Τρίτη 1 Μαρτίου 2011

Παράθυρο Δρόμου

Το Παράθυρο Δρόμου είναι ένα λογοτεχνικό free press που συνήθως θα το συναντήσετε σε κάποιον τοίχο της Πάτρας (ή και της Αθήνας). Όλη η ύλη (ποιήματα, flash fiction και φωτογραφίες) περιλαμβάνεται σε μία αφίσα και σε κάθε τεύχος φιλοξενούνται διαφορετικοί καλλιτέχνες. Μία πρώτη γεύση μπορείτε να πάρετε από τις εικόνες εδώ δίπλα, αλλά το νόημα βρίσκεται στο να διαβάσετε το περιεχόμενο σε κάποιον τυχαίο δρόμο.

Σε λίγες μέρες θα κυκλοφορεί στους δρόμους της Πάτρας και της Αθήνας το τρίτο τεύχος. Σε κάθε πόλη το τεύχος θα είναι διαφορετικό. Στο Παράθυρο Δρόμου της Πάτρας φιλοξενούνται οι Αναστάσης Καρατζάς, Άτη Σολέρτη, Μαρία Δασκαλάκη, Δημήτρης Νίκου, Ευαγγελία Σολωμού και Θεόδωρος Πανάγος. Το κολάζ του φόντου είναι της Άννας Νιαράκη με φωτογραφίες της ίδιας, του Τάκη Γραμμένου και του Swadesh Misra. Η γραφιστική επιμέλεια ανήκει στον Alex Ray.

Στο Παράθυρο Δρόμου της Αθήνας φιλοξενούνται οι Αθανασία Κρατημένου, Βαϊος Καλογριάς, Νίκος Βουτυρόπουλος, Ειρήνη Σουργιαδάκη, Κατερίνα Παπαδοπούλου. Η επιμέλεια ύλης ανήκει στον ποιητή Γιάννη Ζελιαναίο, ενώ η γραφιστική σχεδίαση είναι του S / Teclo.

Το Παράθυρο Δρόμου μπορείτε να το βρείτε και στο facebook, ενώ κάθε τεύχος είναι ανοιχτό σε νέα κείμενα και προτάσεις.

Σε νέα των βορειοδυτικών εκδόσεων, ήδη προγραμματίστηκε και η δεύτερη παρουσίασή μας, η οποία θα γίνει την Παρασκευή 18 Μαρτίου στην Πάτρα, στο βιβλιοπωλείο Παπασωτηρίου (μέσα στον Απρίλιο θα ακολουθήσει παρουσίαση στην Πρωτοπορία για το Καλημέρα και Αντίο). Εκεί και τότε, θα μιλήσουμε για το 1.000.000 στιγμές του Μιχάλη Φουντουκλή, όλοι οι συντελεστές της έκδοσης, αλλά και η φίλη και ποιήτρια Άννα Νιαράκη.
Μην ξεχνάτε ότι το Σάββατο 12 Μαρτίου έχουμε την παρουσίαση και των δύο βιβλίων μας στα Γιάννενα. Να είστε όλοι εκεί και επειδή αυτό δεν γίνεται προφανώς, να είστε τουλάχιστον οι μισοί.

Τετάρτη 16 Φεβρουαρίου 2011

Το δίκιο - Νίκος Αραπάκης

Σήμερα έχω τη χαρά και την τιμή να φιλοξενήσω έναν συγγραφέα ο οποίος έχει έρθει και παλιότερα για επίσκεψη στη σελίδα. Τότε ήταν με το πολύ καλό "Και στη μέση η Θάλασσα", ένα μυθιστόρημα για τις σχέσεις Ελλάδας και Τουρκίας. Τώρα επιστρέφει με ένα έργο ώριμο, να αφηγηθεί την ιστορία ενός αυτοκαταστροφικού πολέμου μέσα από τις ζωές απλών ανθρώπων.

Ο Νίκος Αραπάκης -αριστερός κατά δήλωσή του- επιχειρεί μία ψύχραιμη τομή στην περίοδο του εμφυλίου, τοποθετώντας τα πρόσωπα πάνω από τις ιδεολογίες. Ως αποτέλεσμα, παραδίδει στους αναγνώστες ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα τον τελευταίο χρόνο, αλλά και γενικότερα. Όταν αποφασίζει να γράψει για τον πόλεμο δεν βάζει ως στόχο να γίνει αρεστός, ούτε και να προσεγγίσει μόνο την επιφάνεια. Θέλει να καταγράψει τα γεγονότα όπως έγιναν και παράλληλα να αφηγηθεί μια ιστορία. Μια ιστορία όπου κύριο λόγο έχουν τα πρόσωπα και όχι οι πολιτικάντικοι ιδεοακροβατισμοί. Βάζει τα συναισθήματα πάνω από το πολύπαθο «κοινό συμφέρον» και καταλήγει ίσως στη μεγαλύτερη αλήθεια: κανείς δεν έχει δίκιο. Η γλώσσα του βιβλίου εξαιρετικά ζυγισμένη, το πλαίσιο της εποχής του εμφυλίου κεντρίζει πάντα το ενδιαφέρον, η ανάπτυξη της πλοκής υποδειγματική, οι χαρακτήρες ζωντανοί. Οι σελίδες γυρίζουν ροδάνι. Ούτως ή άλλως είμαι πιστός αναγνώστης του Νίκου είτε πρόκειται για τα μυθιστορήματά του ή τα status του στο facebook. Με αυτό το βιβλίο θεωρώ ότι έκανε την υπέρβαση, που κάνουν όλοι οι καλοί συγγραφείς στο μυαλό μου. Πλέον ό,τι κι αν προκύψει απ' την πένα του, γνωρίζω ότι θα αξίζει να διαβαστεί. Το «Δίκιο» δεν είναι πολιτικό μανιφέστο, είναι η καταγραφή και αφήγηση της ανθρωπιάς και της απανθρωπιάς μας.
Όλα τα υπόλοιπα θα τα μάθετε στη συζήτηση που είχαμε.

Αυτή την ερώτηση σκεφτόμουν πολύ να την κάνω διαβάζοντας το «Δίκιο»: Υπάρχουν αντιδράσεις για το περιεχόμενο του βιβλίου; Παίρνοντας ως δεδομένο ότι κανένας δεν είχε απόλυτο δίκιο, δεν είναι βέβαιο ότι και κανείς δεν θα ικανοποιηθεί; Ποιο είναι το χειρότερο σχόλιο που έχεις ακούσει;
Όταν γράφεις, και δη για ζητήματα τα οποία επιδέχονται πολλαπλών ερμηνειών, οι κρίσεις είναι και θεμιτές και επιθυμητές. Αντιδράσεις υπάρχουν και, φαντάζομαι, θα υπάρξουν και άλλες. Αυτό δεν είναι κατ’ ανάγκη κακό. Όλοι κρινόμαστε: Και οι γράφοντες και οι κρίνοντες. Η πραγματικότητα όμως, είναι ότι, η μεγάλη πλειοψηφία του κόσμου, έχει στρεβλή εικόνα για τη συγκεκριμένη εποχή, η οποία στρεβλή εικόνα οφείλεται, εν πολλοίς, στη συναισθηματική προσέγγιση, που επέβαλλε να χωρίζουμε τους ανθρώπους και τις παρατάξεις σε καλούς και κακούς. Δυστυχώς τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Σε περιόδους συγκρούσεων τα όρια του καλού και του κακού είναι συγκεχυμένα και δυσδιάκριτα. Χωρίς να έχουν όλοι το ίδιο μερίδιο ευθύνης, για την τροπή που πήραν τα πράγματα, υπεύθυνες είναι αμφότερες οι παρατάξεις. Ίσως να ακουστεί παράξενο, αλλά η αλήθεια είναι πως τα αρνητικά σχόλια –αναφορικά με την ιστορική προσέγγιση– είναι ελάχιστα. Οι περισσότεροι, ακόμη κι αν δεν συμφωνούν μαζί μου, διακρίνουν την πρόθεσή μου να προσεγγίσω το ζήτημα έξω από δογματισμούς και αγκυλώσεις.

Σε μία συνέντευξη ένας συγγραφέας παλιότερα μού είχε πει ότι θα ήταν ευχαριστημένος αν κάποιοι αποφάσιζαν να κάψουν το βιβλίο του. Εσύ πώς θα αισθανόσουν αν οι λέξεις σου πυροδοτούσαν ακραία συναισθήματα; Είναι κάτι που είχες σκεφτεί κατά τη διαδικασία της συγγραφής και δεν υπολόγισες ή είναι κάτι που βάρυνε σε σχέση με όσα τελικά έφτασαν σε εμάς; Συμφωνώ απόλυτα με τον συγγραφέα, που σου είχε κάνει αυτή τη δήλωση (Το ότι ο συγγραφέας που αναφέρεις και εγώ είμαστε το ίδιο πρόσωπο, είναι εντελώς τυχαίο). Αν δεν κάνω λάθος, και στη συνέντευξη που σου είχα δώσει για το προηγούμενο βιβλίο μου, με είχες ρωτήσει κάτι ανάλογο. Η θέση μου είναι ξεκάθαρη: Δεν με αφορούν οι οποιοσδήποτε αντιδράσεις. Γράφω αυτά που πιστεύω, χωρίς να με ενδιαφέρει πως θα το εισπράξουν οι αναγνώστες. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι να τα έχω καλά με τον εαυτό μου. Αν, τελειώνοντας ένα βιβλίο, έχω την αίσθηση ότι υπηρέτησα την αλήθεια –έτσι όπως την αντιλαμβάνομαι εγώ– είμαι ευχαριστημένος. Πάντως, για να ευλογήσω και λίγο τα γένια μου, με ικανοποιεί και με καθησυχάζει το γεγονός πως κάποιοι φίλοι ιστορικοί, οι οποίοι ειδικεύονται στη συγκεκριμένη περίοδο και με συνέδραμαν κατά τη διάρκεια της συγγραφής του βιβλίου, μου απένειμαν τα εύσημα, για την εγκυρότητα της προσπάθειας. Εν κατακλείδι, όλα όσα ήθελα να γράψω τα έγραψα, χωρίς να σκέφτομαι ισορροπίες ή αντιδράσεις.

Θεωρείς ότι είναι απάτη αν ένας συγγραφέας «αμβλύνει» τα γραφόμενά του για να γίνει πιο αρεστός σε περισσότερους; Η «απάτη» είναι βαριά κουβέντα. Ας πούμε ότι δεν με εκφράζει η συγκεκριμένη λογική. Γράφω την άποψή μου αδιαφορώντας για όλα τα υπόλοιπα. Η πολιτική των ισορροπιών και των ίσων αποστάσεων δεν ήταν ποτέ του γούστου μου. Πάντως έχω την αίσθηση ότι αν κάποιος προσπαθήσει να γράψει ένα μυθιστόρημα, που αναφέρεται σε συγκεκριμένη ιστορική περίοδο –και στην οποία περίοδο προσπαθεί να εμβαθύνει και όχι μόνο να την χρησιμοποιήσει ως καμβά– με γνώμονα τις ίσες αποστάσεις, το αποτέλεσμα θα είναι τραγελαφικό και θα του γυρίσει μπούμερανγκ.

Είδαμε στο παρελθόν ο ακραίος φανατισμός να οδηγεί σε τραγωδίες. Πιστεύεις ότι στα εξήντα χρόνια που μεσολάβησαν η ελληνική κοινωνία μεταλλάχθηκε και ωρίμασε; Θα μπορούσαν κάποια στιγμή να επαναληφθούν τέτοια γεγονότα; Οι φανατισμένες κοινωνίες δημιουργούνται από τις εκάστοτε συνθήκες. Αυτές είναι που καθορίζουν τις συμπεριφορές των ανθρώπων. Αν αύριο ο πολιτισμένος κόσμος, για τον οποιοδήποτε λόγο, πεινάσει, θα έχουμε τα ίδια και χειρότερα. Μετά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο άνθρωπος είναι εγγενώς βίαιο ζώο. Διάβαζα πρόσφατα ένα βιβλίο για τον Πελοποννησιακό πόλεμο, ο οποίος ήταν ο πρώτος μεγάλος εμφύλιος μεταξύ των Ελλήνων. Ξέρεις ποιο ήταν το φοβερό; Ότι ο πόλεμος αυτός διεξήχθη την περίοδο που η Αθήνα –κυρίως– αλλά και οι υπόλοιπες Ελληνικές πόλεις άκμαζαν όσο ποτέ. Οι τέχνες, ο πολιτισμός, η ευημερία βρίσκονταν στο απόγειό τους. Κι όμως, ενώ λίγα χρόνια πριν, οι ενωμένοι Έλληνες κατατρόπωναν τους Πέρσες, λίγα χρόνια αργότερα επιδόθηκαν σε μια αλληλοσφαγή άνευ προηγουμένου. Συμπέρασμα; Ο άνθρωπος είναι το αγριότερο θηρίο. Κάθε που οι συνθήκες το επιτρέπουν ή το επιβάλλουν, το επιβεβαιώνει με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο.

Μπορείς να ξεδιακρίνεις το σημαντικότερο μήνυμα του βιβλίου σου; Υπάρχει ηθική εφαρμογή του το 2010; «Κανείς μας δεν έχει δίκιο. Ή μάλλον όλοι έχουμε και δίκιο κι άδικο. Τούτες τις μέρες σκέφτηκα πολύ· θυμήθηκα τις μέρες στο βουνό, τις μάχες στον Μελιγαλά, το ξύλο που φάγαμε στην ασφάλεια, τη φυλακή... Ξέρεις ποιοι φταίνε τελικά; Οι άνθρωποι. Εγώ, εσύ, ο Διονύσης, ο καπετάνιος. Ναι, οι άνθρωποι φταίνε· ούτε οι ιδεολογίες, ούτε τα κόμματα. Εμείς τα κάναμε σκατά. Μπορεί να μη φταίμε όλοι το ίδιο· άλλος έριξε μια κλοτσιά, άλλος δυο, άλλος δέκα, μα η ουσία είναι πως κλότσα ο ένας και κλότσα ο άλλος, ρημάδι η Ελλάδα, την αποτελειώσαμε». Αυτό είναι ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο, το οποίο απόσπασμα, κατά την εκτίμησή μου, αποτελεί το σημαντικότερο μήνυμα. Για όλα τα δεινά, πρωτίστως, ευθύνονται οι άνθρωποι. Οι ιδεολογίες, οι κοσμοθεωρίες και όλα τα υπόλοιπα έπονται. Αν θέλουμε να υπάρχουν πολιτισμένες κοινωνίες, πρέπει πρώτα να φροντίσουμε να υπάρχουν πολιτισμένοι και, κυρίως, χορτασμένοι άνθρωποι. Όσο βασιλεύει η αδικία, η απαιδευσιά και η φτώχεια, τα ακραία φαινόμενα δεν πρόκειται να μας εγκαταλείψουν.

Πόσο προσεκτικός οφείλεις να είσαι γράφοντας κάτι που στηρίζεται σε ιστορικά γεγονότα; Για να γράψεις για μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο, πρέπει να είσαι αναμφισβήτητα προσεχτικός, αλλά πρωτίστως πρέπει να είσαι πολύ διαβασμένος. Αν σέβεσαι τον εαυτό σου, τους αναγνώστες και την ιστορία, οφείλεις να ερευνήσεις σε βάθος, οι «αλήθειες σου» οφείλουν να είναι απόρροια επισταμένης μελέτης και μεγάλου προβληματισμού. Μάλιστα, για κοντινές ιστορικές περιόδους, όπως αυτή της Γερμανικής κατοχής και του εμφυλίου, πρέπει να είσαι δυο φορές πιο προσεκτικός. Ζουν ανάμεσά μας πολλοί άνθρωποι, οι οποίοι έζησαν τη συγκεκριμένη εποχή. Ελλοχεύει ο κίνδυνος, αν γράψεις κάτι το οποίο δεν είναι αληθές, κάποιοι να σε ξεφωνίσουν. Όμως, απ’ την άλλη, οφείλεις να δοκιμάσεις και τα όριά σου, οφείλεις να βρεις αυτό που δεν έχει ειπωθεί. Αν τα καταφέρεις, έχει καλώς. Αν όχι, keep walking...

Έχει ο συγγραφέας ρόλο να διαδραματίσει σήμερα; Πόσο εύκολα μπορεί ένα βιβλίο να ξεπεράσει τα όρια της ψυχαγωγίας και να προσφέρει κάτι παραπάνω στον αναγνώστη είτε είναι ιδέες, είτε συμβουλές, είτε έμπνευση; Έχω ξαναπεί ότι είμαι οπαδός τη «μηνυματικής λογοτεχνίας». Δηλαδή, μου αρέσει ο συγγραφέας να στοχεύει στον προβληματισμό του αναγνώστη. Να του μεταφέρει τις απόψεις του, την κοσμοθεωρία του, να τον βάζει σε μια διαδικασία πνευματικής αναζήτησης και να μην ενδιαφέρεται αποκλειστικά και μόνο για την ψυχαγωγία του. Σε αυτή τη λογική, οι συγγραφείς είναι και θα είναι πάντοτε χρήσιμοι. Μεταφέρουν, μέσω του μύθου, προβληματισμούς στις κοινωνίες, αναγκάζουν τους ανθρώπους να συμφωνήσουν ή να διαφωνήσουν μαζί τους. Πάνω απ’ όλα όμως, τους αναγκάζουν να σκεφτούν. Κι αυτό, σήμερα, που η αποβλάκωση: «Τρώγε, κατανάλωνε, δούλευε» προβάλλεται ως ο ενδεδειγμένος τρόπος ζωής, είναι κάτι που λείπει από τις κοινωνίες μας.

Το «Δίκιο» κάνει πολιτική; Ο Νίκος Αραπάκης κάνει πολιτική;
«ΤΟ ΔΙΚΙΟ» καταγράφει την πολιτική. Ή, για να είμαι πιο ακριβής, καταγράφει και την πολιτική. Διερευνά τα γεγονότα μέσα από το πρίσμα των ιδεολογιών. Προσπαθεί να φωτίσει το γιατί έγιναν τα πράγματα έτσι και όχι μόνο να τα καταγράψει. Αυτό θεωρώ ότι είναι και το ατού του βιβλίου. Ακόμη και ο παντελώς άσχετος με την εποχή αναγνώστης θα αποκομίσει μια εικόνα του τι συνέβη τότε. Θα εντρυφήσει, μέσα από τη δική μου οπτική και λογική, στις ιδεολογίες, στις πρακτικές και στις συνθήκες που επικρατούσαν τη συγκεκριμένη δεκαετία. Ναι, με ενδιαφέρει η πολιτική. Παλαιότερα πολύ περισσότερο, σήμερα όχι και τόσο. Ασχολούμαι μεν, επιφανειακά δε. Έχουν γίνει όλα τόσο κοινότοπα και βαρετά που δεν αξίζει τον κόπο να σπαταλάς πολύ χρόνο. Πλέον η πολιτική έχει απολέσει τον ιδεολογικό της μανδύα και έχει περιοριστεί στα της διαχείρισης.

Βλέπεις τη σημερινή κατάσταση της χώρας αισιόδοξα ή απαισιόδοξα; Ειδικότερα στο χώρο του βιβλίου, προβλέπεις κι άλλες δυσάρεστες εξελίξεις; Μολονότι φύσει αισιόδοξος, για τη σημερινή κατάσταση της Ελλάδας δεν βλέπω φως στο τούνελ. Θα υπάρξει μια μακρά περίοδος οικονομικής και κατ’ επέκταση κοινωνικής μιζέριας. Το μόνο που με κάνει να αισιοδοξώ είναι πως, λόγω των συνθηκών, θα υπάρξει μια ευκαιρία ώστε να συζητήσουμε εκ νέου ορισμένα πράγματα, να επαναπροσδιορίσουμε τον τρόπο που λειτουργούμε, τις ανάγκες μας αλλά και τις πρακτικές μας. Και για το χώρο του βιβλίου πάνω κάτω τα ίδια προβλέπω. Τα επόμενα χρόνια θα είναι πολύ δύσκολα. Ήδη, μετά το κλείσιμο του εκδοτικού οίκου «Ελληνικά Γράμματα», που είναι ένας από τους μεγαλύτερους και παλαιότερους οίκους στη χώρα μας, στην αγορά του βιβλίου έχει σημάνει συναγερμός. Απ’ ό,τι μαθαίνω οι περισσότεροι εκδοτικοί οίκοι απολύουν προσωπικό και προσπαθούν να σταθούν στις νέες συνθήκες χρησιμοποιώντας όλα τα μέσα. Ας ελπίσουμε ότι από την κρίση, τόσο η κοινωνία όσο και ο χώρος του βιβλίου, θα εισπράξουν εκτός από τα δεδομένα αρνητικά και κάποια θετικά.

Διαβάζεις σύγχρονους Έλληνες συγγραφείς; Ποιο ήταν το τελευταίο βιβλίο που σε εντυπωσίασε; Παλαιότερα διάβαζα περισσότερο Έλληνες συγγραφείς και λιγότερο ξένους. Σήμερα αυτό έχει αναστραφεί. Θα έλεγα ότι διαβάζω 65% ξένη λογοτεχνία και 35% ελληνική. Η αλήθεια είναι ότι, όσο κι αν αυτό δεν μας αρέσει, η εγχώρια λογοτεχνική παραγωγή δεν βρίθει ποιότητας. Πολλή σαβούρα και λίγα καλά βιβλία. Αν παρακολουθήσει κάποιος τις λίστες των ευπώλητων δεν μπορεί παρά να μελαγχολήσει. Τα εννιά στα δέκα ελληνικά μπεστ σέλερ είναι άρλεκιν. Τώρα, αναφορικά με τους συγγραφείς, θεωρώ ότι έχουμε πολλούς μέτριους, αρκετούς καλούς και ελάχιστους πολύ καλούς. Πάνω απ’ όλα όμως, νομίζω ότι λείπει ο μεγάλος Έλληνας συγγραφέας (ένας Παμούκ, ας πούμε), αυτός που θα καταφέρει να κάνει επιτυχία στο εξωτερικό και, ως η ατμομηχανή της ημεδαπής λογοτεχνίας, θα μπορέσει να τη σύρει έξω από τα στενά ελληνικά όριά της. Δυστυχώς, μολονότι διάβασα αρκετά μυθιστορήματα Ελλήνων τον τελευταίο καιρό, δεν μπορώ να πω ότι κάποιο από αυτά με εντυπωσίασε. Το τελευταίο εξαιρετικό μυθιστόρημα που διάβασα ήταν το «Η σύντομη θαυμαστή ζωή του Όσκαρ Γουάο» του Junot Diaz (Λιβάνης).

Υπάρχει μέλλον επαγγελματικά για έναν συγγραφέα στην Ελλάδα;
Οι συγγραφείς που ζουν αποκλειστικά από το γράψιμο στη χώρα μας είναι ελάχιστοι. Κι αυτοί/ες που τα καταφέρνουν, ανήκουν –στη συντριπτική τους πλειοψηφία –στη σχολή της «ροζ λογοτεχνίας». Οι λόγοι είναι κυρίως δυο: Μικρή αγορά, η ανάγνωση δεν συμπεριλαμβάνεται στις συνήθειες του Έλληνα. Μετά υπάρχουν και άλλα επιμέρους προβλήματα που δεν καθιστούν εύκολο το βιοπορισμό από το γράψιμο. Ενδεικτικά θα αναφέρω την έλλειψη ατζέντηδων. Στην Αμερική και στα περισσότερα ανεπτυγμένα κράτη, ο συγγραφέας γράφει και ο ατζέντης κανονίζει όλα τα υπόλοιπα (συνεντεύξεις, παρουσιάσεις, προώθηση). Εδώ ο συγγραφέας πρέπει να ασχολείται με τα πάντα. Αν δεν το κάνει, οι πιθανότητές του να πουλήσει είναι σημαντικά μειωμένες. Όμως, επειδή δεν μου αρέσει να τα βλέπω όλα μαύρα, και παρά την αντίθετη άποψη των πολλών, αν θέσεις τον οικονομικό πήχη χαμηλά, γράφεις καλά και έχεις διάθεση να το κυνηγήσεις, υπάρχουν πιθανότητες. Όχι πολλές, αλλά υπάρχουν.

Το επόμενα συγγραφικό σου βήμα;
Μπερδεμένο. Ξεκίνησα να γράφω κάτι που μοιάζει με ιστορικό μυθιστόρημα, αλλά εμπεριέχει και μεγάλες δόσεις από μαγικό ρεαλισμό. Κάποια στιγμή προβληματίστηκα, το παράτησα και ξεκίνησα κάτι άλλο: Μια φάρσα που διακωμωδεί το σήμερα. Τελικά το παράτησα και αυτό και ξαναγύρισα στο πρώτο. Τώρα, που θα καταλήξει αυτό το πήγαινε έλα, θα το δείξει ο χρόνος. Κατά πάσα πιθανότητα ένα από αυτά τα δυο θα είναι η επόμενη δουλειά μου.

Τρίτη 1 Φεβρουαρίου 2011

Στάλινγκραντ!

Περνάει γρήγορα ο καιρός και τις σελίδες στο ημερολόγιο τις παρασέρνει ο βορειοδυτικός άνεμος. Αν και διέθεσα αρκετό χρόνο για διάβασμα, οι επιλογές μου διασπάστηκαν. Περίπου ένα τρίτο του χρόνου το απορρόφησαν χειρόγραφα για τον εκδοτικό. Τουλάχιστον ο μικρός κόπος έπιασε τόπο, γιατί μέσα σε όλα διάβασα και μία πολύ καλή συλλογή εικονοκλαστικών διηγημάτων ενός δημοσιογράφου εδώ στα Γιάννενα, η οποία θα είναι και ο επόμενος έντυπος τίτλος μας (θα μεσολαβήσει μία νουβέλα αποκλειστικά σε e-book).

Το ένα τρίτο του χρόνου πήγε στην ιστορία. Ξεκίνησα μία εκστρατεία για να καλύψω τα σημαντικά κενά μου. Απανωτά, διάβασα τρία βιβλία για τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, όλα από τις εκδόσεις Γκοβόστη, οι οποίες αποτελούν εγγύηση σε αυτόν τον τομέα. Τα δύο ήταν του Antony Beevor, για τον οποίο είναι περιττό να γράψω οτιδήποτε, είναι πλέον από τους αγαπημένους μου συγγραφείς. Το "Στάλινγκραντ" και το "Βερολίνο" είναι -χωρίς υπερβολή- έργα που θα έπρεπε να διδάσκονται στα σχολεία μας. Καθηλωτικά σε αφήγηση και με εμπεριστατωμένα, συγκλονιστικά στοιχεία θα σας κάνει να αισθανθείτε ότι πολεμήσατε στο ανατολικό μέτωπο. Το ευτύχημα είναι ότι εξαιτίας της βιβλιοθήκης του αδερφού μου, έχω και άλλα βιβλία του Beevor διαθέσιμα, με πρώτο και καλύτερο το "Ρόμελ".
Διάβασα και τους δύο ογκώδεις τόμους του αμφιλεγόμενου "Πολέμου του Χίτλερ", για το οποίο ο επίσης Βρετανός David Irving έχει κατηγορηθεί ότι φλερτάρει επικίνδυνα με τις ναζιστικές θέσεις. Δεν θα το σχολιάσω ιδιαίτερα, όποιος θέλει να σχηματίσει σφαιρική άποψη, αξίζει να το τολμήσει.

Όσες ώρες μου έμειναν τον μήνα που πέρασε, τον διέθεσα σε λογοτεχνία. Διάβασα δύο βιβλία τρόμου από τις εκδόσεις Λογείον, αλλά θα γράψω κάποια στιγμή αναλυτικά για αυτά, ειδικά για το "Δικαίωμα στη ζωή" του Τζακ Κέτσαμ (αν θυμάστε, παλιότερα είχα μιλήσει και για το "Κρυφτό" του ίδιου, ένα επίσης καλό βιβλίο). Αυτές τις μέρες διαβάζω το "Μεταξύ Σφύρας και Αλιάκμονος" του Γιώργου Σκαμπαρδώνη, που μου το δάνεισε ο Κύριος Καρπούζης. Περισσότερα για αυτό το βιβλίο μπορείτε να διαβάσετε στο blog του Κυρίου Καρπούζη- συμφωνώ σε όσα έχει γράψει. Και σχολιάσει.

*επίσης, καλό μηνά

Παρασκευή 7 Ιανουαρίου 2011

Δημήτρης Νίκου - Βόλτα στο φεγγάρι

Μία ιστορία για τη μοναξιά του ενός μέσα στο ένα εκατομμύριο
Συνέντευξη του Δημήτρη Νίκου στον Γιάννη Πλιώτα


Μετά από ένα διάλειμμα και αφού οι βορειοδυτικές έχουν μπει σε καλό δρόμο, εφευρίσκω λίγο χρόνο για να σας συστήσω ένα βιβλίο και έναν νεαρό, πρωτοεμφανιζόμενο συγγραφέα. Αν και υπήρχαν αμέτρητα θέματα που έπρεπε να φροντιστούν τον τελευταίο μήνα, παραδόξως κατάφερα να διαβάσω αρκετά βιβλία (τα περισσότερα ιστορικά, ανάμεσά τους δύο ογκώδη του Beevor).
Το βιβλίο με το οποίο έκλεισα το 2010, ήταν η Βόλτα στο Φεγγάρι του Δημήτρη Νίκου και ήταν ο κατάλληλος επίλογος για μία λογοτεχνική χρονιά με έντονες διακυμάνσεις, αλλά και με περισσότερη ουσία από κάθε άλλη. (Παρένθεση: αν θέλετε να ψηφίσετε για τα καλύτερα βιβλία της χρονιάς, απομένουν λίγες μέρες για να ολοκληρωθεί η ψηφοφορία του κόμβου Acid Art.)
Η Βόλτα στο Φεγγάρι είναι μία νουβέλα εσωτερικής αναζήτησης, η οποία κυκλοφόρησε μέσα στο Δεκέμβριο από τις εκδόσεις Ίαμβος. Eίναι ένα πολύ προσωπικό έργο, μία ενδοσκόπηση, που θα μπορούσε να περιγραφεί σαν «μία συνάντηση του μικρού πρίγκιπα με τους εσωτερικούς εαυτούς του» ή «το σκάψιμο λαγουμιών με τα χέρια στην ψυχή» (έχω κλέψει τη φράση από τον Κώστα Λογαρά). Έντονη διάθεση φιλοσοφίας, πολύ καλή χρήση της γλώσσας, σκιαγράφηση συναισθημάτων και μία άψογη εικαστικά έκδοση.

Γενικά δεν είναι εύκολη υπόθεση ή ένα βιβλίο που θα διαβαστεί για να περάσει ο χρόνος σας ή αν έχετε γεμάτο κεφάλι. Πιστεύω θα σας προσφέρει ώριμους προβληματισμούς, ειδικά αν το διαβάσετε στο Μετρό ή ανάμεσα σε οποιοδήποτε ανώνυμο πλήθος. Αν έπρεπε να το χαρακτηρίσω με μία πρόταση θα έλεγα ότι είναι μία ιστορία για τη μοναξιά του ενός μέσα στο ένα εκατομμύριο.

"...Μου μίλησε και για άλλους ανθρώπους, που είτε βρίσκονταν και περπατούσαν κάπου μέσα στο άλσος, είτε όχι. Για το νεαρό που έρχεται κάθε πρωί, πάντα με μια ταλαιπωρημένη, τσαλακωμένη εφημερίδα αγγελιών στο χέρι και κάθεται ακριβώς οχτώ ώρες, για να μην αποκαλύψει στους δικούς του ότι έχασε τη δουλειά του και τους απογοητεύσει. Για εκείνη τη γηραιά κυρία που κάθε μέρα τη βλέπει στο ίδιο παγκάκι, στην ίδια γωνία στολισμένη, βαμμένη, χτενισμένη και περιποιημένη στη λεπτομέρεια, πάντα μόνη της να κοιτάζει δεξιά κι αριστερά για ώρες. Σαν κάποιον να περιμένει, χωρίς ποτέ αυτός ο κάποιος τελικά να έρχεται".

Αν θέλετε να γνωριστείτε καλύτερα με τον άνθρωπο Δημήτρη Νίκου, δεν έχετε παρά να επισκεφθείτε το blog του και τη σελίδα του βιβλίου στο facebook. Εγώ μόλις έκλεισα τη Βόλτα στο Φεγγάρι θέλησα να μάθω περισσότερα τον τρόπο σκέψης του και έτσι του ζήτησα να απαντήσει σε ορισμένες ερωτήσεις.


Η Βόλτα στο Φεγγάρι σε τι βαθμό είναι προσωπικό έργο; Μπορεί ένας συγγραφέας να αποστασιοποιηθεί πλήρως από το κείμενό του;

Σαφώς και το βιβλίο είναι προσωπικό, απηχεί σκέψεις, αγωνίες και προβληματισμούς μου πάνω σε θέματα που θεωρώ ότι μας αγγίζουν όλους, τη φιλία, την αγάπη, τους ανθρώπους και τη ζωή. Δεν είναι όμως βιογραφικό και αυτό είναι το όριο που έθεσα εγώ στον εαυτό μου γράφοντας την “Βόλτα στο Φεγγάρι”. Παίρνω απλά κάποιες εικόνες από τη δική μου ζωή ή κάποια δικά μου όνειρα ως αφετηρία, ερεθίσματα για να αναπτύξω τις ιστορίες του βιβλίου. Ειλικρινά, δεν ξέρω πόσο και πως ένας συγγραφέας μπορεί να αποστασιοποιηθεί από αυτό που γράφει. Σκέφτομαι ότι ίσως έχει να κάνει με το πόσο “επαγγελματικά” βλέπει την συγγραφή, αλλά δεν έχω την εμπειρία, ούτε το βάρος να το κρίνω.


Εσύ θα διάβαζες κάποιον με τον οποίο για παράδειγμα διαφωνείς σφοδρά σε πολιτικές, θρησκευτικές ή ηθικές απόψεις; Θα μπορούσες να κρίνεις αντικειμενικά το έργο του;

Δεν έχω πρόβλημα να διαβάσω κάτι αντίθετο προς αυτά που πιστεύω, ούτε κατακρίνω κάτι ελαφρά τη καρδία επειδή εκφράζει μιαν άλλη άποψη. Η τέχνη άλλωστε είναι και μια μορφή επικοινωνίας μεταξύ ανθρώπων που πρεσβεύουν διαφορετικά πράγματα και μόνο κέρδος μπορούσε να έχουμε μέσα από έναν τέτοιο υγιή διάλογο. Αρκεί, όπως σε οτιδήποτε, να υπάρχει ένα υπόβαθρο, ένα όραμα. Ρήξη, ανατροπή και αμφισβήτηση για να κάνουμε χαβαλέ, να συζητηθούμε ή να ακολουθήσουμε μια μόδα κενού και δήθεν μοντερνισμού δεν έχει κανένα νόημα για μένα.

Σε ποιον αναγνώστη πιστεύεις ότι απευθύνεται η Βόλτα και δίπλα σε ποια βιβλία θα ήθελες κάποιος να το τοποθετήσει στη βιβλιοθήκη του;

Δύσκολη ερώτηση. Θέλω να πιστεύω ότι απευθύνεται σε όλους. Μεταξύ μας όμως... υποψιάζομαι ότι κάποιος πιο ονειροπόλος ή ρομαντικός, θα το διαβάσει ευκολότερα. Τώρα, για τη βιβλιοθήκη και μόνο που θα επιλέξει κάποιος να το διαβάσει είναι πολύ τιμητικό για μένα. Τα βιβλία εκπληρώνουν τον σκοπό τους και παραμένουν ζωντανά όταν βγαίνουν από τις βιβλιοθήκες και διαβάζονται.

Στις σελίδες της Βόλτας, γίνεται ειδική μνεία στον πίνακα του Φρίντριχ που κοσμεί το εξώφυλλο. Τι σημαίνει για σένα αυτός ο πίνακας;

Υπήρξε μια περίεργη χημεία με αυτόν τον πίνακα. Αναζητώντας ιδέες για εξώφυλλο, όταν το βιβλίο πλησίαζε την ολοκλήρωσή του, έβγαινε συνεχώς μπροστά μου, αλλά στην αρχή δεν μου άρεσε. Όσο εγώ τον αρνιόμουν, τόσο εμφανιζόταν και όταν τελικά τον πρόσεξα και ανέλυσα την σημειολογία του, κατάλαβα ότι μόνο αυτός μπορεί να είναι στο εξώφυλλο. Κατά έναν μοναδικό τρόπο, η θεματική της “Βόλτας” όχι μόνο αντικατοπτρίζεται πάνω σε αυτό το αριστούργημα του Φρίντριχ, αλλά και επεκτείνεται. Γι' αυτό όταν τελείωσα το βιβλίο, προσέθεσα στο τέλος ένα κεφάλαιο αφιερωμένο στον πίνακα.

Πιστεύεις ότι η λογοτεχνία θα μπορούσε να συνδυαστεί με άλλες μορφές τέχνης; Για παράδειγμα τη φωτογραφία ή τη ζωγραφική;

Βεβαίως. Θαυμάσια μπορεί η ιδέα και ο σκοπός ενός έργου να εκφραστούν μέσα από διαφορετικές μορφές τέχνης, που συνδυαστικά θα δημιουργήσουν ένα νέο, μοναδικό, ενιαίο έργο. Έχουμε δει για παράδειγμα ταινίες να συνδέονται με μουσικές βραδιές, λογοτεχνικά βιβλία με ζωγραφική, κόμικ και επίσης μουσική, με πολύ ενδιαφέρον αποτέλεσμα. Όπως είπαμε και παραπάνω, ο διάλογος και η επικοινωνία μόνο κέρδος προσφέρει.

Τι αντιπροσωπεύει για σένα το ιστολόγιό σου και η σελίδα που διατηρείς για τη Βόλτα στο facebook; Έχουμε περάσει σε μία διαφορετική εποχή σχετικά με την επαφή αναγνώστη και συγγραφέα;

Έχουμε περάσει σε μια εποχή όμορφης αμεσότητας, που αναγνώστης και συγγραφέας μπορούν να επικοινωνούν, να ανταλλάσουν απόψεις, να συμφωνούν ή να διαφωνούν άμεσα με αφορμή ένα έργο και αυτό επιδιώκω μέσα από το ιστολόγιο και την παρουσία μου στο facebook. Δεν μου αρκεί απλά να γράφω και κάποιοι -που συνήθως αντιμετωπίζονται ως καταναλωτές- απλά να διαβάζουν. Θέλω να μπορώ να εισπράττω, στον βαθμό που μπορώ, το τι τους έδωσε το έργο μου, τι τους άρεσε ή τι τους απογοήτευσε. Και αισθάνομαι ευλογημένος για την καλή επαφή που έχω αναπτύξει με πολλούς ανθρώπους μέσω του διαδικτύου.

Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σου σύγχρονοι Έλληνες συγγραφείς; Σου αρέσει να διαβάζεις πολλά βιβλία γραμμένα από το ίδιο πρόσωπο;

Η πρώτη γραφή που “ερωτεύθηκα” όταν άρχισα να διαβάζω ελληνική λογοτεχνία, ήταν της Λιλής Ζωγράφου. Την ανατρεπτική, υπονομευτική στάση της απέναντι στα όποια κατεστημένα και το χιούμορ της. Εκείνη που αναμφίβολα με έχει επηρρεάσει σημαντικά είναι η Μάρω Βαμβουνάκη, που χρησιμοποιεί τις μυθιστορίες προσχηματικά για να εξερευνά την ψυχή των ηρώων της. Την θεωρώ κορυφαία και ταυτίζομαι απόλυτα με τα βιβλία της. Επίσης ξεχωρίζω και την Αλκυόνη Παπαδάκη. Πέρα από την λογοτεχνία, παρακολουθώ το έργο και του Χρήστου Γιανναρά. Στο δεύτερο σκέλος, μου αρέσει να μελετάω το έργο των αγαπημένων μου συγγραφέων σε όλο του το εύρος, για να βλέπω τη συνέχεια της γραφής τους, την στάση τους απέναντι σε διαφορετικά πράγματα, αλλά και γιατί αισθάνομαι ίσως “εμπιστοσύνη” στις εικόνες που μου προσφέρουν.

Ποιες είναι οι πρώτες εντυπώσεις σου από την εμπειρία της έκδοσης; Τι δυσκολίες αντιμετωπίζει ένας πρωτοεμφανιζόμενος συγγραφέας;

Δεν έχω μεγάλη εμπειρία για να μπορώ να εκφράσω πλήρη άποψη, ωστόσο έχω ήδη καταλάβει ότι τα πράγματα δεν είναι εύκολα. Το αναγνωστικό κοινό στη χώρα μας είναι δυσανάλογα μικρό σε σχέση με τους τίτλους που κάθε χρόνο εκδίδονται και αν όλα αυτά ειδωθούν υπό το πρίσμα της οικονομικής συγκυρίας, τότε το πρόβλημα είναι ευνόητο, ειδικά για τους νέους συγγραφείς. Εγώ στάθηκα τυχερός και το πρώτο μου βιβλίο βρήκε γρήγορα τον δρόμο του, τώρα έχουμε να αντιμετωπίσουμε την δυσκολία να κερδίσει την προσοχή των βιβλιοπωλείων και να βρει μια θέση στα ράφια τους. Εδώ βοηθάει πολύ το διαδίκτυο, στο να προσέξει την δουλειά σου ένα κοινό που αναζητά, αλλά με παραδοσιακούς τρόπους δύσκολα θα ερχόταν σε επαφή μαζί της. Κάθε μικρό βήμα το αισθάνομαι σαν μια νίκη. Ο Ίαμβος, ο εκδοτικός μου οίκος, μου δείχνει εμπιστοσύνη και με υποστηρίζει, είμαι ευγνώμων για ό,τι μου συμβαίνει και με υπομονή και επιμονή ελπίζω στο καλύτερο.

Θα μοιραστείς ένα βιβλίο που διάβασες πρόσφατα και σου έκανε μεγάλη εντύπωση;

Διάβασα πριν λίγο καιρό τα διηγήματα “Ποιός δάγκωσε το μήλο τελικά” της Άννυς Κουτροκόη (εκδόσεις Οδός Πανός) και με ενθουσίασε. Η Κουτροκόη είναι ποιήτρια από την Θεσσαλονίκη, από τις αγαπημένες μου. Σε αυτό το βιβλίο συγκέντρωσε διηγήματα που είχε δημοσιεύσει παλαιότερα σε λογοτεχνικά περιοδικά. Μη γνωρίζοντας ότι γράφει και πεζά, ήταν μια ευχάριστη έκπληξη για μένα αυτό το βιβλίο. Το ύφος της είναι εξαιρετικό και το προτείνω ανεπιφύλακτα - όπως επίσης και τις ποιητικές της συλλογές.

Μία ερώτηση που θα ήθελες να σου κάνουν;

Θα ήθελα να με ρωτήσεις γιατί γράφω... αλλά επειδή η απάντηση θα ήταν πολύ μεγάλη, ίσως είναι μια καλή ιδέα για ένα μελλοντικό διήγημα. Άρα, καλά κάνεις και δεν μου το ρωτάς.

Ποια είναι η διαδικασία που ακολουθείς για να καταγράψεις τις σκέψεις σου στο χαρτί; Γράφεις κάτι άλλο αυτή την περίοδο;

Από μικρός κρατάω μαζί μου ένα μικρό σημειωματάριο και ένα στυλο. Ό,τι σκέφτομαι και θεωρώ ότι αξίζει, το σημειώνω. Κατόπιν, αν θα προκύψει κάτι άλλο από αυτή τη σημειώση εξαρτάται από πολλά πράγματα. Αντιμετωπίζω τις ιδέες σαν ζωντανούς οργανισμούς. Οι ίδιες θα μου υποδείξουν αν πρέπει να τις αναπτύξω και αν το κάνω, πάλι οι ίδιες θα μου πουν πότε κουράστηκαν ή εξαντλήθηκαν για να σταματήσω. Επίσης, παρά την αγάπη μου για την τεχνολογία, μου αρέσει πολύ να γράφω στο χέρι. Το μεγαλύτερο κομμάτι της “Βόλτας” γράφτηκε στο χέρι -περίπου όπως περιγράφεται στην εισαγωγή- και δακτυλογραφήθηκε αργότερα. Τώρα σιγά σιγά στήνω ένα πιο κλασικό μυθιστόρημα, αλλά ακόμα είναι σε πολύ πρώιμο στάδιο και δεν αισθάνομαι “σίγουρος” να πω πολλά. Στο μεταξύ, όλο και κάποιο μικρό πεζό θα εμφανιστεί στο ιστολόγιό μου.

Σάββατο 25 Δεκεμβρίου 2010

Το παιδί και το αστέρι


Ναι, σήμερα είναι μία γιορτινή μέρα. Θα την ήθελα λίγο πιο λευκή, αλλά τουλάχιστον εδώ στα Γιάννενα ο καιρός δεν έχει ανάλογες σκηνοθετικές ανησυχίες. Χρόνια πολλά σε όλους λοιπόν, καλά Χριστούγεννα και να έχουν όλοι καλές διακοπές.
Αυτές οι εβδομάδες για μένα πάντοτε συνδυάζονταν με αναγνώσεις παρόμοιου εορταστικού κλίματος. Αν το έχετε στη βιβλιοθήκη σας, θα πρότεινα να κατεβάσετε οπωσδήποτε και να ξαναδιαβάσετε το μαγευτικό "Παιδί και το αστέρι" του Πιερ Πελό (εκδ. Ψυχογιός, μετάφραση της Ζωρζ Σαρή). Είναι βιβλίο που είχα διαβάσει μικρός, αλλά ακόμα νοσταλγώ και ακόμα κι αν θεωρείται εφηβικό ανάγνωσμα, νομίζω ότι σε όλους έχει κάτι να προσφέρει. Σύγχρονο παραμύθι με προβληματισμούς, κατά βάση απαισιόδοξο, αλλά και με πολύ όμορφα μηνύματα.
Αυτά τα λίγα για σήμερα. Αν θέλετε να πείτε τη γνώμη σας για τα καλύτερα ελληνικά πεζογραφήματα ever (και να κονταροχτυπηθείτε μέχρι να επικρατήσουν ολοκληρωτικά οι απόψεις σας), μέχρι τις 6 Ιανουαρίου διεξάγεται μία πολύ ενδιαφέρουσα ψηφοφορία στο γνωστό blog Βιβλιοκαφέ.

*Πλέον το "Παιδί και το αστέρι" κυκλοφορεί με διαφορετικό εξώφυλλο (ίδιος εκδότης), αλλά εγώ ήθελα να χρησιμοποιήσω αυτό που θυμόμουν απ' τα παλιά. Η ανάλυση δεν βοηθάει δυστυχώς.

Τρίτη 14 Δεκεμβρίου 2010

Βορειοδυτικές Εκδόσεις

Τις έχω αναφέρει πολλές φορές στις αναρτήσεις των σελίδων, αλλά ουσιαστικά σήμερα είναι η επίσημη παρουσίασή τους. Θα ξοδέψω λίγο απ' τον αναγνωστικό σας χρόνο, για να αναπτύξω καλύτερα τις σκέψεις μου και να συστήσω τη φιλόδοξη προσπάθεια μου.

Πριν λίγο καιρό αποφάσισα να ξεκινήσω έναν εκδοτικό οίκο με έδρα την πόλη μου, τα Γιάννενα. Άκουσα πολλά και διάφορα για την εποχή και την κρίση και τη συντέλεια του κόσμου, αλλά διάλεξα να τα προσπεράσω φορώντας το συγκαταβατικό χαμόγελο μου. Συμφωνώ, η κατάσταση δεν ευνοεί, αλλά δεν χρειάζεται να πηγαίνουμε πάντα με τις πιθανότητες.

Οι Βορειοδυτικές Εκδόσεις είναι ένας καινούργιος εκδοτικός οίκος και στηρίζονται σε τρεις βασικές ιδέες, οι οποίες άνετα θα μπορούσαν να πάρουν και τη μορφή βιβλιομανιφέστου:

α) Κατ' αρχάς δεν είμαστε -και ούτε θα γίνουμε- vanity press. Οι συγγραφείς στις βορειοδυτικές αμείβονται για το έργο τους και και μάλιστα με υψηλά ποσοστά. Σε καμία περίπτωση δεν καταβάλουν οποιαδήποτε συμμετοχή, πέρα από το μόχθο της συγγραφής. Δυστυχώς διανύουμε μια εποχή όπου πρέπει να αναφέρουμε τα αυτονόητα. Αισθάνομαι άβολα ακόμα και για το ότι χρειάζεται να γράψω αυτή την παράγραφο.

β) Τα e-books των έντυπων βιβλίων μας θα διατίθενται δωρεάν σε μορφή pdf και epub και χωρίς κανενός είδους κλείδωμα ή περιορισμό. Κατεβάστε τα, αντιγράψτε τα, προωθήστε τα, εκτυπώστε τα, μοιραστείτε τα.

γ) Όλα τα βιβλία μας θα κυκλοφορούν με άδειες creative commons, με τη σύμφωνη γνώμη των συγγραφέων φυσικά. Αυτό ουσιαστικά σημαίνει ότι οποιοσδήποτε αναγνώστης έχει το δικαίωμα να αναπαράγει και να μοιράσει τα βιβλία μας, να τα δανείσει, ή ακόμα και να δημιουργήσει περαιτέρω βασιζόμενος στο περιεχόμενό τους.

Προχώρησα ακόμα περισσότερο επιλέγοντας να στήσω αποκλειστικά σε blog την επίσημη σελίδα των βορειοδυτικών, έτσι ώστε να έχω όσο το δυνατόν πιο άμεση επαφή γίνεται με φίλους, γνωστούς, αναγνώστες και ανθρώπους που ασχολούνται στο διαδίκτυο με το βιβλίο. Επίσης δίνω μεγάλο βάρος στην ενημέρωση μέσω facebook, ενώ παράλληλα θα προσπαθώ να προβάλλω και όσες προσπάθειες στο χώρο μας γίνονται με επίκεντρο τα Γιάννενα, αλλά και γενικότερα. Το καλό βιβλίο είναι καλό βιβλίο, ανεξαρτήτως στάμπας.

Στάθηκα τυχερός γιατί είχα ήδη στα χέρια μου δύο πολύ καλά βιβλία τα οποία ήθελα με κάθε τρόπο να φτάσουν στο κοινό. Ήταν μυθιστορήματα που είχα διαβάσει και τα είχα από καιρό στο μυαλό μου. Και τα δύο ήταν οι απολύτως πρώτες επιλογές μου για το ντεμπούτο των βορειοδυτικών και πέτυχα ιδανική συνεργασία και με τους δύο συγγραφείς, οι οποίοι είναι νέοι και πρωτοεμφανιζόμενοι. Επίσης για να φτάσω το άρτιο καλλιτεχνικό αποτέλεσμα που επιζητούσα, στηρίχτηκα στην αμέριστη και ανεκτίμητη βοήθεια της φίλης Ελένης Λαμπροπούλου, η οποία επωμίστηκε το γραφιστικό κομμάτι των εκδόσεων.

Θα ξεκινήσω την περιήγηση στα πρώτα βιβλία των ΒΔ, με το Καλημέρα και Αντίο. Είναι ένα μυθιστόρημα σύγχρονων σχέσεων που έχει γράψει η Αγγελική Σχοινά. Η θυελλώδης ιστορία της Ζωής ξεκινάει στη χώρα μας, ταξιδεύει στο Παρίσι και επιστρέφει ξανά για ένα απροσδόκητο φινάλε. Τον εξαιρετικό πίνακα στο εξώφυλλο έχει ζωγραφίσει η ίδια η Αγγελική, όπως και τον πίνακα που κοσμεί το οπισθόφυλλο, αλλά και τα σχέδια που θα συναντήσετε μέσα στις σελίδες του.

Τι θα διαβάσετε στο Καλημέρα και Αντίο; Αντιγράφω το οπισθόφυλλο μας: «Καλημέρα και Αντίο», είναι το σημείωμα που βρίσκει ένα πρωί ο Φίλιππος, το ίδιο σημείωμα που άφηνε κι εκείνος στις γνωριμίες της μιας βραδιάς. Η Ζωή έχει φύγει απ' όσα την πλήγωναν, από ένα one night stand που κατά λάθος κράτησε πέντε χρόνια. Ζούσαν μαζί χωρίς δεσμεύσεις, ο καθένας κλεισμένος στο μικρόκοσμο της καθημερινότητάς του.
Πλέον η Ζωή προσπαθεί να κάνει νέο ξεκίνημα στο Παρίσι, βλέποντας τα γεγονότα αποστασιοποιημένη, μέσα από το φακό της φωτογραφικής της μηχανής. Ο Φίλιππος ψάχνει την τέλεια διαφήμιση και αναλώνεται σε εφήμερες σχέσεις. Αναμνήσεις και συναισθήματα εκδηλώνονται με διαφορετικό τρόπο μέσα τους. Στην αναζήτηση της ευτυχίας τι ρόλο παίζουν ο φόβος, η αγάπη, ο έρωτας, η φιλία, η οικογένεια;
Πώς να χειριστείς τα συναισθήματά σου όταν ξεπερνούν τα όρια που έχεις θέσει;



Το δεύτερο μυθιστόρημα είναι το 1.000.000 στιγμές του Μιχάλη Φουντουκλή, το οποίο σκιαγραφεί τις σχέσεις σε μια παρέα φοιτητών, υπό μία πρωτότυπη συγγραφική οπτική γωνία. Πολυπρόσωπο και ενίοτε δηκτικό θα σας κάνει να γελάστε και να σκεφτείτε. Το εξαιρετικό κολάζ του εξωφύλλου είναι της Εμμανουέλας Καραγιαννάκη και για το περιεχόμενο αντιγράφω τα λόγια του ίδιου του Μιχάλη:

1.000.000 στιγμές είναι πολλές στιγμές. Στιγμές χαράς, στιγμές λύπης. Στιγμές έρωτα, απόγνωσης, φόβου, μανίας, κατάθλιψης, ελπίδας, κίνησης, στάσης. Στιγμές αναμονής, στιγμές πόνου, γέλιου, στιγμές κρύου, ζέστης, βροχής, συννεφιάς, ήλιου, πάγου, στιγμές με όνειρα, στιγμές με κέφι και χαρά, με αυτοσαρκασμό, με όρεξη για αυτοκριτική και βελτίωση. Στιγμές ανάλαφρες, στιγμές βαριές και ασήκωτες, στιγμές που όλα μοιάζουν ξένα και άλλες που όλα μοιάζουν παλιά και γνώριμα. Στιγμές βασιλικές και στιγμές να ζητιανεύουν ένα κομμάτι ψωμί. Στιγμές από μια τυχαία χρονιά, έξι τυχαίων φοιτητών. Στιγμές απ’ τον Πέτρο, τον Ανέστη που αργότερα έγινε Αλέξανδρος ή Άλεξ, ή Αλεξάκης για τους φίλους, απ’ τον Αποστόλη ή Τόλη ή Τρολ, στιγμές από τα 3Φ, τη Φένια, τη Φαίη και τη Φανή. Στιγμές από τον Κύριο Καρπούζη, τον Καβάτζα, το Λύκο, τη Γατούλα, τον Μπάμπη το σουβλατζή, τον Φρανς, τη Φραντζέσκα, την κυρα-Στέλλα, τον Φριτζ, τον κυρ-Θύμιο και τις χορεύτριες τάνγκο της Σιγκαπούρης. Στιγμές που στο σύνολό τους μιλούν για τη ζωή, τον έρωτα, την αγάπη, τη φιλία, τα όνειρα, την αυτοεκτίμηση, την πίστη και την ελπίδα, το θάνατο αλλά και την ανθρώπινη ψυχή. Όλες μαζί δημιουργούν μια εικόνα, που αν είμαστε τυχεροί θα μπορούμε γέροι πια να χαζεύουμε στον ουρανό, καθώς τα χρόνια θα σβουρίζουν γύρω μας. Και εμείς θα είμαστε αργοί και κουρασμένοι. Γιατί ένα εκατομμύριο στιγμές είναι πολλές στιγμές...

Φτάνοντας στον επίλογο της παρουσίασης των Βορειοδυτικών Εκδόσεων, θα ήμουν περήφανος αν θέλατε να μου κάνετε την εξής ερώτηση:
Πώς μπορώ να βοηθήσω αν μου άρεσαν όσα διάβασα μέχρι τώρα;

Είναι σχετικά απλό. Αρχικά είτε κάνοντας join στη σελίδα μας στο facebook, είτε με το να γίνετε αναγνώστες στο blog μας. Εννοείται ότι θέλουμε πολύ να κατεβάσετε τα βιβλία μας και αν σας κεντρίσουν το ενδιαφέρον να τα μοιραστείτε και να μιλήσετε για αυτά στους φίλους σας ή να τα κάνετε δώρο τις γιορτές (ε και μετά). Θέλουμε τα γραπτά να πετάξουν, να μεταφερθούν σε φλασάκια, να αλλάξουν χέρια και να μας δώσουν δυνάμεις για τα επόμενα βιβλία που έχουμε στο πλάνο των βορειοδυτικών.

Τώρα που το σκέφτομαι, αυτή ακριβώς θα ήταν η ευχή μου: Ούτε ένα βιβλίο μας να μην σκονιστεί σε ράφι βιβλιοθήκης. Μόλις το διαβάσετε χαρίστε το στη μητέρα σας, δώστε το στην τοπική σας βιβλιοθήκη, αφήστε το να γνωρίσει τόπους και ανθρώπους μέσω του bookcrossing, σκανάρετέ το για να το διαβάσει κι η φίλη σας στη Φινλανδία.

Επίλογος. Ποιο είναι το γενικότερο συμπέρασμα της μέχρι στιγμής εμπειρίας μου; Συνάντησα δυσκολίες, αλλά μέχρι στιγμής δεν συνάντησα καχυποψία. Και έχω την παράλογη πίστη ότι αυτό που προσπαθώ να κάνω θα πιάσει τόπο. Για το αν θα πετύχει τους στόχους μου, καλύτερα να με ρωτήσετε σε ένα-δύο χρόνια πάλι. Αλλά σε κάθε περίπτωση θα μπορώ να λέω ότι προσπάθησα : )

Υγ: Από την Πέμπτη τα βιβλία μας θα φτάσουν σε βιβλιοπωλεία στην Αθήνα και στις επόμενες μέρες θα εμφανιστούν σε Πάτρα και Γιάννενα.
Αν θέλετε να προμηθευτείτε τα e-books μας, στείλτε ένα μήνυμα στο voreiodytikes@gmail.com και θα τα βρείτε στο inbox σας.

Πέμπτη 9 Δεκεμβρίου 2010

Περιμένοντες τους Βέρβερους


Όπως πάντα τα καλύτερα συμβαίνουν στο blog "Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία".
Το όνομα της ανάρτησης ήταν "Λιπογράμματα Λοιπόν!" και ο Νίκος Σαραντάκος καλούσε τους αναγνώστες να ξαναγράψουν κλασικά ποιήματα, παραλείποντας γράμματα που χρησιμοποιούνται συχνά στα ελληνικά.
Εγώ αποφάσισα να "ασελγήσω" σε ένα αγαπημένο ποίημα, το "Περιμένοντας τους Βαρβάρους" του Καβάφη (σχόλιο #71). Το ξαναέγραψα δίχως να χρησιμοποιήσω το άλφα. Ιεροσυλία; Δεν ξέρω, όπως το δει κανείς.


Περιμένοντες τους Βέρβερους

-Τι περιμένουμε στη μέση της πόλης συγκεντρωμένοι;
Οι Βέρβεροι ξεκινούν επίθεση ως το δείλι.

-Πώς μες στην Σύγκλητο κυρίευσε νοθρώτης;
Τι σκέφτοντ’ οι Συγκλητικοί κι έτσι δεν νομοθετούνε;

-Πως οι Βέρβεροι ξεκινούν επίθεση ως το δείλι.
Νόμους πλέον δεν συνθέτουν οι Συγκλητικοί.
Οι Βέρβεροι μόλις έλθουν ίσως νομοθετήσουν.

-Τι λόγο είχε ο ηγέτης όλων ώστε τόσο πρωί σηκώθη;
Ορθώνει κορμί στης πόλεως την πιο πλουμιστή πύλη
στον θρόνο θρονισμένος, επίσημος, χρυσό φορεί στην κώμη.

- Επειδή οι Βέρβεροι ξεκινούν επίθεση ως το δείλι.
Κι ο ηγέτης περιμένει με υπομονή
τον Βέρβερο ομόλογό του. Επίσης επινόησε,
όπως ήθελε δώσει, δυο συνθήκες. Εκεί
τον υποσχέθηκε τίτλους πολλούς κι ιδιοκτησίες.

-Πώς κι οι δυό δούκες κ’ οι κόμηδες φορούν
πρωί τες κόκκινες, τες κεντημένες τόγες•
Πώς κρίκους επιδεικνύουν με τόσους βήρυλλους,
κι ερμίνες πλουσίως στολισμένες με λευκόχρυσους•

Πώς φορούν πρωί πρωί πολύτιμες κελεμπίες
με ζιρκόνιο ή φθορίτη εξόχως κεντημένους;

Επειδή οι Βέρβεροι ξεκινούν επίθεση ως το δείλι•
ο στολισμός δημιουργεί δέος στους Βέρβερους.

-Πώς κ’ οι σεπτοί ρήτορες δεν κομπορρημονούν ως συνήθως
που λέγουν τους λόγους τους, που λέγουν το δικό τους;

Επειδή οι Βέρβεροι ξεκινούν επίθεση ως το δείλι•
κι οι Βέρβεροι χολοσκούν με τις ευγενείς δημηγορίες.

-Ποιο λόγο είχε κι εκκίνησε ετούτη η βροντερή υπόκωφη βουή
κ’ η σύγχυσις. (Όλων το πρόσωπο τι σκυθρωπό που έγινε).

Πώς κι εμένουν κενοί οι δρόμοι κ’ οι λεωφόροι,
κι όλοι γυρνούν στις οικείες τους πολύ συλλογισμένοι;

Επειδή ενύχτωσε κ’ οι Βέρβεροι δεν ξεκινούν επίθεση.

Τότε μερικοί προφήτες που ζουν στο όριο του έθνους,
κηρύττουν πως Βέρβεροι πλέον: Δεν.
κηρύττουν πως Βέρβεροι πλέον: Μην.
κηρύττουν πως Βέρβεροι πλέον: Ούτε.

Κι εμείς τι μέλλει γίνει χωρίς Βέρβερους;
Οι Βέρβεροι ετούτοι έχουν γενεί συγκεκριμένη λύσις.



υγ: Όπως διάβασα και στη Βιβλιολατρεία, το φετινό βραβείο αναγνωστών απονεμήθηκε στο «Όπως ήθελα να ζήσω», της Ελένης Πριοβόλου.

αντί χ λόγου / Μαρία Ξυλούρη

Καλημέρα από τα νεφελώδη Γιάννενα.

Κατ' αρχάς ευχαριστώ όσους φίλους επισκέπτονται το ιστολόγιο των βορειοδυτικών εκδόσεων. Μέσα στην επόμενη εβδομάδα τα βιβλία μας θα φτάσουν σε επιλεγμένα βιβλιοπωλεία και παράλληλα θα μπορείτε να κατεβάζετε δωρεάν τα e-books τους σε μορφή pdf και epub, χωρίς κανένα κλείδωμα ή περιορισμούς.

Κατά δεύτερον, η Μαρία Ξυλούρη είναι συγγραφέας και το βιβλίο της Rewind κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καλέντη. Διατηρεί το ιστολόγιο Δωμάτιο Πανικού και πρέπει οπωσδήποτε να διαβάσετε την τελευταία ανάρτηση που έχει κάνει με τίτλο "Δια/γράφοντας".

Last but not least, το περιοδικό αντί χ λόγου είναι ένα λογοτεχνικό free press που εκδίδεται με έδρα στα Γιάννενα και διευθυντή του τον Βαγγέλη Ευθυμίου. Μόλις κυκλοφόρησε το 8ο τεύχος- όσοι είστε στην πόλη μας και το συναντήσετε σε κάποιο βιβλιοπωλείο πάρτε το μαζί σας για παρέα. Επίσης μπορείτε να επισκεφθείτε την ιστοσελίδα του ή τη σελίδα του στο facebook ή ακόμα και να στείλετε τα δικά σας κείμενα
Σε αυτό το τεύχος δημοσιεύεται και ένα άρθρο μου που προσπαθεί να απαντήσει στο κρίσιμο ερώτημα: "Καπετάν Μιχάλης ή Φραπές Σκέτος;"





Τετάρτη 1 Δεκεμβρίου 2010

Απ' το εδώ στο εκεί

Όπως έγραψα και στην παράλληλη ανάρτηση στο ιστολόγιο του Βασιλείου της Αράχνης, βρίσκομαι στα starbucks της Κοραή, πίνω καφέ, γράφω στον υπολογιστή και έχω δίπλα μου τον Κοράκι σε Άλικο Φόντο.

Ταξιδεύοντας με το λεωφορείο χθες το βράδυ από Γιάννενα, διάβασα τον Βομβιστή του Παρθενώνα του Χρήστου Χρυσόπουλου, αλλά θα γράψω σε επόμενη ανάρτηση περισσότερα για αυτό το βιβλίο, γιατί το αξίζει.

Κατέβηκα στην Αθήνα για την πρώτη εκτύπωση βιβλίων των Βορειοδυτικών, του εκδοτικού οίκου που ίδρυσα μόλις αυτή την εβδομάδα με έδρα τα Γιάννενα. Στόχο έχω να φτάσουν καλά βιβλία στο κοινό, με οποιονδήποτε τρόπο, αν κάνετε μια επίσκεψη στη σελίδα, θα καταλάβετε.

Στα πολύ καλά που διάβασα αυτές τις μέρες, ήταν μία ακόμα εύστοχη ανάρτηση του Νίκου Σαραντάκου, σχετικά με τα κρύσταλλα και την τρόικα. Το ιστολόγιό του (Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία) είναι πραγματική πηγή θησαυρών.

Ενδιαφέρον έχει και ένα άρθρο των Πρωταγωνιστών για ένα πρωτότυπο γκρουπ στο facebook, το οποίο σας συνιστώ ανεπιφύλακτα: τα μέλη περιγράφουν σκηνές από αγνώστους που συνάντησαν σε μετρό ή λεωφορείο με ένα βιβλίο στο χέρι.

Επίσης, αν σας ενδιαφέρει η θεωρία της μουσικής, πρόσθεσα στους συνδέσμους το Metasound, του Δημήτρη Σαρρή.

Αυτά για την ώρα. Σύντομα με πολλά θέματα για συζήτηση, με την ηλεκτρονική κυκλοφορία του bookmarks.

υγ: Τον τίτλο τον έχω κλέψει από ένα κεφάλαιο του "1.000.000 στιγμές". Είναι το ένα από τα δύο μυθιστορήματα των βορειοδυτικών που θα κυκλοφορήσουν τις επόμενες μέρες.