Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2009

26 Μαρτίου- Ανάμισης Ντενεκές


Το «πού πάμε» μας το δείχνει συχνά το «από πού ερχόμαστε»

Η ιστορία ενός ανθρώπου που πέρασε στην παρανομία για ένα έγκλημα πάθους. Το μυθιστόρημα του Γιάννη Μακριδάκη «Ανάμισης Ντενεκές» εμπνέεται από έναν θρύλο της εποχής, τον Γεώργιο Πέτικα, που έζησε στη Χίο στις αρχές του προηγούμενου αιώνα.

Πριν από δύο εβδομάδες είχα την τύχη να παρευρεθώ σε μία πολύ ενδιαφέρουσα παρουσίαση, στο βιβλιοπωλείο Πολύεδρο της Πάτρας. Και αφού ένα κομμάτι της παρουσίασης είχε επιμεληθεί ο φίλος μου ποιητής Τηλέμαχος Τσαρδάκας, τον παρακάλεσα να μου δανείσει τα λόγια του, για να σας συστήσω ένα πολύ αξιόλογο βιβλίο, το «Ανάμισης Ντενεκές», του Γιάννη Μακριδάκη, το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Εστία. Απολαύστε:

Εχετε γεια ψηλά βουνά, κάμποι μου με τα ρόδα / Μάκελε με το κρυό νερό κι εγώ μισέβγω τώρα / Κι όταν ασπρίσει ο κόρακας και γίνει περιστέρι / Τότε να με παντέχετε εις τα δικά μας μέρη /
Αντρίκιο και Μιχαλικιό βγάτε στο μονοπάτι / Να πάρετε το Γιώργη μου γιατί εν ηξέρει να ‘ρτει /
Η μάντρα σου σ’ αναζητά κι οι αίγες σου φωνάζουν / «που είναι ο τσοπάνης μας» κλαίνε κι αναστενάζουν» / Τη μάντραν αρωτήσανε «μάντρα και πού ‘ναι ο γιός σου;» / «Σε γάμο τον καλέσανε να πα να στεφανώσει / Τον κάτω κόσμο πήαινε να ξανακαινουργιώσει» /
Αφήνω γεια και παίρνω γεια κι αφήνω κι αμανάτι / Αφήνω μια γαρυφαλιά, γαρύφαλα γεμάτη / Στέλλω σου χαιρετίσματα κι ένα κουτί λεβάντα / Να πλύνεσαι κάθε πρωί να με θυμάσαι πάντα».
Σας διάβασα μερικά από τα τελευταία τσοπάνικα μοιρολόγια που επιζούν στη Χίο. Τα συγκεκριμένα μοιρολόγια είναι τυχερά γιατί βρέθηκαν στο δρόμο του Γιάννη Μακριδάκη και διασώθηκαν και θα επιζήσουν. Θα μπορούσα να σας διαβάσω κι άλλα πράγματα που θα επιζήσουν: πώς γίνεται η σούμα ή μυζήθρα, ή τι πραγματικά σήμαινε Ελληνικό Κράτος και Ελληνική γραφειοκρατία για τα νησιά μας. Αυτή είναι εξάλλου η μεγάλη προσφορά του Γιάννη στον τόπο του και σε εμάς τους υπόλοιπους, να σώζει αυτά που θα χάνονταν στη λήθη και να μας συστήνει όσα – κακώς ίσως – δεν γνωρίζαμε. Είναι δύσκολη δουλειά αυτή, απαιτεί αληθινή αγάπη και μεράκι και λίγη τρέλα και θέλω να τον ευχαριστήσω πολύ που τα διαθέτει όλα αυτά.

Τα μοιρολόγια αυτά βρήκε τρόπο και τα ενέταξε μέσα στην αφήγηση του «Ανάμιση Ντενεκέ» ο Γιάννης, έστω κι αν αποπροσανατολίστηκε λίγο ο ερευνητής στο σημείο εκείνο όπως ο ίδιος σημειώνει. Καλά έκανε κι αποπροσανατολίστηκε. Καλά έκανε γιατί αυτοί οι μικροί αποπροσανατολισμοί είναι που μας αναγκάζουν να σταθούμε λίγο και να αναρωτηθούμε, που μας κάνουν να νιώσουμε λίγο χαμένοι και μας θυμίζουν ότι το «πού πάμε» μας το δείχνει συχνά το «από πού ερχόμαστε».

