για την αρχαία Ελλάδα, ο Πρέσσφιλντ αλλάζει εποχή, ρίχνει το βάρος στη μυθοπλασία και μεταφέρεται σε μία από τις κρισιμότερες περιόδους του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου. Ίσως η μάχη για τη Βόρειο Αφρική και κατ’ επέκταση για τις πετρελαιοπηγές της Μέσης Ανατολής κριθεί από την αποστολή μίας μικρής περιπόλου. Εξαιρετικό ανάγνωσμα από όλες τις απόψεις.

«Ο Τελευταίος Παλαιολόγος» Γιώργος Λεονάρδος, εκδ. Λιβάνη

Ένα αμιγώς ιστορικό μυθιστόρημα, που περιγράφει την πορεία ενός ρωμιού που ζει στη Βενετία και αποφασίζει να αφήσει την ασφάλεια και τις ανέσεις του προκειμένου να πολεμήσει στην τελευταία πολιορκία της Κωνσταντίνου Πόλης. Κρατικό βραβείο μυθιστορήματος για το 2008 και γλώσσα που θα αγαπήσουν οι απαιτητικοί αναγνώστες.

«Ερημιά στο βλέμμα τους» Κώστας Λογαράς, εκδ. Μεταίχμιο

Όπως έχω ξαναγράψει, ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα τον τελευταίο χρόνο. Ένα οδοιπορικό μέσα στις ψυχές των ανθρώπων και ένας παραλληλισμός των Ελλήνων μεταναστών στην Αμερική, με τους δυστυχισμένους μετανάστες που καταφτάνουν τη σημερινή εποχή στη χώρα μας. Αμάλγαμα ποιητικού λόγου και ντοπιολαλιάς, διανθισμένο από φιλοσοφικές αναζητήσεις και επίκαιρους κοινωνικούς προβληματισμούς.

«Ο Κόσμος της Σοφίας» Γιοστέιν Γκάρντερ, εκδ. Λιβάνη

Δεν πρόκειται για καινούριο βιβλίο, αλλά ακόμα και μετά από σχεδόν δύο δεκαετίες που έχουν περάσει από την πρώτη έκδοσή του, εξακολουθεί να πουλάει και όχι άδικα. Ο «Κόσμος της Σοφίας» είναι ένα μυθιστόρημα με ήρωες δύο διαφορετικές κοπέλες και έναν ανώνυμο επιστολογράφο, αλλά αυτό είναι μόνο μία αφορμή για να καταβυθιστεί ο αναγνώστης με μαγικό τρόπο στην ιστορία της φιλοσοφίας ανά τους αιώνες. Κάπως έτσι θα έπρεπε να είναι τα σχολικά εγχειρίδια σε μία ιδανική πολιτεία.

Τρίτη 23 Δεκεμβρίου 2008

25 Δεκεμβρίου- Ο Τελευταίος Παλαιολόγος


Και ναι επιτέλους Χριστούγεννα σήμερα! (ή τουλάχιστον έτσι νομίζω, δεν είμαι σίγουρος ότι κυκλοφορούμε Πέμπτη το εορταστικό μας φύλλο). Σε κάθε περίπτωση υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να μας διαβάζετε μεταξύ μελομακάρονου και κουραμπιέ και να απομένει μία ολόκληρη εβδομάδα για την αλλαγή του χρόνου. Εκτός απροόπτου στο τελευταίο άρθρο για το 2008 θα γράψω για τα καλύτερα βιβλία που έπεσαν αυτό το χρονικό διάστημα στα χέρια μου και για όσα μου πρότειναν άτομα με οξυμένο αναγνωστικό κριτήριο, ό,τι κι αν μπορεί να σημαίνει αυτό.
Ας περάσουμε και σε μερικές ιδέες από τον χώρο του βιβλίου και συγκεκριμένα σε δύο απονομές.
Ξεκινάμε με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος για το 2008, που κέρδισε το βιβλίο ενός πολύ αξιόλογου συγγραφέα, τον οποίο έχω αμελήσει να παρουσιάσω μέχρι σήμερα, αλλά ελπίζω στο μέλλον να φιλοξενήσουμε εκτενέστερα στις σελίδες της Epirus Press με μία συνέντευξή του. Πρόκειται για τον πολύπειρο Γιώργο Λεονάρδο και το χωρίς υπερβολή εξαιρετικό βιβλίο του «Ο τελευταίος Παλαιολόγος», που κυκλοφόρησε στις αρχές της χρονιάς που φεύγει από τις εκδόσεις Λιβάνη. Περί τίνος πρόκειται;
Γράφει ο μοναχός Αθανάσιος, κατά κόσμον Ανδρόνικος Παλαιολόγος, στο προεισόδιο σημείωμα της απολογητικής αναφοράς του: «Η άλωση της Πόλης, το 1453, και η ολοκληρωτική διάλυση της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας έθεσαν τέλος στην ύπαρξή μου, αλλά και σε μια παγκόσμια δύναμη που μπόρεσε να κρατηθεί στη ζωή πάνω από έντεκα αιώνες, δίνοντας στον κόσμο φως έναντι σκότους, πολιτισμό έναντι βαρβαρότητας, πνεύμα και παιδεία έναντι απαιδευσιάς και αμουσίας. Και ας υπήρξαν κακόβουλοι, μικρόψυχοι και στενόμυαλοι χρονικογράφοι που παραποίησαν τα γεγονότα και σκύλεψαν το λείψανό της. Κληροδότησε στους καταπατητές της τα γράμματα, τις τέχνες, τη φιλοσοφία –τον πολιτισμό εν γένει–, όπως τα είχαν κληροδοτήσει αιώνες πριν οι αρχαίοι Έλληνες στους Ρωμαίους κατακτητές τους. Το όνομα της Κωνσταντίνου πόλης έγινε θρύλος και βρίσκεται στα χείλη όλων των Ελλήνων που τη γνώρισαν και πάλεψαν για να διατηρηθεί φωτεινός ο ζωοδότης φάρος του πολιτισμού της. Όσος χρόνος κι αν περάσει, η Κωνσταντίνου πόλη θα είναι για εμάς το σύμβολο της μεγαλοσύνης και το παλλάδιο του πολιτισμού απέναντι στη βαρβαρότητα».
Δεν χρειάζονται πολλά περισσότερα για να καταλάβετε ότι πρόκειται για ένα ιστορικό μυθιστόρημα που αφηγείται τις τελευταίες στιγμές μίας πόλης υπό πολιορκία. Νομίζω δεν θα σας απογοητεύσει, ενώ μπορείτε να αναζητήσετε και την πιο πρόσφατη δουλειά του κυρίου Λεονάρδου, το «Σοφία Παλαιλογίνα: από το Βυζάντιο στη Ρωσία». Επίσης πλούσιο υλικό υπάρχει και στο προσωπικό ιστολόγιο του συγγραφέα και συγκεκριμένα στη διεύθυνση http://www.leonardos-livanis.blogspot.com/.

Και απομένει το ερώτημα –αν δεν το έχει πάρει κάπου το αυτί σας- για το ποιος κέρδισε το φετινό βραβείο αναγνωστών. Λοιπόν έπειτα από ψηφοφορία του κοινού, νικητής αναδείχθηκε ο Δημήτρης Μπουραντάς με το βιβλίο «Όλα σου τα ‘μαθα, μα ξέχασα μια λέξη», το οποίο έχει πετύχει και πολύ υψηλές πωλήσεις για λογαριασμό των εκδόσεων Πατάκη.

Τι ξέχασα; Καλά Χριστούγεννα κι ευτυχισμένα!

18 Δεκεμβρίου- Οι Σαρακατσάνοι της Βουλγαρίας


Οι γιορτές βρίσκονται μια ανάσα μακριά και μαζί τους έρχονται και τα δώρα. Αν είστε σε δίλημμα για το τι θα πάρετε σε κάποιο αγαπημένο σας πρόσωπο, τότε σκεφτείτε να ανεβάσετε ψηλά στη λίστα των προτιμήσεών σας ένα βιβλίο, το οποίο μπορεί να αποδειχθεί η καλύτερη λύση.
Πάμε τώρα στην παρουσίαση ενός σημαντικού βιβλίου που διάβασα την εβδομάδα που μας πέρασε και από το οποίο όχι μόνο αποκόμισα ανεκτίμητη γνώση πάνω σε ένα θέμα ουσιαστικά άγνωστο σε εμένα, αλλά και ψυχαγωγήθηκα. Πρόκειται για το λαογραφικό βιβλίο “Οι Σαρακατσάνοι της Βουλγαρίας” του Ευριπίδη Μακρή, το οποίο κυκλοφόρησε τον προηγούμενο μήνα.
Ο Ευριπίδης Μακρής είναι πτυχιούχος της Ζωσιμαίας Παιδαγωγικής Ακαδημίας και του Μαράσλειου Διδασκαλείου, έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Ντούισμπουργκ, υπηρέτησε στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση ως δάσκαλος και σχολικός σύμβουλος. Έχει γράψει δεκαπέντε βιβλία και πολλά άρθρα σε περιοδικά κι εφημερίδες, ασχολείται ιδιαίτερα με τη λαογραφία και την τοπική ιστορία, ενώ για το έργο του έχει βραβευτεί από την ελληνική λαογραφική εταιρεία και το λαογραφικό μουσείο Σαρακατσάνων.
Ξεκινώντας να γράφω τη στήλη αναζήτησα στη wikipedia τον ορισμό της λαογραφίας. Ως λαογραφία, λοιπόν ορίζεται εκείνη η επιστήμη που ασχολείται με όλες τις εκφάνσεις του λαϊκού πολιτισμού. Εξετάζει, καταγράφει και ταξινομεί όλα όσα ένας λαός κατά παράδοση λέγει, ενεργεί και πράττει σε συλλογικό επίπεδο. Το περιεχόμενο των θεμάτων της αποτελεί εκδήλωση της ψυχικής και κοινωνικής ζωής του λαού σε τοπικό ή εθνικό επίπεδο και συνεπώς ποικίλει. Ο Ευριπίδης Μακρής μένει πιστός στον ορισμό αυτό και μέσα από τις σελίδες του βιβλίου του ζωντανεύει αρχικά την ιστορία και την παράδοση των νομάδων κτηνοτρόφων και κατόπιν καταβυθίζεται στην επιστημονική μελέτη προκειμένου να παρουσιάσει όλους όσοι ζούνε σήμερα στη γειτονική χώρα και αυτοπροσδιορίζονται ως Σαρακατσάνοι. Στο συμπέρασμα του κοινού τόπου καταγωγής οδηγούν τόσο η σαρακατσάνικη παράδοση όσο και η μελέτη της ιστορικής εξέλιξης των νομαδικών φυλών στην Ελλαδα και οι ανθρωπολογικές, λαογραφικές και γλωσσολογικές μελέτες.
Γενικά ο νομαδικός βίος των Σαρακατσάνων περιλάμβανε τις εποχικές μετακινήσεις. Την άνοιξη και συγκεκριμένα του Άι-Γιώργη οι Σαρακατσάνοι ξεκινούσαν να ανέβουν το βουνό για να “ξεκαλοκαιριάσουν”. Άνδρες, γυναικόπαιδα, κοπάδια. Το φθινόπωρο περίπου στη γιορτή του Άι-Δημήτρη, εγκατέλειπαν το βουνό και κατέβαιναν στα “χειμαδιά” δηλαδή, στις πεδιάδες.
Αντιγράφω τέλος ένα κομμάτι από το πρώτο μέρος του βιβλίου: “...Γίνεται φανερό ότι οι Σαρακατσάνοι είναι ένα νομαδικό κτηνοτροφικό φύλλο, που έχει τις ρίζες του στην αρχαία Ελλάδα και κάποια εποχή, που είναι δύσκολο να την προσδιορίσουμε χρονικά με την ακρίβεια, αποτέλεσαν μία συμπαγή και ομοιογενή ομάδα νομάδων κτηνοτρόφων που για πολλούς αιώνες έζησαν στην ίδια περιοχή. Τα θερινά βοσκοτόπια αυτής της περιοχής απλώνονταν κυρίως στη νοτιοανατολική Πίνδο από την Ήπειρο μέχρι τα βουνά του Βάλτου και των Αγράφων, ενώ τα χειμαδιά τους ήταν στα πεδινά μέρη της Ηπείρου της Στερεάς Ελλάδας και της Θεσσαλίας. Αυτοί οι νομάδες κατά τους χρόνους της Τουρκοκρατίας, για διάφορους λόγους σκορπίστηκαν σε όλη την Ηπειρωτική Ελλάδα και τις άλλες βαλκανικές χώρες, όπου και βρίσκονται σήμερα.”
Ίσως η πιο σημαντική απόδειξη για το ότι ο συγγραφέας αγαπάει αυτό που κάνει είναι ότι ο ίδιος του γεννήθηκε σε ένα αχυροσκέπαστο κονάκι και έζησε μέχρι τα 22 του στη στάνη με τους νομάδες Σαρακατσάνους γονείς του. Ένα βιβλίο πολύ χρήσιμο σε κάθε αναγνώστη και απαραίτητο για κάθε ένα που έλκει την καταγωγή του από τους Σαρακατσάνους.

11 Δεκεμβρίου- Φωτιά


Κυριακή πρωί γράφω τη στήλη και εδώ στην Πάτρα όπου βρίσκομαι προμηνύεται μία υπέροχη ζεστή μέρα- δηλαδή σχεδόν όπως οι περισσότερες. Φτάνουμε αργά και νωχελικά τα μέσα Δεκεμβρίου και έχω την αμυδρή αίσθηση ότι όλος ο κόσμος έχει βάλει τις δουλειές του on hold και απλά περιμένει να έρθουν οι γιορτές.
Πάμε παρακάτω, κάνοντας μια νοερή βόλτα στις βιτρίνες για να ρίξουμε μια ματιά σε νέες κυκλοφορίες, από τις οποίες φυσικά υπάρχει τεράστια γκάμα εν όψει Χριστουγέννων, την εποχή του χρόνου με τις μεγαλύτερες πωλήσεις. Εκτός από τις νέες κυκλοφορίες των “μεγάλων” ονομάτων, θα ακουστεί αρκετά και το μυθιστόρημα που θα κερδίσει το βραβείο αναγνωστών, κάνοντας αναμφίβολα νέα δυναμική είσοδο στα ράφια με τα ευπώλητα. Τώρα που γράφω δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμα η ψηφοφορία, αλλά θα κάνω μία πρόβλεψη ότι θα κερδίσει ή ο Δημήτρης Μπουραντάς με το “Όλα σου τα έμαθα, μα ξέχασα μια λέξη” ή ο Γιάννης Ξανθούλης με “Του φιδιού το γάλα”.
Τελικά ενώ έγραφα τις δύο παραπάνω παραγράφους αποφάσισα με ποιο βιβλίο θα ασχοληθώ σήμερα και είναι ένα βιβλίο του οποίου τα μυστικά μπορεί να σας “κάψουν”, ενώ κατά κάποιον παράξενο τρόπο έχει σχέση με την πόλη μας. Η Αμερικανίδα Katherine Neville είναι πασίγνωστη συγγραφέας που επιλέγει στα έργα της να ασχοληθεί με την παγκόσμια μυθολογία και τις τέχνες. Εργάστηκε ως σύμβουλος διεθνών σχέσεων στην αλγερινή κυβέρνηση, θέση που της επέτρεψε να παρακολουθήσει από κοντά τα γεγονότα του πετρελαϊκού εμπάργκο του ΟΠΕΚ. Αυτή η εμπειρία της της έδωσε και το έναυσμα για τη συγγραφή του “Οχτώ”, το οποίο έγινε εξαιρετικά δημοφιλές και στη χώρα μας. Πολλοί από εσάς θα το διαβάσετε μετά τον “Κώδικα Ντα Βίντσι”, μιας και είναι παρόμοιου ύφους, αλλά η αλήθεια είναι ότι έχει γραφεί πριν από είκοσι χρόνια και για πολλούς θεωρείται ότι εδραίωσε στη διεθνή λογοτεχνική ορολογία τον ορισμό του “επικού θρίλερ”.
Μετά ακολούθησε ο επίσης πολυδιαφημισμένος “Μαγικός Κύκλος”, ένα βιβλίο με τις κλασικές αρετές της γραφής της Neville, αλλά και πολλές αδυναμίες κατά τη γνώμη μου. Τώρα επιστρέφει με τη “Φωτιά”, ένα μυθιστόρημα που έχει και άρωμα Ελλάδας, φιλοδοξώντας για μία ακόμα φορά να μπλέξει παράλληλη αφήγηση σε διαφορετικές εποχές, συνυφαίνοντας ιστορικές και σύγχρονες ιστορίες, κυνήγια θησαυρού, εσωτεριστικούς κώδικες και γρίφους με κρυπτογραφημένα στοιχεία από τα βάθη του παρελθόντος.
Η “Φωτιά” είναι ένα άτυπο sequel του “Οχτώ” όπως θα καταλάβετε και απ' τη σύνοψη. Τα πάντα ξεκινούν στο Κολοράντο το 2003, αφού έχουν περάσει τριάντα χρόνια απ' όταν οι ήρωες είχαν διασκορπίσει τα κομμάτια του Σκακιού του Μονγκλάν σε όλο τον κόσμο, θάβοντας μαζί τους και τα μυστικά της δύναμης που προσδίδει σε όποιον καταφέρει να τα συγκεντρώσει. Αν θυμάστε το συγκεκριμένο σκάκι άνηκε κάποτε στον Καρλομάγνο και θεωρούνταν ότι έκρυβε μυστικιστικές ιδιότητες. Το δεύτερο μισό της αφήγησης, όμως τοποθετείται στα Γιάννενα το 1822 επί εποχής του Αλή Πασά, λίγο πριν δεχτεί επίθεση από τα στρατεύματα του Σουλτάνου.
Αν θέλετε να διαβάσετε μια συναρπαστική ιστορία μυστηρίου και αναζήτησης, η “Φωτιά” θα πρέπει να ανέβει ψηλά στη λίστα με τις μελλοντικές σας αγορές. Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Λιβάνη και σε μετάφραση της Χριστιάννας Σακελλαροπούλου.

4 Δεκεμβρίου- Βραβείο Αναγνωστών 2008




Για σήμερα θα ασχοληθούμε με την επικαιρότητα και το Βραβείο Αναγνωστών 2008. Έχουν μείνει λίγες μέρες για να επιλέξετε το αγαπημένο βιβλίο της χρονιάς που μας πέρασε και αν δεν έχετε ακούσει περί τίνος πρόκειται διαβάστε τα παρακάτω κατατοπιστικά: Για τέταρτη χρονιά οι αναγνώστες παίρνουν τον λόγο και ψηφίζουν το αγαπημένο τους ελληνικό μυθιστόρημα. Τη Δευτέρα 10 Νοεμβρίου άρχισε η ψηφοφορία, που θα αναδείξει το «Βραβείο Αναγνωστών 2008», και θα διαρκέσει μέχρι τις 7 Δεκεμβρίου. Το «Βραβείο Αναγνωστών» είναι ένα λογοτεχνικό βραβείο που αγαπήθηκε και καθιερώθηκε από το αναγνωστικό κοινό, το οποίο βράβευσε την Ευγενία Φακίνου το 2005, τη Ρέα Γαλανάκη το 2006, τον Ανδρέα Μήτσου το 2007. Ανανεωμένος φέτος ο θεσμός του Βραβείου, ανοίγει τα φτερά του για δεύτερη χρονιά σε όλη την Ελλάδα μέσα από το πανελλαδικό δίκτυο της ΕΡΤ που συνεργάζεται στη διοργάνωση. Το κοινό θα έχει την ευκαιρία να γνωρίσει περισσότερο τα προτεινόμενα βιβλία και τους συγγραφείς τους μέσα από τις ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές εκπομπές της ΕΡΤ.

Φέτος, για πρώτη φορά κλήθηκαν να συμμετέχουν οι 150 Λέσχες Ανάγνωσης, καταρτίζοντας τη «βραχεία λίστα» των 15 βιβλίων από την οποία καλείται να επιλέξει το κοινό:

^Πανδαιμόνιο του Κώστα Ακρίβου στις εκδόσεις Μεταίχμιο (στείλτε ΒΑ 1 στο 54160)

^Η αηδονόπιτα του Ισίδωρου Ζουργού στις εκδόσεις Πατάκης (στείλτε ΒΑ 2 στο 54160)

^Ανεπίδοτοι έρωτες του Περικλή Κοροβέση στις εκδόσεις Ηλέκτρα (στείλτε ΒΑ 3 στο 54160)

^Η Μαρία των Μογγόλων της Μαριάννας Κορομηλά στις εκδόσεις Πατάκη (στείλτε ΒΑ 4 στο 54160)

^Τι ζητούν οι βάρβαροι του Δημοσθένη Κούρτοβικ στις εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα (στείλτε ΒΑ 5 στο 54160)

^Ο τελευταίος Παλαιολόγος του Γιώργου Λεονάρδου στις εκδόσεις Λιβάνη (στείλτε ΒΑ 6 στο 54160)

^Τηλεμάχου Οδύσσεια του Δημήτρη Μίγγα στις εκδόσεις Μεταίχμιο (στείλτε ΒΑ 8 στο 54160)

^Όλα σου τα μαθα, μα ξέχασα μια λέξη του Δημήτρη Μπουραντά στις εκδόσεις Πατάκη (στείλτε ΒΑ 9 στο 54160)

^Του φιδιού το γάλα του Γιάννη Ξανθούλη στις εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα (στείλτε ΒΑ 10 στο 54160)

^Η Μεγάλη Άμμος του Βαγγέλη Ραπτόπουλου στις εκδόσεις Κέδρος (στείλτε ΒΑ 11 στο 54160)

^Βίλα Κόμπρε του Αλέξη Σταμάτη στις εκδόσεις Καστανιώτη (στείλτε ΒΑ 12 στο 54160)

^Φτερά από μετάξι της Πασχαλίας Τραυλού στις εκδόσεις Ψυχογιός (στείλτε ΒΑ 13 στο 54160)

^Ραγδαία επιδείνωση του Θανάση Χειμωνά στις εκδόσεις Πατάκη (στείλτε ΒΑ 14 στο 54160)

και (εκτός συναγωνισμού) το “Παλιά, πολύ παλιά” του Πέτρου Μάρκαρη στις εκδόσεις Γαβριηλίδης (είναι πρόεδρος του ΕΚΕΒΙ) και “Αλδεβαράν” του Παύλου Μάτεσι στις εκδόσεις Καστανιώτη (επιλογή του συγγραφέα να εξαιρεθεί).
Οι αναγνώστες μπορούν να ψηφίζουν έως 7 Δεκεμβρίου 2008, με sms στο 54160 (χρέωση κανονικού μηνύματος). Τα αποτελέσματα θα ανακοινωθούν στις 10 Δεκεμβρίου στην εκπομπή «Έχει Γούστο» με την Μπήλιω Τσουκαλά στη ΝΕΤ.

Ως τότε εσείς κάντε το καθήκον σας!

Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου 2008

27 Νοεμβρίου- Στρατιώτης του Χριστού


Φθινοπωρινός καιρός, άρα κατάλληλος για να μείνετε μέσα παρέα με ένα βιβλίο. Δεν ξέρω αν και για εσάς έχει αξία η παρακάτω εικόνα, αλλά για μένα είναι μια από τις μεγαλύτερες απολαύσεις να κάθομαι στο σπίτι ένα σκοτεινό μεσημέρι ενώ βρέχει και να χάνομαι στις σελίδες ενός αγαπημένου αναγνώσματος. Παρά την ρομαντική όμως εισαγωγή, η σημερινή μου πρόταση αφορά ένα βιβλίο κοινωνικοπολιτικού περιεχομένου, το οποίο διάβασα πρόσφατα και νομίζω έχει ενδιαφέρον. Πρόκειται για το δυσερμήνευτο “Στρατιώτης του Χριστού”, το οποίο έχει γράψει ο Δημήτρης Φύσσας και κυκλοφόρησε πολύ πρόσφατα από τις ανατρεπτικές εκδόσεις “Γνώσεις”.

Ο Δημήτρης Φύσσας γεννήθηκε το 1956 στην Αθήνα. Είναι πτυχιούχος νεοελληνικής φιλολογίας και πολιτικών επιστημών. Πέρασε από τα κόμματα της Αριστεράς, εργάστηκε σ' ένα εργοστάσιο και σε δύο βιβλιοπωλεία, έγραψε λήμματα σε εγκυκλοπαίδεια, αρθρογράφησε σε ποικίλα έντυπα, δίδαξε το μάθημα της έκθεσης σε φροντιστήρια άλλων και σε δικά του. Είναι επαγγελματίας κειμενογράφος και καθηγητής φιλόλογος. Έχει γράψει τρία βιβλία. "Η γενιά του Πολυτεχνείου: Ένα βιογραφικό λεξικό" (Δελφίνι, 1993), "Αυστηρώς ακατάλληλον: Προγράμματα αθηναϊκών κινηματογράφων σεξ. Συμβολή στην κοινωνιολαογραφία" (Δελφίνι, 1994) και το πιο γνωστό “Πλατεία Λένιν, πρώην Συντάγματος” (Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2005).

Το τελευταίο ήταν ένα μυθιστόρημα που ανήκει στο είδος της εναλλακτικής ιστορίας και σύμφωνα με τα ερωτήματα που έθετε: “Κι αν η Ελλάδα είχε γίνει κι αυτή κομμουνιστική; Αν, αντί για τις ΗΠΑ, κυριαρχούσε στην πολιτική ζωή η Σοβιετική Ένωση; Αν η εξέγερση του Πολυτεχνείου το 1973 ήταν αντεστραμμένη;”

Τώρα με τον “Στρατιώτη του Χριστού” ο Δημήτρης Φύσσας επιχειρεί κάτι ανάλογο, αγγίζοντας ένα θέμα της επικαιρότητας των τελευταίων ετών και προσπαθώντας να προεκτείνει τις συνιστώσες του σε μια προσπάθεια να ιχνηλατήσει το θρησκευτικό πλέγμα που τυλίγει την ελληνική κοινωνία και την εξάρτησή της από αυτό. Όλα αυτά ίσως ακούγονται σπουδαιοφανή, αλλά δεν είναι. Ο προβληματισμός στο βιβλίο είναι διάχυτος, αλλά όχι αποτρεπτικός. Πώς ξεκινάει το βιβλίο; “Όπως όλοι ξέρουμε, το καλοκαίρι του 2007 ο θρησκόληπτος και ελαφρώς ανισόρροπος θεολόγος Συμεών Συντυχάκης δολοφόνησε στη Σίφνο τον Κώστα Σημίτη, πρώην πρωθυπουργό της Ελλάδας, επειδή ο τελευταίος, κατά τη διάρκεια της θητείας του, είχε αφαιρέσει το θρήσκευμα από τις ταυτότητες των Ελλήνων. Ο δολοφόνος κρατούσε ημερολόγιο. Αμέσως μετά το φόνο, ο συγγραφέας το έκλεψε και τώρα το δημοσιεύει.”

Έχουμε να κάνουμε λοιπόν με ένα φανταστικό γεγονός, τη δολοφονία του Κώστα Σημίτη από έναν φανατικό και τη δημοσίευση του ημερολογίου που υποτίθεται ότι διατηρούσε ο ημίτρελος δολοφόνος. Το όλο εγχείρημα δεν είναι εξαιρετικό μόνο ως σύλληψη, αλλά και ως εκτέλεση από τον Φύσσα. Το ημερολόγιο του Συμεών Συντυχάκη είναι μια ταραγμένη γραφή, γεμάτη λάθη, ανακρίβειες, θρησκευτικές κορώνες και επιτηδευμένα χαοτική γλώσσα, που σε άλλα σημεία προκαλεί την κοινή λογική και σε άλλα σημεία προκαλεί αβίαστα γέλιο. Έχει πολλαπλές αναφορές σε γεγονότα της επικαιρότητας, όπως τις πυρκαγιές, το ναυάγιο του Sea Diamond και την ασθένεια του μακαριστού Αρχιεπισκόπου, ενώ τα σχόλια του Φύσσα σε επιλεγμένα σημεία του “ημερολογίου” είναι εξόχως δηκτικά.

Διατήρησα ορισμένες ενστάσεις ως προς την έμμεση διατύπωση ακραίων θέσεων και καταιγιστικών βολών εναντίον προσώπων, αλλά οπωσδήποτε πρέπει να το διαβάσετε για να σχηματίσετε ολοκληρωμένη γνώμη. Η δια μέσου φερέφωνου έκφραση αντίστροφων απόψεων του Φύσσα είναι αναμφίβολα όσο φανατισμένη, τόσο και άξια προσοχής. Είμαι βέβαιος ότι δεν θα το μετανιώσετε είτε συμφωνήσετε με τις απόψεις του συγγραφέα, είτε όχι. Θα το βρείτε σε όλα τα βιβλιοπωλεία με το ξεχωριστό άλικο εξώφυλλό του να δίνει το στίγμα όσων θα διαβάσετε στις διακόσιες πενήντα σελίδες του.