Ο Χιώτης «Ζορό»

Είχα την τύχη να διαβάσω το βιβλίο χωρίς να ξέρω τίποτα γι’ αυτό πέρα από το όνομα του συγγραφέα (τον οποίο γνώριζα από τα προηγούμενα βιβλία και τα περιοδικά του Πελινναίου). Ηταν ελεύθερο λοιπόν το πεδίο να απλωθεί η αφήγηση με όλη τη μαεστρία και όλες τις προθέσεις τις οποίες επιστράτευσε ο συγγραφέας για να μας πει την ιστορία του. Την ιστορία του Γιώργη Πέτικα, αυτού του Χιώτη «Ζορό» που το όνομά του πήρε διαστάσεις θρύλου πάνω στο νησί, όπως ταιριάζει σε όσους αρνούνται να συμβιβαστούν, να υποκύψουν, σε όσους δεν μπορούν παρά να ξεχωρίζουν. Το όνομα του Πέτικα δεν το είχα ξανακούσει. Ούτε για το θρύλο του ήξερα, ούτε είχα ιδέα τι θα διαβάσω ανοίγοντας το βιβλίο κι έτσι οι εκπλήξεις διαδέχονταν η μία την άλλη. Εχει αρκετές μέσα και μάλιστα εκεί που δεν το περιμένεις – πετυχαίνει δηλαδή τον βασικό σκοπό της λογοτεχνίας, να ψυχαγωγήσει τον αναγνώστη. Πέρασα πραγματικά πολύ ωραία διαβάζοντας αυτό το βιβλίο, απόλαυσα τις περιγραφές του γνώριμου Χιώτικου τοπίου και αγκιστρώθηκα από τη ροή της ιστορίας. Δεν ήθελα να αφήσω το Γιώργη μόνο του, ήθελα ν’ ανοίξω το βιβλίο ξανά, για να ξεπηδήσει και το επόμενο σημείωμα της αγαπημένης του από μέσα, και η επόμενη διαδρομή του στα βουνά, να δω μήπως κάποιους από όσους εμπιστεύτηκε τον πρόδωσε, μήπως κάποιος από όσους δεν τον πρόδωσαν το πλήρωσε.

Καταστρέφουν τη μαγεία

Ευτυχώς όσο διάβαζα το βιβλίο αντιστάθηκα στον πειρασμό να αναζητήσω κριτικές ή σχόλια ή αναφορές για το ίδιο ή για τον συγγραφέα. Και λέω ευτυχώς διότι αμέσως μόλις ολοκλήρωσα την ανάγνωση είχα την περιέργεια να δω τι έχει γραφτεί γι’ αυτό και πώς το έχει αποδεχτεί ο εκτός Χίου κόσμος. Πώς να τους ακούγονται άραγε όλα αυτά τα τοπωνύμια; Η ντοπιολαλιά μήπως τους ξενίζει; Πώς είναι να διαβάζεις για τα βουνά του Ανάβατου, για τα πεύκα που φτάνουν ως τη θάλασσα, για τα νερά της Ελίντας, για την πηγή του Γιόσονα, για τον ήλιο που δύει πάνω από τη Σιδηρούντα, για τα αλεπουδάκια που σαστίζουν μπροστά στους προβολείς του αυτοκινήτου όταν γυρίζεις νύχτα από τη Βολισσό…

Πώς είναι να τα φαντάζεσαι όλα αυτά χωρίς να θυμούνται οι αισθήσεις σου τις μυρωδιές, τις λάμψεις, τους ήχους…;

Διάβασα λοιπόν τις κριτικές αυτές – συγκεκριμένα του κ. Μοδινού στο Βήμα και του κ. Μόσχου στην Καθημερινή αν δεν κάνω λάθος. Τις διάβασα και έφριξα! Θύμωσα! Οχι γιατί γράφουν κάτι κακό ή θάβουν το μυθιστόρημα. Ισα ίσα που το προβάλλουν με θετικά λόγια και το συστήνουν. Θύμωσα γιατί το κάνουν με έναν τρόπο που αποκαλύπτει όλη την ιστορία – όταν λέω όλη εννοώ όλη! Γράφουν σε περίληψη τι γίνεται από την αρχή μέχρι το τέλος – καταστρέφοντας έτσι όλη τη μαγεία του να ζεις την ιστορία που διαβάζεις. Το θεωρώ απαράδεκτο να υποσκάπτεται η δυναμική ενός μυθιστορήματος έτσι. Πιστεύω ότι αυτό συμβαίνει επειδή στην πραγματικότητα οι άνθρωποι αυτοί που υποτίθεται ότι είναι ειδικοί και κάνουν κριτικές είτε δεν ξέρουν τη δουλειά τους είτε βαριούνται τρομερά να την κάνουν. Σε μια ταινία ας πούμε δεν προσφέρεις τίποτα λέγοντας από τη μια ότι είναι καλή και αποκαλύπτοντας από την άλλη ποιος είναι ο δολοφόνος. Δεν γίνεται έτσι. Το ίδιο ισχύει και για ένα βιβλίο. Αλλά αμφιβάλλω αν ενδιαφέρονται γι’ αυτά. Τους ενδιαφέρει να γεμίσουν τις στήλες της εφημερίδας με τον αριθμό λέξεων που πρέπει, να κάνουν δημόσιες σχέσεις με τον εκδότη – ίσως και με τον συγγραφέα αν είναι κανένας γνωστός – αλλά αρχίζω να βεβαιώνομαι ότι δεν τους ενδιαφέρει καθόλου ο αναγνώστης.

Ηρωας και εγκληματίας

Αφήνω τη γκρίνια στην άκρη και περνάω στον τρόπο γραφής του Γιάννη Μακριδάκη τουλάχιστον όπως τον αντιλαμβάνομαι εγώ. Καταφέρνει ο Μακριδάκης να βάλει τον αναγνώστη μέσα στην ιστορία και να τον εξοικειώσει με τους ήρωες χωρίς να τους χρωματίζει με κραυγαλέα χρώματα και χωρίς να τους τοποθετεί σε έναν πολύ προβλέψιμο άξονα καλού και κακού. Είναι ήρωας ο Πέτικας αλλά είναι και εγκληματίας. Είναι σύντροφος ο Τουρκοδήμητρος αλλά είναι και κλέφτης. Είναι σκληρός και κακός ο χωροφύλακας Πλαπούτας αλλά μήπως είναι απλά ένας αξιωματικός πιστός στο καθήκον του;

Κρατάει ο συγγραφέας την απόσταση του ερευνητή που αμφισβητεί συχνά τις πηγές του και που ενδιαφέρεται να βρει τα αληθινά πρόσωπα κάτω από τη σκόνη κι όχι τις διαστρεβλωμένες αγιογραφίες που συχνά έχει ανάγκη να διασώσει η συλλογική μνήμη. Οι χαρακτήρες σε πολλά σημεία καλύπτονται από την ίδια σκοτεινιά που καλύπτει και την έρευνα στην αρχή της. Ο ερευνητής ψάχνει στο σήμερα κι ο ήρωας κρύβεται στο χτες. Η εισαγωγή μέσα στην αφήγηση αυτής της παράλληλης δράσης – του φυγά Πέτικα που προσπαθεί να ξεφύγει από τους διώκτες του και του ερευνητή Μακριδάκη που «καταδιώκει» κι αυτός 90 χρόνια μετά έναν θρύλο μέσα σε βιβλία, εφημερίδες και ηχογραφημένες μαρτυρίες – είναι που κάνει τον «Ανάμιση Ντενεκέ» ξεχωριστό. Αυτό που κυνηγούμε, ο καθένας μας ξεχωριστά, η μνήμη μας, η νιότη μας, η νιότη του πατέρα μας, η γλώσσα που μιλούσε η γιαγιά μας, τα χωριά μας πριν γεμίσουν αλουμινόπορτες και ελενίτ, ο χρόνος που περνάει και μας θερίζει, τα δευτερόλεπτα που αλλιώς περνούν όταν είσαι τριάντα πέντε κι αλλιώς όταν αγγίζεις τα εκατό, ήταν κάποτε μες στα χέρια μας. Ηταν όλα μες τα χέρια μας κάποτε και ξεγλιστρήσανε. Θα μπορούσαμε να τα έχουμε κρατήσει, να τα έχουμε κάνει κτήμα μας, να τα έχουμε σώσει αλλά μας ξέφυγαν, όπως ξέφευγε ο Πέτικας απ’ τους χωροφυλάκους. Και τώρα δεν μπορούμε παρά να τρέχουμε από πίσω τους, μπας και καταφέρουμε να κρατήσουμε κάτι, να ανακαλύψουμε κάποια ατόφια κοιτάσματα παρελθόντος, όσο προλαβαίνουμε, αν προλαβαίνουμε.

Ο Γιάννης Μακριδάκης, από τους γενναίους της δικής μου γενιάς, με τον «Ανάμιση Ντενεκέ» κάποιον πρόλαβε, και τον τσάκωσε, και τον απαθανάτισε.


~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Στη φωτογραφία:
Ο Γιάννης Μακριδάκης
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Δεν υπάρχουν σχόλια: