Παρασκευή 14 Μαΐου 2010

Κάλλια Παπαδάκη - Ο ήχος του ακάλυπτου


Μετά τον "Διάφανο Βασιλιά" της Ρόσα Μοντέρο, επιστρέφω εν μέσω ανακατατάξεων (και ζέστης). Έχει κυκλοφορήσει το τελευταίο Muzine και το επόμενο Bookmarks θα βγει περίπου στις 15 Ιουνίου. Επίσης από τη Χαραμάδα έχει κυκλοφορήσει η συλλογή διηγημάτων τρόμου "Ένα χαμόγελο στο σκοτάδι" του Δημήτρη Στρεμμένου, αλλά περισσότερα για αυτό στο εγγύς μέλλον. Πάντως την ερχόμενη Τετάρτη θα γίνει η πρώτη παρουσίασή του μεταξύ τυριού και αχλαδιού, στο Φαγιούμ, εδώ στην Πάτρα. Ο ποιητής Τηλέμαχος Τσαρδάκας θα διαβάσει το ομώνυμο διήγημα. και θα πιούμε κρασί στην υγειά της λογοτεχνίας. Περισσότερες λεπτομέρειες δείτε και στο σχετικό event στο facebook.

Όπως θα μάθατε οι περισσότεροι, απονεμήθηκαν πριν από λίγες μέρες τα λογοτεχνικά βραβεία του περιοδικού Διαβάζω. Ο Χάρης Βλαβιανός (ποίηση), ο Βασίλης Γκουρογιάννης (μυθιστόρημα), ο Γιάννης Κιουρτσάκης (δοκίμιο), η Κάλλια Παπαδάκη (πρωτοεμφανιζόμενη συγγραφέας), ο Χρήστος Μπουλώτης (παιδικό βιβλίο), η Φωτεινή Στεφανίδη (στην εικονογράφησή του) και ο Βασίλης Παπαθεοδώρου (λογοτεχνικό βιβλίο για μεγάλα παιδιά), ήταν οι νικητές του φετινού διαγωνισμού. Αυτές τις μέρες διαβάζω και απολαμβάνω το "Διπλό όνειρο της γραφής" των Βλαβιανού και Χρυσόπουλου, ένα πολύ αξιόλογο δοκίμιο περί λογοτεχνίας. Αν είστε στην Αθήνα στις τέσσερις του σημειώστε στο ημερολόγιό σας την αντικριστή ανάγνωση που θα γίνει στο cafe Dasein. Παραθέτω ένα μικρό απόσπασμα για να κινήσει την περιέργειά σας:

9.4.2. Να μια σχετική στιχομυθία: Λούντβιχ Βιτγκενστάιν: "Πες μου, γιατί φαινόταν πιο εύλογο στους ανθρώπους ότι ο ήλιος γύριζε γύρω από τη γη, και όχι το ανάποδο;" Νόρμαν Μάλκολμ: "Προφανώς γιατί αυτό έβλεπαν στον ...ουρανό". Λούντβιχ Βιτγκενστάιν: "Μάλιστα. Και τι θα έβλεπαν αν η γη γύριζε γύρω από τον ήλιο;" (από την ταινία του Ντέρεκ Τζάρμαν "Βιτγκενστάιν", 1993)
Αλλά το "Διπλό όνειρο" ανήκει στα βιβλία που θα μας απασχολήσεουν αναλυτικότερα μία από τις επόμενες εβδομάδες. Αφορμή για τη σημερινή ανάρτηση είναι ο "ήχος του ακάλυπτου". Όσοι είναι πιστοί αναγνώστες της στήλης θα θυμούνται ότι πριν από ένα χρόνο είχα διαβάσει το βιβλίο και είχα συζητήσει με τη συγγραφέα του. Έπειτα την είχα γνωρίσει και στην παρουσίαση του βιβλίου της εδώ στην Πάτρα. Ήταν μέσα Μαίου, μόλις είχαν ξεκινήσει οι Πανελλήνιες με το μάθημα της έκθεσης, με τους φίλους πηγαίναμε σχεδόν κάθε μέρα στο Φάρο για juggling (εκείνοι- εγώ έβλεπα) και ένα μεσημέρι τους είχα διαβάσει το πρώτο διήγημα του βιβλίου της Παπαδάκη (από τότε η Εμμανουέλα μού ζητάει συνέχεια να δθαβάζω).

Σκέφτηκα λοιπόν σήμερα να επαναλάβω την ανάρτηση εκείνου του Μαίου. Συγχαρητήρια Κάλια, αλλά και σε όλους όσοι κέρδισαν ή ήταν υποψήφιοι!

ΜΑΪΟΣ 2009

Καλημέρα!

Χάρηκα πολύ την περασμένη Πέμπτη, γιατί στις πανελλήνιες εξετάσεις που ολοκληρώνονται αυτές τις μέρες, το θέμα της νεοελληνικής λογοτεχνίας ήταν ένα ποίημα του Μίλτου Σαχτούρη, αυτού του τόσο σημαντικού ποιητή της χώρας μας. Αν δεν έχετε στα ράφια της βιβλιοθήκης σας κάτι δικό του, θα πρότεινα να αναζητήσετε, οι στίχοι του είναι πανέμορφοι: «Χρόνια ο ουρανός ήτανε ένα δύσκολο χαρτί κρυμμένο μεσ' στην τσέπη μου / και μεσ' στον κήπο μου φύτρωνε όλη τη μέρα αίμα / γιατί βροχή πέφταν οι πέτρες απ' τον άλλο ουρανό / τσακίζοντας κρέατα & κόκκαλα / Έτσι σαν ήθρε η Ανάσταση ντυμένος μαύρα μ' ένα κόκκινο κερί / βγήκα τρελός στους δρόμους ήμουνα ένα κίτρινο πουλί σαν κι αυτά που ζωγράφιζε ο Modigliani / Ποτέ μου / ποτέ μου δεν είχα γεννηθεί...»

Προχωράμε στο δικό μας θέμα και επιστρέφουμε σήμερα στα αφιερώματα σε Έλληνες συγγραφείς, με μία συλλογή διηγημάτων που κυκλοφόρησαν πρόσφατα οι εξαιρετικά καλαίσθητες εκδόσεις «Πόλις». Πρόκειται για το πολύ καλό βιβλίο «Ο Ήχος του Ακάλυπτου: έξι κοινόχρηστες ιστορίες», της νεαρής πρωτοεμφανιζόμενης συγγραφέως Κάλλιας Παπαδάκη. Η Κάλλια γεννήθηκε στο Διδυμότειχο το 1978, μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη και σπούδασε οικονομικά στις ΗΠΑ, στο Bard College και στο Πανεπιστήμιο Brandeis. Όπως όμως φάνηκε, παράλληλα καλλιέργησε και την αγάπη της για τη λογοτεχνία.

Πριν από δύο εβδομάδες είχα την τύχη να παρακολουθήσω την παρουσίαση που έγινε για το βιβλίο στην Πάτρα και έτσι σχημάτισα ακόμα σφαιρικότερη γνώμη για το περιεχόμενό του. Το είχα διαβάσει νωρίτερα και η δική μου ανάλυση συνέπεσε σε πολλά σημεία με όσα ειπώθηκαν εκείνη τη βραδιά για τον «Ήχο του Ακάλυπτου». Γνώρισα την ευγενέστατη Κάλλια και για να μάθουμε όλοι περισσότερα, της ζήτησα να μου παραχωρήσει μία συνέντευξη για τους αναγνώστες της Μπρίζας, την οποία και θα διαβάσετε παρακάτω.

Ο «Ήχος του Ακάλυπτου» είναι γκρίζος, μουντός, είναι ο ήχος που ανεβαίνει και κατεβαίνει στον φωταγωγό και διαχέεται μονότονα γιατί μονότονες είναι και οι ζωές των συνηθισμένων ανθρώπων. Ενίοτε, όμως είναι και αστείος, λίγο πιο φωτεινός μέσα στη κατήφειά του και συντονίζεται με τη ζωηρή καθημερινότητα των όχι και τόσο συνηθισμένων ανθρώπων.

Το βιβλίο αποτελείται από έξι διηγήματα, τα οποία έχουν βρεθεί δεμένα μέσα στις ίδιες σελίδες, ενωμένα απ’ τον συνδετικό κρίκο της αναγκαστικής, κάθετης συγκατοίκησης. Θα διαβάσετε έξι ιστορίες ενοίκων μιας τσιμεντένιας πολυκατοικίας, που αν και η κάθε μία είναι φαινομενικά ανεξάρτητη από την άλλη, μολαταύτα συνδέονται με λεπτά, πλην φανερά νήματα. Με την αστικοποίηση που έγινε στην Ελλάδα τις δεκαετίες του ’60 και του ‘70, ήταν φυσικό η δράση στις ιστορίες καθημερινότητας να μεταφερθεί από τις αυλές των σπιτιών, στους ακάλυπτους των πολυκατοικιών. Η νέα γενιά συγγραφέων έχει μεγαλώσει σε αστικό τοπίο και από εκεί αντλεί τη θεματολογία της.

Γενικά ο «Ήχος του Ακάλυπτου» αξίζει να διαβαστεί για να πάρετε μία απολαυστική γεύση της σύγχρονης πεζογραφίας και για να αποδράσετε από τη ρουτίνα της δικής σας πολυκατοικίας. Εντυπωσιακό είναι ότι ανάλογα με τον ήρωα του διηγήματος, αλλάζει και ο τρόπος γραφής για να συνταιριάζει με την ιδιοσυγκρασία και την ψυχοσύνθεσή του. Η Κάλλια Παπαδάκη γράφει πολύ ωραία και θα περιμένουμε στο μέλλον ακόμα περισσότερα από την πένα της. Συγχαρητήρια νομίζω αξίζει και ο εκδοτικός οίκος και για την πολύ φροντισμένη σύνθεση, αλλά και για τη χαρακτηριστική υφή του εξωφύλλου. Τον «Ήχο του Ακάλυπτου» θα τον βρείτε στο κοντινότερο βιβλιοπωλείο σας και τότε θα μάθετε περισσότερα για τον τυφλό που απάγεται απ’ τη ρωσο-πακιστανική μαφία γιατί «είδε κάτι που δεν έπρεπε», για τις κουτσομπόλες Τάδε και Μαριλένα, για τον lifeless διαμεσολαβητή πτωμάτων, για τη μεταμελημένη Δήμητρα, για τον συγγραφέα που γράφει σαν τρελός για να προλάβει και τέλος για την ημίτρελη ιδιοκτήτρια πανσιόν.

Αυτά για την ώρα. Ραντεβού την επόμενη Πέμπτη! Εσείς συνεχίστε την ανάγνωση με όσα είπαμε με την Κάλλια για την οικονομία, τη Θεία Δίκη, τον πόλεμο στην Αλγερία και το happy end στα βιβλία.

- Πώς είναι να είσαι συγγραφέας σε τόσο νεαρή ηλικία; Έχεις άγχος πριν από μια παρουσίαση ή μιλώντας σε συναδέλφους;

Δεν ξέρω. Τις ίδιες αγωνίες έχω, την ίδια κακή και καλή διάθεση, την ίδια ρουτίνα. Αν κάτι έχει αλλάξει, είναι πως δεν αισθάνομαι τόσο έντονα την ανάγκη να καταπιαστώ με το πληκτρολόγιο του υπολογιστή. Περιμένω πρώτα να σβήσει ο απόηχος του ήχου του ακάλυπτου. Όσο για το άγχος, μάλλον εγκλιματίζομαι σταδιακά στους ρυθμούς του. Βέβαια, το πιο αμήχανο κομμάτι της συγγραφής είναι εκείνο της επόμενης μέρας: το μετά-συγγραφικό. Λίγο πριν την παρουσίαση τα χέρια βαραίνουν και δεν έχεις που να τ΄ακουμπήσεις, το σώμα κάθεται λίγο άγαρμπα κι άβολα στην καρέκλα, το κοινό μισοχαμογελά και κρέμεται από την πρώτη σου κουβέντα. Ακόμη και τώρα, η προοπτική μιας παρουσίασης μου δημιουργεί την ίδια εσωτερική ανησυχία. Όσο για τους συναδέλφους που τυχαίνει ή μη, να παραβρίσκονται στο κοινό μιας παρουσίασης, σίγουρα δεν δρουν αγχολυτικά.

- Μπορεί κάποιος στην Ελλάδα να ζήσει επαγγελματικά από τη συγγραφή;

Μάλλον όχι. Οι Έλληνες δεν διαβάζουν όσο οι Σκανδιναβοί. Η αγορά του βιβλίου είναι μικρή και περιορισμένη. Όσο κι αν τα ποσοστά αναγνωσιμότητας μπορεί να έχουν αυξηθεί, το αναγνωστικό κοινό παραμένει κοντά στο 10 τοις εκατό. Πλην ορισμένων συγγραφικών εξαιρέσεων, όπου οι πωλήσεις φτάνουν τις δεκάδες χιλιάδες, έχω την εντύπωση πως δεν είναι εφικτό να ζει κανείς μόνο από τα έσοδα των πωλήσεων. Είναι θέμα απλής αριθμητικής: όπως και να το δεις ο ισολογισμός βαραίνει προς τα κάτω.

- Υπάρχουν και στην αληθινή ζωή κάποιοι απ' τους χαρακτήρες του βιβλίου; Σε τι ποσοστό οι συγγραφείς συγκρατούν λεπτομέρειες απ' τον κόσμο γύρω τους για να τις χρησιμοποιήσουν στα βιβλία τους;

Νομίζω πως ναι. Οι χαρακτήρες μου υπάρχουν, γιατί τα διάσπαρτα δομικά στοιχεία τους πηγάζουν από την καθημερινότητα. Είτε μελλοντική, είτε παρελθοντική. Η σκέψη και μόνο, η σύλληψη οποιασδήποτε ιδέας, θέτει την πιθανότητα εκπλήρωσής της. Το μυαλό προοικονομεί αυτά που όσο απίθανο κι αν μοιάζουν, μπορεί να συμβούν. Οι συγγραφείς συλλέγουν υλικό από τον κόσμο γύρω τους, το καταγράφουν και το μεταπλάθουν σε μια έκφανση της πραγματικότητας.

- Το τελευταίο διήγημα, το "Όλα σε τάξη" αφήνει έντονη γεύση "Θείας Δίκης". Πιστεύεις ότι υπάρχει και στην πραγματικότητα κάτι ανάλογο;

Μπορεί και να υπάρχει. Η Θεία Δίκη θυμίζει τις ζαριές στο τάβλι, έρχεται κι ανατρέπει τις χαμένες παρτίδες. Όταν έγραφα τη Ζωή (με όλο το συμβολισμό που δύναται να φέρει το όνομά της) δεν μου πήγαινε μια γυναίκα τόσο τυραννισμένη, τόσο κακότυχη στις ζαριές που της έτυχαν, να την αφήσω έρμαιο μιας άδικης μοίρας. Έστω και χωρίς την έμπρακτη και συνειδητή συμμετοχή της Ζωής, άρα χωρίς το προσωπικό στοιχείο της εκδίκησης, οι βασανιστές της έπρεπε να τιμωρηθούν, εξού και το τέλος που τους επιφυλάσσει η ιστορία. Όμως δεν είναι παρά ένα γκρίζο τέλος, κλείνεις το βιβλίο και μένεις μ’ένα μισό, στραβό, αμήχανο χαμόγελο.

- Τα βιβλία πρέπει να έχουν happy end;

Κανείς δεν υποχρεώνει κανέναν για τίποτα. Τα βιβλία έχουν το τέλος που τους ταιριάζει. Το τέλος έρχεται σαν μια συνδετική κατακλείδα που δένει αρχή και μέση. Είναι η φυσική εξέλιξη της μυθοπλασίας. Το τέλος, happy or not, πρέπει να αφουγκράζεται το ύφος, τη δομή και το περιεχόμενο της αφήγησης.

- Ο ήχος του ακάλυπτου είναι ένας μουντός, θλιμμένος ήχος;

Ο ήχος του ακάλυπτου είναι ένας παράξενος ήχος, ένα συνονθύλευμα ήχων που σου τραβά την προσοχή, κάπως οικείο, όμως παράταιρο, σε κερδίζει με τη σελίδα, σαν ένα προσωπικό στοίχημα, λέξη με τη λέξη σε γοητεύει, και κάθε τόσο πατά πάνω σε μια ύφεση που σου σφίγγει το στομάχι.

- Πώς φαντάζεσαι τον εαυτό σου μετά από δέκα χρόνια; Υπάρχει κάποιο όνειρο που θα ήθελες οπωσδήποτε να πραγματοποιήσεις;

Πριν από δέκα χρόνια, βρισκόμουν στην Αμερική και έκανα σπουδές οικονομίας. Η ορθολογιστική προοπτική ήταν να γίνω μια πολυάσχολη οικονομολόγος και να ζω στην Νέα Υόρκη. Ο οικονομικός ορθολογισμός κουτσά στραβά αποδέχεται το απρόοπτο, ως εξωγενές συμβάν, όχι όμως και την προοπτική της αβεβαιότητας, ως μια ενδογενή δυναμική κατάσταση. Εάν η οικονομική θεωρία κατανοείται καλύτερα με βάση τον ορθολογισμό, η ίδια η εμπερία της ζωής τον ανατρέπει. Δέκα χρόνια μετά, κι έχω ανατρέψει τις τότε προσδοκίες που βασίστηκαν στα χνάρια της τότε πρωτινής πορείας. Οπότε, τώρα πια, τα δέκα χρόνια μετά, μοιάζουν αναπάντεχα πιθανά, ανατρέψιμα κι αναστρέψιμα. Ποιός ξέρει; Καμιά φορά ονειρεύομαι την Νέα Υόρκη από την αρχή, με δικούς μου όρους και προΰποθέσεις.

- Θα έγραφες ένα βιβλίο στα αγγλικά για να έχεις περισσότερες ευκαιρίες να γίνεις γνωστή στο εξωτερικό;

Μόνο αν βίωνα την καθημερινότητα της πόλης στ’αγγλικά. Η ίδια η γλώσσα της καθημερινότητας δίνει ρυθμό, δομή και περιεχόμενο στην αφήγηση. Δεν θα μπορούσα να γράψω ένα αγγλικό κείμενο στην Ελλάδα. Θα του στερούσα τη μισή ζωή.

- Ποιο είναι το κίνητρό σου για να γράφεις;

Η προσωπική μου διασκέδαση, η δυνατότητα να φτιάχνω μικρόκοσμους, να παίζω με τις λέξεις και να συνθέτω εικόνες, να σκηνοθετώ πάνω στο χαρτί.

- Kindle ή παραδοσιακό βιβλίο;

Παραδοσιακό βιβλίο. Με τσαλακωμένες, βρεγμένες, σκισμένες, πολυκαιρισμένες σελίδες, με σημειώσεις υποσημειώσεων κι αναφορές στο παρελθόν.

- Διαβάζεις συγκεκριμένα είδη λογοτεχνίας; Θα μοιραστείς με λίγα λόγια κάτι που διάβασες πρόσφατα και θα το πρότεινες στους αναγνώστες;

Τα τελευταία δυο χρόνια προτιμώ το νουάρ μυθιστόρημα. Πριν από λίγο καιρό διάβασα Το Μαύρο Αλγέρι του Maurice Attia. Το βιβλίο με γοήτευσε, η ατμόσφαιρα μου έφερε στο μυαλό κομμάτια από το μικρό στρατιώτη του Γκοντάρ. Ο πόλεμος της Αλγερίας, η ακροδεξία οργάνωση που δεν θέλει την αναγνώριση της ανεξαρτησίας της Αλγερίας από την κυβέρνηση Ντε Γκωλ, η αδιάφορη αστυνομία και ο μη συμβατικός αστυνόμος Μαρτίνεθ, που προσπαθεί να εξιχνιάσει μια υπόθεση δολοφονίας, συνθέτουν όλα μαζί το σκηνικό ενός πολιτικού και ιστορικού μυθιστορήματος με νουάρ δράση κι αφήγηση.

- Τρεις από τις αγαπημένες σου ταινίες;

Εφιστώ την προσοχή στο “τρεις από τις αγαπημένες σου” και όχι στο “οι τρεις αγαπημένες σου ταινίες”! Uzak του Ceylan, Les enfants du paradis του Carné, American Beauty του Mendes.


Πέμπτη 6 Μαΐου 2010

Η ιστορία του Διάφανου Βασιλιά


Καλημέρα, ελπίζω από την προηγούμενη συνάντησή μας να πέρασαν δύο ή τρία βιβλία από τα χέρια σας.

Στην επικαιρότητα είχαμε την περασμένη εβδομάδα την ανακοίνωση των υποψηφιοτήτων για τα βραβεία του σημαντικού περιοδικού «Διαβάζω», και πιο τρανταχτή απουσία κατά τη γνώμη μου ήταν αυτή του «Ιμαρέτ» του Γιάννη Καλπούζου, που είχε κερδίσει το Δεκέμβριο το βραβείο αναγνωστών. Υποψήφια για το βραβείο καλύτερου μυθιστορήματος είναι μεταξύ άλλων το «Κόκκινο στην Πράσινη Γραμμή» του Βασίλη Γκουρογιάννη, η «Εβραία νύφη» του Νίκου Δαββέτα, οι «Φωτιές του Ιούδα» της Ρέας Γαλανάκη, η «Επιστροφή» του Μιχάλη Μοδινού και τα «Λόγια φτερά» του Χρήστου Χωμενίδη. Από τις υπόλοιπες κατηγορίες υποψηφιοτήτων ξεχωρίζω σε αυτή των πρωτοεμφανιζόμενων συγγραφέων την Κάλλια Παπαδάκη, για το βιβλίο της «Ο ήχος του ακάλυπτου» (εκδ. Πόλις).

Είχα με ένα φίλο τις προάλλες μια συζήτηση σχετικά με τα ιστορικά μυθιστορήματα, ένα λογοτεχνικό είδος που και στους δύο μας αρέσει πολύ. Μού ζήτησε να του προτείνω μερικά και έκανα μία πρόχειρη λίστα με ορισμένα που έχω διαβάσει και μου άφησαν τις καλύτερες εντυπώσεις. Φυσικά στην κορυφή της λίστας βρίσκονται τα βιβλία του Στήβεν Πρέσφιλντ. Η επιτυχία και η αναγνώριση ξεκίνησαν με τις «Πύλες της Φωτιάς», ένα συγκλονιστικό μυθιστόρημα για τη σύγκρουση τριακοσίων Σπαρτιατών ενάντια στην αχανή στρατιά του Ξέρξη στο στενό των Θερμοπυλών. Η φράση του εξωφύλλου έχει μείνει χαραγμένη στη μνήμη μου, γιατί απεικονίζει με ακρίβεια το περιεχόμενο του βιβλίου: «ο Στίβεν Πρέσφιλντ δεν ήταν το 480 π.Χ. στις Θερμοπύλες, αλλά όταν τελειώσετε την ανάγνωση του βιβλίου θα νομίζετε ότι εσείς ήσασταν». Μετά τις «Πύλες της Φωτιά» ακολούθησαν κι άλλα βιβλία του ίδιου συγγραφέα (πάντα στις εκδ. Πατάκη) και ξεχωρίζω τα πολύ αξιόλογα «Τελευταία Αμαζόνα» (Αμαζόνες και Θησέας), «Ματωμένη Εκστρατεία» (εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου στο Αφγανιστάν) και το πιο πρόσφατο «Σκοτώστε τον Ρόμελ» (επιχειρήσεις των Βρετανών κομάντο στις ερήμους της Β. Αφρικής). Είναι ένας συγγραφέας που αγαπάει την ιστορία και γράφει καλά βιβλία.

Σε σχέση τώρα με το Βυζάντιο μπορείτε να δοκιμάστε την τριλογία των «Παλαιολόγων» του Γιώργου Λεονάρδου, ενώ ανώτερη θεωρώ τη γραφή του Μιχάλη Σπέγγου στο «Imperium», το οποίο αναφέρεται σε μία ασαφή περίοδο συγκρούσεων χριστιανών και μουσουλμάνων (αμφότερα από εκδ. Λιβάνη). Παρόμοια επιτυχημένη επιλογή έχει κάνει στο «Και στη μέση η Θάλασσα» ο Μεσσήνιος Νίκος Αραπάκης (εκδ. Μπατσιούλας). Ο τελευταίος επιστρέφει σε λίγες μέρες με νέο ιστορικό μυθιστόρημα, τοποθετημένο στην περίοδο της κατοχής και έχοντας πάρει μεταγραφή για τον Λιβάνη. Το αναμένουμε.

Επίσης ένα από τα καλύτερα ιστορικά μυθιστορήματα που έχω διαβάσει είναι το έπος «Ευμενίδες» του Τζόναθαν Λίτελ (εκδ. Λιβάνη), που είχαν προκαλέσει αρκετό θόρυβο πριν τρία χρόνια όταν και εκδόθηκαν στη χώρα μας. Ένας αξιωματικός των Ες-Ες αφηγείται τις εμπειρίες του από τον πόλεμο, όχι για να εξιλεωθεί ή να ζητήσει συγχώρεση, αλλά για να δικαιολογήσει τις φρικαλεότητες που διαπράχθηκαν στο όνομα της ιδεολογίας του. Αν σας αρέσει η περίοδος του δευτέρου παγκοσμίου και είστε έμπειρος αναγνώστης, έχει να σας προσφέρει πολλά- μην σας τρομάξουν οι χίλιες σελίδες του.

Ας ολοκληρώσουμε την περιήγηση μας στην ιστορία με ένα έργο, που διάβασα πρόσφατα και μπήκε κατευθείαν στη λίστα με τα αγαπημένα μου. Είναι το εξαιρετικό «Η ιστορία του Διάφανου Βασιλιά» της Ρόσα Μοντέρο, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Άγκυρα. Η υπόθεση ξεκινάει στα βάθη του Μεσαίωνα και ανάμεσα στα σύνορα Ισπανίας και Γαλλίας, όταν οι φεουδαρχικοί πόλεμοι σαρώνουν τη φράγκικη επαρχία. Ένα δεκαπεντάχρονο κορίτσι, προκειμένου να γλυτώσει τη ζωή της μεταμφιέζεται σε αγόρι, φοράει μία πανοπλία και αποφασίζει να υποδυθεί τον ξεπεσμένο ιππότη που πουλάει το σπαθί του στον υψηλότερο πλειοδότη. Συναντά μία γυναίκα που δηλώνει μάγισσα και αφού την προσλαμβάνει ως ιπποκόμο, ξεκινούν μαζί μία περιπλάνηση που στόχο έχει το μυθικό Άβαλον. Βέβαια δεν αργούν να διαπιστώσουν ότι η σκοτεινή πραγματικότητα δεν προσφέρεται για ονειροπολήσεις, αλλά τουλάχιστον ταξιδεύουν σε άγνωστα μέρη και δραπετεύουν από το σκληρό βίο του δουλοπάροικου.

Στον ταραγμένο 12ο αιώνα, η περιπέτεια μπλέκεται με την ηθική του ισχυρού και η αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής με τους θρησκευτικούς κυκλώνες που παρασέρνουν τις ζωές των απλών χωρικών. Και ανάμεσα σε μονομαχίες, αιρέσεις, πολιτικές ανακατατάξεις και κάθε λογής κινδύνους, στις σελίδες του βιβλίου εμφανίζεται ξανά και ξανά η ιστορία του Διάφανου Βασιλιά, ένα σταθερό σημείο αναφοράς, που μαγεύει με την πολύπλοκότητα της σύλληψής του. Έξοχη αναπαράσταση εποχής, πολύ δουλεμένη η μετάφραση της Ντίνας Σιδέρη για ένα επικό παραμύθι που αξίζει μία περίοπτη θέση στα ράφια της βιβλιοθήκης σας. Στο οπισθόφυλλο λέει ότι είναι «πρωτότυπο και δυνατό, έχει δύναμη που ξεχειλίζει από βιβλία που είναι προορισμένα να γίνουν κλασικά». Λοιπόν, θα συμφωνήσω απόλυτα.

Περίπου εδώ κλείνω για σήμερα. Αυτές τις μέρες διαβάζω ένα ακόμα ιστορικό μυθιστόρημα, τους «Εκλεκτούς του Θανάτου» του Λευτέρη Σακκά (εκδ. Μπατσιούλας). Μ’ αρέσει, μάλλον θα αναζητήσω τον συγγραφέα για συνέντευξη. Νεότερα σε δεκαπέντε μέρες. Over and out.

Πέμπτη 22 Απριλίου 2010

8ο τεύχος Bookmarks - ΑΛΕΞΗΣ ΖΟΡΜΠΑΣ και ΖΟΜΠΙΣ


ΑΛΕΞΗΣ ΖΟΡΜΠΑΣ ΚΑΙ ΖΟΜΠΙΣ


Στην Αγγλία μάλλον είναι δύσκολο για κάποιον συγγραφέα να εκδοθεί, ακόμα κι αν έχει γράψει ένα λογοτεχνικό αριστούργημα. Μια κλασική περίπτωση που το αποδεικνύει είναι το προ τριετίας πείραμα του δημοσιογράφου Ντέιβιντ Λάσμαν, ο οποίος υπόβαλε προς έκδοση σε δεκαοχτώ εκδοτικούς οίκους και ατζέντηδες, βιβλία της Τζέιν Όστεν. Όπως δεν άργησε να διαπιστώσει, τα μυθιστορήματά της Όστεν παρότι έχουν πουλήσει εκατομμύρια αντίτυπα σ' όλο τον κόσμο και έχουν μεταφερθεί με επιτυχία στον κινηματογράφο, σήμερα δεν θα έβρισκαν εκδότη.


Ο Λάσμαν δακτυλογράφησε και έστειλε τα αρχικά κεφάλαια από το «Αβαείο του Νορθάνγκερ» και την «Πειθώ», αλλάζοντας μόνο τοπωνύμια και ονόματα προσώπων. Οι απορριπτικές απαντήσεις έπεσαν σαν βροχή. Ο οίκος «Μπλούμσμπερι» του Χάρι Πότερ επισήμαινε ότι «παρ' ότι διαβάσαμε τη δουλειά σας με ενδιαφέρον, δεν ταιριάζει στον κατάλογό μας», ενώ και οι ατζέντηδες της Ρόουλινγκ τον πληροφόρησαν ότι θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να προωθήσουν το έργο του.


Στη δεύτερη φάση του σχεδίου, ο Λάσμαν αποφάσισε να γίνει θρασύς. Επέλεξε το «Περηφάνια και Προκατάληψη», παράλλαξε ελάχιστα τα ονόματα των ηρώων και το έστειλε με τον τίτλο «Πρώτες εντυπώσεις» («First Impressions» ήταν ο αρχικός τίτλος που είχε δώσει ο Όστεν στο βιβλίο της). Φρόντισε μάλιστα να παραθέσει αυτούσιο τον πιο διάσημο πρόλογο της βρετανικής λογοτεχνίας: «Αποτελεί κοινή πεποίθηση πως όταν ένας άνδρας είναι ελεύθερος κι έχει αξιόλογη περιουσία, χρειάζεται και μία σύζυγο». Καμία έκπληξη. Οι απορριπτικές επιστολές έφτιαξαν και πάλι μια μικρή στοίβα στο γραφείο του Λάσμαν. Πάνω πάνω αυτή από τις εκδόσεις «Πένγκουιν», οι οποίες εκδίδουν στην Αγγλία τα έργα της Όστεν: «Οι "Πρώτες εντυπώσεις" φαίνεται να είναι ένα ενδιαφέρον και πρωτότυπο ανάγνωσμα».


Μόνον ο Αλεξ Μπόουλερ από τον οίκο «Τζόναθαν Κέιπ» αντιλήφθηκε τη λογοκλοπή. Στην απάντησή του έγραψε: «Οι πρώτες εντυπώσεις μου από το βιβλίο σας είναι δυσπιστία, ενόχληση και φυσικά στιγμές γέλιου. Θα σας συμβούλευα να επιστρέψετε στη βιβλιοθήκη το αντίτυπο του «Περηφάνια και Προκατάληψη», που στοιχηματίζω βρίσκεται δίπλα στη γραφομηχανή σας, και να προσπαθήσετε την επόμενη φορά ο πρόλογός σας να διαφοροποιείται κάπως από αυτόν της Όστεν».


Προχωρώντας σε πιο πρόσφατα νέα, το «Περηφάνια και Προκατάληψη» συνεχίζει να είναι δημοφιλές ανάγνωσμα για όλες τις ηλικίες, ακόμα και για όσους αρέσκονται να ξεριζώνουν κεφάλια απέθαντων στις οθόνες των υπολογιστών τους. Πέρσι κυκλοφόρησε με μεγάλη επιτυχία σε Αγγλία και Αμερική το βιβλίο «Pride and Prejudice and Zombies», μια παρωδία στηριγμένη εξ ολοκλήρου στο κείμενο του κλασικού μυθιστορήματος. Ο εικονοκλάστης συγγραφέας Σεθ Γκράχαμ-Σμιθ αποφάσισε να συνδυάσει τη ρομαντική εποχή της Όστεν με στοιχεία από ταινίες τρόμου και φυσικά ζόμπι. Το αποτέλεσμα ήταν αυτό το απίθανο μυθιστόρημα, που διαβάστηκε πολύ από εφήβους και σύντομα ακολουθήθηκε από το εξίσου προβοκατόρικο «Sense and sensibility and sea monsters». Τα βιβλία αυτά θα τα δούμε μεταφρασμένα και στη χώρα μας, ενώ είναι βέβαιο ότι η ανάμειξη ακραία διαφορετικών λογοτεχνικών υλικών θα μας απασχολήσει στο μέλλον. Πάντως πριν λίγες μέρες κυκλοφόρησε στο εξωτερικό το prequel των βιβλίων του Σεθ, με τίτλο «Pride and Prejudice and Zombies: Dawn of the Dreadfuls». Οι πιστοί προσέλθετε.


* Όπως καταλαβαίνετε ο τίτλος του editorial αποτελεί μια πρόταση για όποιον θέλει να δοκιμάσει την τύχη του σε αντίστοιχο ελληνικό φόντο.

Παρασκευή 16 Απριλίου 2010

Λογοτεχνικά blogs

Ανεβάζω ένα link που είμαι σίγουρος ότι ενδιαφέρει πολλούς που ενημερώνονται για το βιβλίο στο net.

http://biblio-blogs.blogspot.com/

Στην πολύ χρήσιμη παραπάνω διεύθυνση της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Σερρών, μπορείτε να ενημερώνεστε για τις αναρτήσεις πολλών λογοτεχνικών blogs.

Τετάρτη 31 Μαρτίου 2010

Σταυρούλα Σκαλίδη - Κρέας από σταφύλι

«Κρέας από σταφύλι»

Συνέντευξη της Σταυρούλας Σκαλίδη στον Γιάννη Πλιώτα


Σχεδόν Απρίλιος! Ο χρόνος κυλάει πολύ γρήγορα και πιθανότατα τις ώρες που θα διαβάζετε αυτές τις γραμμές εγώ θα ταξιδεύω με λεωφορείο, παρέα με ένα βιβλίο. Πηγαίνω στην Κόνιτσα να παρουσιάσω το βιβλίο του Κωνσταντίνου Μίσσιου «Η νύχτα της λευκής παπαρούνας» και αν σας φέρει ο δρόμος σας στο βορρά, η εκδήλωση γίνεται το Σάββατο 27 Μαρτίου στις 7 το απόγευμα.
Η επιλογή του «ποιο βιβλίο να διαβάσω τώρα» είναι περίπλοκη διαδικασία για όλους. Μπορεί να το έχει προτείνει ένας φίλος, να είναι κάτι που διαφημίζεται, να είναι δώρο, να είναι γνωστός ο συγγραφέας, να υπάρχει σ’ όλες τις βιτρίνες, το εξώφυλλο να είναι όμορφο ή η πλοκή στο οπισθόφυλλο μυστηριώδης. Για μένα συνήθως η επιλογή είναι συνδυασμός πολλών παραγόντων, άρα μπορεί να θεωρηθεί απολύτως τυχαία. Αν διαβάσω κάτι από έναν συγγραφέα και μου αρέσει πολύ, δεν σπεύδω να διαβάσω τα άπαντά του. Αφήνω καιρός να περάσει μέχρι να διαβάσω πάλι κάτι δικό του, να αφομοιώσω το προηγούμενο και να το απολαύσω με το πέρασμα του χρόνου. Επίσης θέλω να διαβάζω βιβλία από πολλά διαφορετικά είδη. Από ποίηση μέχρι ιστορία και από συναισθηματικά μέχρι φάνταζυ, όλοι οι καλοί χωράνε κι όλοι οι πιστοί ας προσέλθουν.
Σε κάθε περίπτωση ήμουν τυχερός γιατί έπεσε στα χέρια μου το βιβλίο της Σταυρούλας Σκαλίδη «Κρέας από σταφύλι», ένα από τα καλύτερα μυθιστορήματα που διάβασα τον τελευταίο καιρό. Κατ’ αρχάς λίγα λόγια για τη συγγραφέα. Η Σταυρούλα Σκαλίδη γεννήθηκε το 1978 στον Άγιο Αδριανό Αργολίδος και εργάζεται ως δημοσιογράφος. Από τις εκδόσεις Πόλις κυκλοφορεί και το βιβλίο της «Προδοσία και εγκατάλειψη», που τιμήθηκε με το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα του περιοδικού Διαβάζω.
Θα σταθώ σε δύο σημεία. Είναι σημαντικό ότι το προηγούμενο βιβλίο της τιμήθηκε από το Διαβάζω, δηλαδή το πιο έγκυρο λογοτεχνικό περιοδικό της χώρας. Ναι, τα βραβεία και οι διαγωνισμοί στην τέχνη είναι ένα μεγάλο κεφάλαιο για συζήτηση, αλλά η βράβευση παραμένει βράβευση. Επίσης το «Κρέας από σταφύλι» είναι το δεύτερο βιβλίο της συγγραφέως στις εκδόσεις Πόλις. Θεωρώ ότι η Πόλις ανήκει στους δύο-τρεις αξιολογότερους εκδοτικούς οίκους. Χωρίς υπερβολή θεωρώ ότι οποιοδήποτε βιβλίο έχει τη σφραγίδα αυτή, είναι αξιανάγνωστο.
Όταν λοιπόν το κράτησα ομολογώ ότι κοιταχτήκαμε με το εξώφυλλο λίγο καχύποπτα. Για κάποιο απροσδιόριστο λόγο, έβρισκα δύσκολο να συμβιβαστώ με τον τίτλο: «Κρέας από σταφύλι, μια ιστορία ωμοφαγίας». Κέντρισε, όμως την περιέργειά μου και ευθύς καταβυθίστηκα στην ιστορία. Η πρώτη σειρά του μυθιστορήματος έχει ως εξής: «Θα σου σπάσω το κεφάλι στα πλακάκια. Τ’ ακούς;».
Η αυλαία ανοίγει με τα οργισμένα λόγια του Θεόφιλου, ενός ανθρώπου που συσσωρεύει χρόνια μέσα του μίσος και αποστροφή για τη μητέρα του. Τελικά ξεσπάει και εγκαταλείπει σπίτι, οικογένεια και χωριό για να ζήσει μια άλλη ζωή, μακριά και ξένος απ’ όλους. Είναι μια ζωή πιο γαλήνια, αλλά αναγκάζεται να την πληρώσει πολύ ακριβά, ο Θεόφιλος θα μπορούσε να γίνει ήρωας σε αρχαία τραγωδία.
Το «Κρέας από σταφύλι» διαβάζεται πολύ γρήγορα, οι 133 σελίδες πέρασαν από τα χέρια μου σε λιγότερο από δύο μέρες. Η γλώσσα της Σταυρούλας Σκαλίδη είναι περίτεχνη, δείχνει η συγγραφέας ότι χειρίζεται με εκπληκτική άνεση το λόγο. Στο ίδιο άρτιο επίπεδο και η ιστορία, με τα στοιχεία που μπλέκονται να είναι στις κατάλληλες αναλογίες και αρμονικά τοποθετημένα. Κεντρικός άξονας είναι οι ενδοοικογενειακές σχέσεις και το πώς αυτές επηρεάζονται από τον απρόβλεπτο παράγοντα της τρέλας. Το δεύτερο μεγάλο ζήτημα που θίγεται είναι αυτό των ανθρώπων του περιθωρίου, αυτών που δυστυχώς είναι αόρατοι τόσο στα μάτια του κράτους, αλλά και στα δικά μας. Είναι μια δύσκολη παραδοχή και ελπίζω να βάλει τους αναγνώστες του βιβλίου σε σκέψεις.
Αν σας αρέσουν τα κλασικά αναγνώσματα της νεοελληνικής πεζογραφίας, νομίζω θα αγαπήσετε την ιστορία ωμοφαγίας όσο και εγώ. Επειδή μου άρεσε τόσο πολύ αποφάσισα να αναζητήσω την ίδια τη συγγραφέα και να μας εκθέσει τις απόψεις της περί συγγραφής και βιβλίων. Το αποτέλεσμα ήταν μια ενδιαφέρουσα ανταλλαγή ερωτήσεων.

- Γιατί χαρακτηρίζετε το «Κρέας από σταφύλι», μια ιστορία ωμοφαγίας;

Γιατί είναι. Και ομοφαγίας. Οι ήρωές μου τρώνε τις σάρκες τους μεταξύ τους, κυριολεκτικά και μεταφορικά, για χάρη και εξαιτίας των συναισθημάτων τους. Τρώγονται ζωντανοί, ωμοί, καθημερινά, κατασπαράζοντας τελικά τον ίδιο τους τον εαυτό.

- Ποιος μπορεί να βοηθήσει άστεγους ανθρώπους σαν το Θεόφιλο; Είναι ευθύνη αποκλειστικά της πολιτείας; Έχουμε όλοι ευθύνες και σε ποιο βαθμό;

Σας αντιγυρίζω την ερώτηση. Και την απευθύνω και σ’ όποιον τυχόν διαβάσει αυτές τις γραμμές. Ας το απαντήσει ο καθένας μόνος του, είναι δική του υπόθεση. Η απάντηση για μένα είναι “Εγώ σε κάθε βαθμό που αντιλαμβάνομαι”. Πριν φτάσουμε στις ευθύνες, ας τους δούμε πρώτα ότι ζουν γύρω μας, μαζί μας, χωρίς εμάς. Είναι το πρώτο βήμα. Ας τους δούμε, γιατί υποκρινόμαστε εύκολα ότι δεν υπάρχουν. Επειδή εγώ τους βλέπω -όχι πάντα κι εγώ- ήθελα να έχω κι άλλους μάρτυρες σ´ αυτό που αντικρίζω. Να μοιραστώ το βάρος. Μπορεί να είναι “ποταπός” τρόπος η λογοτεχνία και κυρίως αναποτελεσματικός, αλλά αυτόν έχω.

- Είναι λίγο τετριμμένη ερώτηση, αλλά πάντα είμαι περίεργος να μάθω: είναι κάποιοι από τους ήρωες σας πραγματικά πρόσωπα;

Τι εννοείτε εσείς “πραγματικά”; Όλοι οι ήρωές μου είναι φτιαγμένοι από υλικά της προσωπικής μου αλήθειας και αντίληψης του κόσμου, άρα έχουν υπάρξει για μένα, τουλάχιστον στη φαντασία μου. Φυσικά για να είναι αληθοφανείς στηρίζονται σε στοιχεία ρεαλιστικής πραγματικότητας “τι φοράνε, τι τρώνε, πώς ζουν, τι επαγγέλλονται”, αρκούν όμως αυτά για να κάνουν ένα πρόσωπο “πραγματικό”; Νομίζω ότι ένα κοπλιμέντο που μπορεί να μου κάνει κάποιος, είναι ότι κάτι, κάποιον του θυμίζουν οι ήρωές μου, αλλά δεν είναι σε θέση ποτέ να προσδιορίσει ποιον και τι...

- Πώς θα περιγράφατε την επίδραση που είχε σε εσάς η αποδοχή του «Προδοσία και Εγκατάλειψη» από τους κριτικούς;

Αιφνιδιάστηκα. Από εκεί και πέρα, αν αρκούσαν οι επισημάνσεις των κριτικών, τότε όλοι θα ήταν αξεπέραστοι λογοτέχνες. Κι εκείνοι οι συγγραφείς που αγνοήθηκαν από την κριτική όσο ζούσαν και αποθεώθηκαν πάλι από την κριτική μετά το θάνατό τους;

- Πόση σημαντική είναι μία βράβευση για έναν πρωτοεμφανιζόμενο συγγραφέα; Κρύβονται κίνδυνοι;

Εσείς αν κερδίσετε ένα δημοσιογραφικό βραβείο, μετά θα γράψετε καλύτερα ή χειρότερα; Απλώς αποκτά κανείς την αίσθηση ότι τον “είδαν”, ότι παρουσιάστηκε το έργο του και δεν πέρασε απαρατήρητο. Στην αρχή αυτό ίσως να είναι μια ενθάρρυνση, στην πορεία δεν ξέρω, μπορεί να θέλω να είμαι “αθέατη”, αν αυτό μου επιτρέπει να παρατηρώ καλύτερα, να διαβάζω καλύτερα και να γράφω καλύτερα και φυσικά να ζω καλύτερα. Ποιος ξέρει; Επικίνδυνο είναι ακόμη και να καθόμαστε άπραγοι μέσα στο σπίτι μας, όλο και κάτι θα μας συμβεί.

- Μια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουν;

Προτιμώ να κάνω εγώ ερωτήσεις και ιδίως τις πιο τετριμμένες και απλές και τόσο προφανείς που ίσως κάποιοι τις παραλείπουν -δημοσιογραφική αρχή αυτή- λαμβάνεις τις πιο αναπάντεχες απαντήσεις κάποτε και μπορεί να βγάλεις και “είδηση”.

- Μπορεί να ζήσει κάποιος αποκλειστικά από τη συγγραφή στη χώρα μας; Πιστεύετε ότι το βιβλίο θα επηρεαστεί από την οικονομική κρίση;

Προφανώς ορισμένοι άνθρωποι ζουν και από τα βιβλία. Πού να ξέρω; Ένα από τα ισχυρότερα ταμπού αυτή τη στιγμή στο δυτικό κόσμο θεωρούνται οι ερωτήσεις περί των οικονομικών αποδοχών κάποιου, αλλά στην Ελλάδα δεν ντρεπόμαστε καθόλου να ρωτάμε, όσο άκομψο κι αν είναι. Όλοι με ρωτάνε πόσα λεφτά έβγαλα από το πρώτο βιβλίο. Δεν ζω από τη συγγραφή, αλλά από τη δημοσιογραφία, έντεκα χρόνια τώρα. Δεν γράφω λογοτεχνία για να βγάλω λεφτά, υπάρχουν πολύ πιο εύκολοι και ανώδυνοι τρόποι για να κερδίσει κάποιος της ζωή του, χωρίς να παίζει κορώνα-γράμματα με τον εαυτό του.
Νομίζω ότι αυτοί που διάβαζαν, συνεχίζουν να διαβάζουν, ίσως με λίγο πιο αυστηρά προσωπικά κριτήρια από παλιότερα να επιλέγουν τα βιβλία τους. Ίσως και πάλι. Μπορεί να μην έχεις περισσότερα λεφτά να διαθέσεις, αλλά άμα διαβάζεις, είναι εξάρτηση, δεν το απαρνιέσαι με τίποτα. Τα τελευταία μου λεφτά θα τα έδινα για ένα βιβλίο. Άλλωστε αυτοί που απέκτησαν λεφτά τα προηγούμενα χρόνια εύκολα, αγόρασαν τζιπ και μεζονέτες και όχι βιβλία, υποψιάζομαι...

- Διαβάζετε περισσότερους Έλληνες ή ξένους συγγραφείς; Ποιοι είναι μερικοί απ’ τους αγαπημένους σας; Υπάρχει κάποιο βιβλίο που σας έχει επηρεάσει πρώτα ως άνθρωπο και μετά ως συγγραφέα;

Διαβάζω συνεχώς και τα πάντα. Προφανώς έχω διαβάσει περισσότερο ξένη λογοτεχνία. Με “κατέκτησε” πρόσφατα ο Lawrence Durrell, που τον ανακάλυψα λόγω “Αλεξανδρινού Κουαρτέτου”. Θαυμάζω ιδιαίτερα το Θανάση Τριαρίδη από σύγχρονους έλληνες λογοτέχνες. Με συγκινεί η γραφή του Μισέλ Φάις, του Σωτήρη Δημητρίου, του Κυριάκου Αθανασιάδη και πολλών άλλων που προφανώς αδικώ. Οτιδήποτε διαβάζω με επηρεάζει με κάποιον τρόπο. Ακόμη κι αν το αντιμετωπίζω αρνητικά, ως αποφυγή. Γιατί διαχωρίζετε τον άνθρωπο και το συγγραφέα; Το ίδιο πρόσωπο είναι. Είμαστε ό,τι γράφουμε κι όπως το γράφουμε. Απλώς στη ζωή μας έχουμε περισσότερους περιορισμούς απ´ ό,τι στη γραφή.

- Είναι ηλεκτρονικό το μέλλον των βιβλίων; Διαβάζετε e-books;

Είναι σίγουρα ηλεκτρονικό το μέλλον του Τύπου και στη συνέχεια και του βιβλίου, φαντάζομαι. Το χαρτί ακόμη για μένα κάνει άριστα τη δουλειά του. Απλώς δεν έχει τύχει να προμηθευτώ e-book, ίσως είναι θέμα χρόνου. Το σπίτι μου κατακλύζεται από βιβλία, λέτε σε λίγο να χωράνε όλα σε ένα φλασάκι;

- Είσαστε τακτική blogger. Πόσο έχει βοηθήσει το διαδίκτυο τους νέους συγγραφείς; Θα διαβάζατε ένα βιβλίο που δημοσιεύεται σε συνέχειες σ’ ένα ιστολόγιο;

Έχω μπλογκ, όπως κάποιος θα είχε τηλέφωνο. Ένα μέσο επικοινωνίας είναι απλώς, τίποτε άλλο. Και βιβλία να μην έγραφα, θα είχα ιστολόγιο, γιατί είναι μια δημιουργική απασχόληση. Σαν να καλλιεργώ έναν διαδικτυακό κήπο. Δεν έχει σχέση με τη συγγραφή.
Δεν έχω την υπομονή να διαβάσω ένα βιβλίο σε συνέχειες. Σαν σίριαλ, ας πούμε; Μια χαρά διαβάζω όμως διαδικτυακές ολοκληρωμένες εκδόσεις είτε τυπώνοντάς τες είτε διαβάζοντας από την οθόνη, γιατί σου το επιτρέπει η γραφή και η δομή τους.

- Πόσο δύσκολο (ή εύκολο) είναι για έναν συγγραφέα να κάνει κριτική σε βιβλία συναδέλφων;

Πόσο δύσκολο ή εύκολο είναι εσείς να μου απευθύνετε ερωτήσεις, από τη στιγμή που είστε συνάδελφος δημοσιογράφος; Πόσο δύσκολο ή εύκολο θα ήταν για σας αν ήμουν νηπιαγωγός; Θα είχε διαφορά; Δηλαδή είναι εύκολο να γράφει κάποιος κριτικά για το έργο κάποιου που είναι οδοντίατρος ή βιβλιοπώλης ή καθηγητής ή δάσκαλος; Είναι δύσκολο γενικά, γιατί εκτίθεσαι εσύ ο ίδιος που γράφεις για τα βιβλία, αποκαλύπτεται ο εαυτός σου -σχεδόν το ίδιο όσο και του συγγραφέα τον οποίο έχεις να αντιμετωπίσεις κριτικά-, οι προθέσεις σου. Είναι αρκετά άγριο αυτό. Ένας συγγραφέας μπορεί να μην αποκαλύψει τις προθέσεις του, αλλά ένας κριτικός είναι υποχρεωμένος απέναντι στον εαυτό του και τη στοιχειώδη δημοσιογραφική δεοντολογία, αλλιώς θα θεωρηθεί κακόβουλος, αναξιόπιστος.

- Κάποτε ο Δημήτριος Καμπούρογλου είπε το εξής: «Εις τον τόπον μας δεν αρκεί να γνωρίζη να γράφη κανείς, πρέπει να γνωρίζουν και οι άλλοι να διαβάζουν.» Θα θέλατε να μας το σχολιάσετε;

Ξέρετε για να φτάσει κάποιος να γράψει λογοτεχνία, πρώτα έχει διαβάσει λογοτεχνία, έχει μαγευτεί απ´ αυτή και μετά επειδή κατακλύζεται από λογοτεχνία, γράφει. Βρίσκει τον εαυτό του εκεί, ανάμεσα στις λέξεις. Οτιδήποτε άλλο μου φαίνεται μικρόψυχο. Άλλωστε δεν είμαστε μόνον ο τόπος μας σ´ αυτόν τον κόσμο.

- Θα δοκιμάζατε να γράψετε ένα βιβλίο σε εντελώς διαφορετικό είδος; Πχ ένα έργο επιστημονικής φαντασίας ή ένα ιστορικό μυθιστόρημα; Ο επιτυχημένος συγγραφέας πρέπει να ταυτίζεται με τις επιθυμίες του αναγνωστικού του κοινού;

Τι θεωρείτε “επιτυχημένο συγγραφέα” εσείς; Εγώ εκείνον που καταφέρνει με ό,τι γράφει, να αγγίξει την ψυχή έστω ενός άλλου ανθρώπου εκεί έξω -να βρεθεί μέσα στην καρδιά του- και το πιθανότερο είναι να μην το μάθει και ποτέ. Τι σχέση έχει η λογοτεχνία με την επιτυχία; Η λογοτεχνία υποθάλπει και πολεμά μαζί μια διαρκώς ανανεούμενη ματαιότητα. Πολλοί από τους “επιτυχημένους συγγραφείς”, αν τους ορίζετε εσείς με βάση τις πωλήσεις τους, είναι ήδη πεθαμένοι, πώς ακολουθούν τις επιθυμίες του αναγνωστικού τους κοινού; Μήπως οι αναγνώστες δεν είναι αυτοί που τελικά ακολουθούν τους συγγραφείς και όχι το αντίστροφο;

- Τι γράφετε αυτή την περίοδο;

Κάτι που είναι στα σπάργανα ακόμα και άρα πολύ πρόωρο να εκτεθεί δημοσίως.

*Φωτογραφία της συνέντευξης:
Ύδρα Πάρντος

Κυριακή 14 Μαρτίου 2010

Λουίς Σεπούλβεδα

Ένα μικρό αφιέρωμα στον σπουδαίο Χιλιανό λογοτέχνη.


O Λουίς Σεπούλβεδα (Luis Sepúlveda) γεννήθηκε στις 4 Οκτωβρίου 1949 στο Οβάλε της Χιλής. Πήγε σχολείο στο Σαντιάγο και μετά σπούδασε θέατρο στο Εθνικό Πανεπιστήμιο. Το 1969 κέρδισε μια πενταετή υποτροφία για να συνεχίσει τις σπουδές του στη Μόσχα, αλλά λίγους μήνες αργότερα του αφαιρέθηκε για ανάρμοστη συμπεριφορά.
Ο Σεπούλβεδα ήταν πολιτικά ενεργός από τα μαθητικά χρόνια και επί Σαλβαδόρ Αλιέντε ανέλαβε καθήκοντα συμβούλου στο υπουργείο πολιτισμού. Μετά το πραξικόπημα του Αουγκούστο Πινοσέτ το 1973, ο Σεπούλβεδα φυλακίστηκε για δυόμιση χρόνια, αλλά έπειτα από παρέμβαση της Διεθνούς Αμνηστίας, η ποινή του μετατράπηκε σε κατ’ οίκον περιορισμό.
Κατάφερε να δραπετεύσει και έζησε στην παρανομία για περίπου ένα χρόνο. Με τη βοήθεια φίλων οργάνωσε μια θεατρική ομάδα, την πρώτη πολιτιστική ένδειξη αντίστασης ενάντια στο καθεστώς. Όμως λίγο καιρό μετά συνελήφθη για δεύτερη φορά και καταδικάστηκε σε ισόβια με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας.
Ξανά με την παρέμβαση της Διεθνούς Αμνηστίας η ποινή του μετατράπηκε σε οχτώ χρόνια εξορίας και το 1977 εγκατάλειψε τη Χιλή με προορισμό τη Σουηδία όπου θα δίδασκε ισπανική φιλολογία. Στην πρώτη στάση του αεροπλάνου, στο Μπουένος Άιρες της Αργεντινής απέδρασε και κατάφερε να εισέλθει παράνομα στην Ουρουγουάη, την οποία σύντομα αναγκάστηκε επίσης να εγκαταλείψει εξαιτίας της έκρυθμης πολιτικής κατάστασης. Πέρασε στη Βραζιλία, μετά στην Παραγουάη και τελικά εγκαταστάθηκε στο Κίτο του Εκουαδόρ. Η κατάσταση σε όλη την Ήπειρο ήταν έκρυθμη. Στο Κίτο ανέλαβε να διευθύνει το θέατρο «Alliance Française», ίδρυσε μια δική του θεατρική εταιρεία και πήρε μέρος σε αποστολές της UNESCO, οι οποίες προσπαθούσαν να εκτιμήσουν το αντίκτυπο του αποικισμού στους Ινδιάνους Σουάρ. Όσα συνέλλεξε στις αποστολές και η αγάπη του για τον Αμαζόνιο αντικατοπτρίζονται πολύ εύγλωττα και στα έργα του.
Κατά τη διάρκεια των αποστολών έζησε μαζί με τους Σουάρ για εφτά μήνες και σχημάτισε τη γνώμη ότι η Λατινική Αμερική είναι μία πολυπολιτιστική και πολυγλωσσική ήπειρος, όπου ο Μαρξισμός-Λενινισμός τον οποίο είχε διδαχθεί δεν μπορούσε να εφαρμοστεί σε έναν γηγενή πληθυσμό που εξαρτάται τόσο άμεσα από το φυσικό περιβάλλον. Δούλεψε σε στενή συνεργασία με Ινδιάνικους οργανισμούς και οργάνωσε το πρώτο σχέδιο καταπολέμησης του αναλφαβητισμού φυλών που ζουν στις Άνδεις.
Το 1979 κατατάχθηκε στη διεθνή ταξιαρχία «Σιμόν Μπολίβαρ» που πολεμούσε στη Νικαράγουα και μετά την επικράτηση της επανάστασης έφυγε για την Ευρώπη. Εξαιτίας του θαυμασμού του για τη ρομαντική γερμανική λογοτεχνία (τη γλώσσα την είχε μάθει στη φυλακή) πήγε στο Αμβούργο, όπου εργάστηκε ως δημοσιογράφος ταξιδεύοντας στη Νότιο Αμερική και την Αφρική. Από το 1982 έως το 1987 έγινε μέλος πληρώματος πλοίων της Greenpeace και αργότερα συνέχισε να εργάζεται ως συντονιστής για την ίδια οργάνωση. Από τότε μέχρι σήμερα τα γραπτά του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες και τα βιβλία του τον έχουν καταξιώσει ως έναν από τους μεγάλους λατινοαμερικάνους συγγραφείς.
Στο τέλος του άρθρου θα βρείτε μια αναλυτική λίστα με τα έργα του που έχουν μεταφραστεί στη χώρα μας, ενώ ακολουθεί η κριτική για ένα έξοχο βιβλίο του που διάβασα πρόσφατα.

Ένας γέρος που διάβαζε ιστορίες αγάπης, Μτφ: Αχιλλέας Κυριακίδης (Opera, 1996)

Το «Ένας γέρος που διάβαζε ιστορίες αγάπης» είναι το πρώτο βιβλίο που διάβασα το 2010 και θα έλεγα ότι προοιωνίζει μια πολύ καλή αναγνωστική χρονιά. Είναι μια νουβέλα που διαβάζεται γρήγορα (125 σελίδες) και για λίγες ώρες θα σας ταξιδέψει στα δάση του Αμαζονίου, στο μεταίχμιο δύο κόσμων. Από τη μία οι πρωτόγονοι και απλοϊκοί ιθαγενείς και από την άλλη ο πολιτισμένος άνθρωπος που καταφθάνει μέσα σε ατμόπλοια, κραδαίνει πυροβόλα και κουβαλά σφραγίδες και βουλοκέρια εξουσίας.
Σε αυτό το πολιτιστικό απώτατο όριο, τα χνώτα λευκών και μιγάδων ανακατεύονται, δημιουργώντας μία υγρή ατμόσφαιρα, πρόσφορη για ανάπτυξη ιστοριών με χρώμα σουρεαλιστικό, σχεδόν μεταφυσικό. Όποιος είχε την τύχη να διαβάσει Μάρκες καταλάβει για τι ακριβώς μιλάω, άλλωστε σε κάθε σελίδα που διάβαζα διαπίστωνα πόσο κοντά στο πνεύμα του μεγάλου δασκάλου κινείται ο Σεπούλβεδα. Ίδια συνταγή πολυσχιδών περιγραφών, κλασικά ονόματα σιδηρόδρομοι και σκηνές που διαπνέονται από ίσες δόσεις ειρωνείας και παλαβομάρας. Αν ανήκετε σε όσους παράτησαν απαυδισμένοι το «Εκατό χρόνια μοναξιά», τότε αξίζει να δοκιμάσετε την τύχη σας με το «Ένα γέρος που διάβαζε ιστορίες αγάπης».
Κλασικό δείγμα λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας από έναν συγγραφέα που τα βιβλία του διαδίδονται όλο και περισσότερο από στόμα σε στόμα τα τελευταία χρόνια. Η υπόθεση δεν είναι τόσο σημαντική, όσο η εποχή και οι χώρες που περιγράφονται. Ένα θηλυκό αιλουροειδές διψασμένο για εκδίκηση, αρχίζει να επιτίθεται στους πιονέρους που ζούνε στις όχθες του Αμαζονίου. Για να δώσει λύση η τοπική εξουσία, αναγκάζεται να στραφεί στον σοφό γέρο, που διαβάζει μανιωδώς βιβλία με ιστορίες αγάπης και έχει ζήσει τη μισή ζωή του ως ιθαγενής. Νομίζω ο γέρος πρωταγωνιστής να είναι ο άνθρωπος που ο Σεπούλβεδα θα ήθελε να είναι.

Τα μεταφρασμένα του έργα στη χώρα μας:
* Η σκιά του εαυτού μας (2009)
* Το λυχνάρι του Αλαντίν (2009)
* Το ημερολόγιο ενός ευαίσθητου killer (2008)
* Η ιστορία του γάτου που έμαθε σ´ ένα γλάρο να πετάει (2007)
* Το ημερολόγιο ενός ευαίσθητου killer (2007)
* Τα χειρότερα παραμύθια των αδελφών Γκριμ (2006)
* Σημειώσεις εν καιρώ πολέμου(2004)
* Η τρέλα του Πινοτσέτ(2003)
* Όνομα ταυρομάχου (2003)
* Χρονικά του περιθωρίου (2000)
* Hot line. Γιακαρέ (1998)
* Patagonia Express (1998)
* Αν δεν έχεις πού να κλάψεις (1998)
* Το ημερολόγιο ενός ευαίσθητου killer (1998)
* Ένας γέρος που διάβαζε ιστορίες αγάπης (1996)
* Ο κόσμος του τέλους του κόσμου (1996)

Παρασκευή 5 Μαρτίου 2010

Μητροπολιτικές Ιστορίες


Οι Μητροπολιτικές Ιστορίες είναι ένα free press που κυκλοφορεί στην Αθήνα.
Για το 5ο τεύχος τους με προσκάλεσαν να διασκευάσω ένα γνωστό παραμύθι, ώστε να διαδραματίζεται στη σύγχρονη Αθήνα. Επέλεξα το "Χάνσελ και Γκρέτελ". Το παραμύθι που έγραψα ονομάζεται "Αστροναυτικές Ιστορίες".


ΑΣΤΡΟΝΑΥΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Του Γιάννη Πλιώτα

Ο Χάρης είχε παράξενες ιδέες και αλλόκοτη συμπεριφορά· οι συμμαθητές του τον κορόιδευαν. Μερικές φορές έφταιγαν το πολύχρωμο ντύσιμο ή οι ιστορίες που έγραφε στο θρανίο. Αλλά τις περισσότερες φορές έφταιγαν τα βιβλία. Γιατί; Από εκεί αντλούσε τις παράξενες ιδέες. Και διάβαζε πολύ.
Η αδερφή του ονομαζόταν Κατερίνα. Δυο τάξεις μικρότερη, ντροπαλή, μελετηρή, χωρίς εξάρσεις χαρακτήρα ή περιττές πρωτοβουλίες από αυτές που αναστατώνουν κηδεμόνες και καθηγητές. Αν έμπλεκε ήταν εξαιτίας του Χάρη. Ο Χάρης κατέβαζε μια ιδέα (παράξενη) και ξαφνικά μπλεκόταν και η Κατερίνα, επειδή απλώς ακολουθούσε. Τον εμπιστευόταν περισσότερο απ’ οποιονδήποτε και γι’ αυτό πολύ στεναχωριόταν όταν ο πατριός τους τού φερνόταν σκληρά.
Μια φορά ήταν Κυριακή απόγευμα, μια απ’ τις συνηθισμένες Κυριακές στο καταθλιπτικό σπίτι τους. Είχαν τελειώσει με τα μαθήματα, αλλά δεν μπορούσαν να βγουν έξω να παίξουν. Ήταν τιμωρημένοι από την προηγούμενη μέρα, που ο πατριός μανιασμένος έσκισε στα δύο το «Από τη γη στη Σελήνη». Όχι ότι ο Χάρης είχε εκφράσει ποτέ τη διάθεση να γίνει αστροναύτης, αλλά κατά τον κύριο Ιωαννίδη τα παιδιά δεν έπρεπε να διαβάζουν ανοησίες. Ο πατριός διάβαζε μόνο ποίηση, αραιά και πού. Όχι τίποτα σπουδαίους λογοτέχνες, μόνο μέτριους ώστε να μην αδικείται πολύ στη σύγκριση.
Όπως και να ‘χε, Χάρης και Κατερίνα βαριόταν ο καθένας στο δωμάτιό του, έχοντας μπροστά την προοπτική μιας απόλυτα ανιαρής μέρας. Κατά τη διάρκεια των τιμωριών η μόνη ψυχαγωγία που επιτρεπόταν ήταν η τηλεόραση, μιας και σύμφωνα με τη γυναίκα του πατριού «θα ήταν βάναυσο να τους την απαγορέψει». Όμως τα δύο αδέλφια δεν έβλεπαν τηλεόραση, παρά μόνο σε dvd κανένα ντοκιμαντέρ με κροκόδειλους και φίδια (αγαπημένο εκείνο με το τρομακτικό Μαύρο Μάμπα).
Η Κατερίνα ξεφύλλιζε ακόμα μια φορά το Δον Κιχώτη, όταν η πόρτα του δωματίου άνοιξε αργά-αργά. Ένας αναψοκοκκινισμένος Χάρης μπήκε νυχοπατώντας και της έκανε νόημα να μην μιλήσει. «Τι συμβαίνει;» ψιθύρισε η Κατερίνα. Ο Χάρης την κοίταξε στα μάτια και είπε συνωμοτικά: «Κατερίνα, μια περιπέτεια ανοίγεται. Άσε να μοιραστώ μαζί σου τη μπόρα που μαίνεται στο μυαλό μου».
Με τέτοιες σαιξπηρικές φράσεις ξεκινούσαν οι μπελάδες. Τη μία αναζητούσαν τα Γελάδια του Ήλιου στο κοντινό άλσος, την άλλη κυνηγούσαν τον απέθαντο Κοσέι, ενώ μια φορά έσκαψαν στον ακάλυπτο για τα κόκαλα του Μπαρμπαρόσα.
«Περιπέτεια;!» ενθουσιάστηκε η Κατερίνα. Ο Χάρης ατένισε τον ουρανό έξω από το παράθυρο: «Μια περιπέτεια που θα μας οδηγήσει στην… απαγορευμένη γνώση». Η Κατερίνα σταμάτησε με την παλάμη έναν τρομαγμένο ήχο που θα ‘βγαινε απ’ το στόμα της. Τι τους επιφύλασσε η μοίρα;
***
Το να το σκάσουν κατά τη διάρκεια του μακρόσυρτου μεσημεριανού ύπνου του κυρίου Ιωαννίδη ήταν εύκολο. Αλλά το να καταφέρουν να ταξιδέψουν ως εκεί όπου κρυβόταν ο θησαυρός της απαγορευμένης γνώσης, φάνταζε Οδύσσεια. Για να φτάσουν στ’ ανήλιαγα φαράγγια που περικυκλώνονται από θεόρατα τσιμεντένια δέντρα, έπρεπε να διασχίσουν τρία ρουμάνια, εννιά βουνά και είκοσι εφτά χώρες. Υπογείως.
Ανάμεσα σε δύο τραντάγματα του βαγονιού η Κατερίνα έσκυψε στο αυτί του Χάρη: «Φοβάμαι». Ο Χάρης κοίταξε γύρω τους. Απέναντι κοιμόταν ένας ξεδοντιασμένος γέρος. Δίπλα καθόταν μία κυρία με λάφυρα σε δίχτυα και χαρτοσακούλες. Πάνω από τα κεφάλια τους κρεμόταν ένας μαύρος, ολοφάνερα απεσταλμένος του μέγα βεζίρη της Αβησσυνίας. Απ’ το στόμα του ξεδοντιασμένου έτρεχαν σάλια.
Πρώτα τα δυο παιδιά πετάχτηκαν κι αναδύθηκαν στην επιφάνεια. Τα πεζοδρόμια γεμάτα από κόσμο, στις λεωφόρους βιαστικά αυτοκίνητα. Έκανε κρύο, τα πάντα γκρίζα. Η Κατερίνα είχε αρχίσει να πεινάει. «Και τώρα; Πού πάμε;» ρώτησε διστακτικά. Ο Χάρης ύψωσε λίγο το κεφάλι. Κτήρια και άνθρωποι έκρυβαν τη θέα προς όλες τις κατευθύνσεις. Ήταν όλα τόσο διαφορετικά απ’ το χάρτη που είχε δει στο ίντερνετ. Από ένστικτο έδειξε προς έναν δρόμο που ανηφόριζε, εγκλωβισμένος σε κάγκελα. «Ιδού!» αναφώνησε με αβέβαιη βεβαιότητα. Η Κατερίνα ακολούθησε νοερά το χέρι: «Και πώς θα βρούμε το δρόμο να γυρίσουμε πίσω;» Ο Χάρης έδειξε να περιμένει αυτή την ερώτηση από την υπαρχηγό του. Με μια θεατρινίστικη κίνηση τράβηξε ένα μάτσο χαρτιά από το μπουφάν του. Αυτάρεσκα έδειξε την πρώτη σελίδα στην Κατερίνα. Άναυδη διάβασε την πρώτη σειρά του ανορθόγραφου χειρόγραφου με ορθάνοιχτα μάτια: «Δεν είναι οι οτρηροί στίχοι που συγγράφω/ αλλά όσα κάνω που με χαρακτιρίζουν». Ήταν τα ποιήματα του πατριού. Άξαφνα αποκαλύφθηκε η μεγαλοφυΐα του σχεδίου.
Για να βρουν το δρόμο της επιστροφής, καθώς θα εισχωρούσαν στις στενές χαραμάδες των δρόμων θα σκόρπιζαν πίσω τους σελίδες απ’ την ποιητική συλλογή του πατριού. Κανείς δεν θα μάζευε παλιόχαρτα και αν τύχαινε κάποιος φιλότεχνος να διαβάσει όσα έγραφαν, σίγουρα θα τα παρατούσε στη θέση τους.
Έστριψαν δεξιά, έστριψαν αριστερά, χώθηκαν κάτω από παρκαρισμένα αυτοκίνητα και πέρασαν από σωρούς με χαρτόνια. Τους ακολούθησαν αδέσποτα, μαύροι υπόνομοι παραλίγο να τους καταπιούν και θυμωμένοι περαστικοί γαύγισαν επειδή τους έκοψαν το δρόμο. Σε κάθε γωνία άφηναν και μια σελίδα με στομφώδη τίτλο. «Σιωπηρά αυταπάρνηση», «Άδραστος παραπομπή», «Ακροτελεύτιο Αστραπόβροντο».
Αφού προσπέρασαν ομάδες κατάφρακτων ιπποτών του βασιλιά που φρουρούσαν όλα τα περάσματα και αλαργινούς, μαυροντυμένους επαναστάτες, έφτασαν σε μια πλατεία. Οι πολυκατοικίες αποτραβήχτηκαν κι ένα ξέφωτο σχηματίστηκε. Δεν ήταν μεγάλο κι ούτε έβοσκαν ελάφια στο κάτω από τραπεζάκια στριμωγμένο γρασίδι. Αλλά εκεί υπήρχε το εκπληκτικότερο θέαμα στον κόσμο. Αυτό που έπρεπε να φοράς τα μάτια του Χάρη και της Κατερίνας για ν’ αντικρίσεις.
Στο κέντρο του ξέφωτου φύτρωνε ένα σπιτάκι φτιαγμένο εξ ολοκλήρου από βιβλία, σελίδες, εξώφυλλα κι οπισθόφυλλα! Ένας θησαυρός στη μέση του αφιλόξενου κόσμου, αιώνες κρυμμένος απ’ τους αδαείς. Ο Χάρης παρ’ ότι ήξερε ότι παραμόνευε κίνδυνος, διόλου δεν δίστασε. Κατευθύνθηκε προς το σπιτάκι, να θαυμάσει τα βιβλία που σχημάτιζαν φράχτη, τοίχους, παράθυρα, στέγη, καμινάδα.
Μα δεν πρόλαβε καλά-καλά να τραβήξει έναν τόμο με τίτλο «Έγκλημα και τιμωρία», όταν είδε μέσα απ’ τον ορυμαγδό των βιβλίων να ξεπροβάλει ένα ζαρωμένο πρόσωπο με ελιές, δασιά φρύδια και γαμψή μύτη. Σίγουρα μάγισσα.
«Τι γυρεύετε εδώ;» απαίτησε να μάθει με κορακίστικη φωνή. «Ψάχνετε σοβαρά βιβλία να ξεστραβωθείτε ή σαχλαμάρες για να κάψετε το κεφάλι σας;»
Τα δύο παιδιά κοκάλωσαν. Τι έψαχναν άραγε;
Ο Χάρης σαν μεγαλύτερος κοίταξε την αναμαλλιασμένη μάγισσα και ομολόγησε: «Φτάσαμε στο μαγικό ξέφωτο για να πάρουμε ένα μέρος των τοίχων. Ή έστω λίγη στέγη».
Η γριά έβηξε μερικά δευτερόλεπτα μέσα σ’ ένα βρώμικο μαντήλι και μετά έβαλε τα χέρια στη μέση: «Α, ώστε έτσι; Έπρεπε να ‘μασταν σε άλλες εποχές και να δούμε αν θα γλυτώνατε με κάτι λιγότερο από δυο μπερντάκια. Έχετε χάρη, όμως. Καλύτερα να μοιραστώ το σπίτι μου μαζί σας, παρά να σας αφήσω να αποβλακώνεστε. Και πού ξες; Μπορεί αφού ένα μέρος του σπιτιού μου ζήσει στο δικό σας σπίτι, να αισθάνομαι κι εγώ σαν να έχω το δικό μου».
Τα δύο παιδιά συμφώνησαν κουνώντας τα κεφάλια τους, χωρίς να καταλάβουν όλα τα λόγια της μάγισσας. Εκείνη έχωσε το ροζιασμένο χέρι της στον αριστερό τοίχο και αφού αναμόχλευσε τις στοίβες, τράβηξε δύο βιβλία με ξεθωριασμένα εξώφυλλα: ήταν οι «Χίλιες και μια νύχτες» και το «Γύρω από τη Σελήνη». Οι στοίβες ταλανίστηκαν, αλλά τελικά στάθηκαν όρθιες.
«Αυτά εδώ είναι για του λόγου σας», δήλωσε και αμέσως πρόσθεσε καχύποπτα: «Είναι πέντε ευρώ».
Ο Χάρης κι η Κατερίνα κοιτάχτηκαν απορημένοι, σχεδόν απελπισμένοι.
Η μάγισσα ξεφύσηξε: «Εντάξει μικρά διαβολάκια. Πέντε χρυσά νομίσματα εννοούσα».
Τα πρόσωπα των παιδιών φωτίστηκαν κι ο Χάρης ανέσυρε από την τσέπη του ένα χιλιοδιπλωμένο χαρτονόμισμα. Η μάγισσα το εξαφάνισε στο μανίκι της. Με σεβασμό τους παρέδωσε τα βιβλία. Για ελάχιστα χαμογέλασε αφήνοντας να φανούν δύο σειρές δόντια καμωμένα από μαύρα μαργαριτάρια και είπε: «Να γυρίσετε τώρα γρήγορα σπίτι. Όταν πέφτει σκοτάδι βγαίνουν δράκοντες και βρικολάκοι».
Τα παιδιά κατένευσαν και με δέος της έσφιξαν το χέρι. Ήταν μια καλή μάγισσα.
Τρέχοντας ακολούθησαν μαζεύοντας τα ανέγγιχτα ποιήματα από το ξέφωτο μέχρι το σταθμό του υπόγειου ποταμού. Με λίγη τύχη θα προλάβαιναν να επιστρέψουν πριν το ρολόι στο σαλόνι σημάνει έξι.
Πίσω η άστεγη μάγισσα έριξε μια ματιά στον αναποφάσιστο ουρανό και ευχήθηκε να μη βρέξει, για να ζήσει κι αυτή μια ακόμα νύχτα καλύτερα.

Δευτέρα 1 Μαρτίου 2010

7o τεύχος Bookmarks - Eppur Si Muove


Ξεφυλλίστε το 7ο τεύχος του Bookmarks, στο οποίο φιλοξενούμε τον Ιρλανδό συγγραφέα Paul Kearney!

EPPUR SI MUOVE

Δεκαπέντε ακόμα μέρες αφήσαμε πίσω μας και δεκαπέντε ακόμα φάνηκαν στον ορίζοντα. Όσο και να προσπαθούμε δεν μπορούμε να αλλάξουμε τη ροή του χρόνου, η γη συνεχίζει να περιστρέφεται και τα πλήθος γύρω μας να βουίζει πολυάσχολο (είναι λίγο κλισέ η παρομοίωση, το ξέρω). Όπως θα διαπιστώσετε σε αυτό το τεύχος φιλοξενούμε πολλά θαυμαστά και παράξενα, και οι οδηγίες για να σας αποκαλυφθούν είναι σχετικά απλές: υψώστε τον δείκτη του δεξιού σας χεριού και κατόπιν κατεβάστε τον ανά τακτά χρονικά διαστήματα στο αριστερό μπουτόν του ποντικιού σας. Ταυτόχρονα περιστρέψτε τους βολβούς των ματιών σας ώστε να σαρώσουν όλο το μήκος και πλάτος της οθόνης του υπολογιστή. Απομένει να αφομοιώσετε τις πληροφορίες.

Τι θα διαβάσετε; Πρώτα απ’ όλα για έναν Ιρλανδό συγγραφέα, του οποίου τα βιβλία δεν έχουν εκδοθεί ακόμα στη χώρα μας. Υποψιάζομαι πάντως ότι μετά την παρουσίασή μας θα κεντρίσει το ενδιαφέρον πολλών εκδοτικών οίκων. Μαζί με τον Paul Kearney λοιπόν έρχεται και ένας παλιός γνωστός μας, ο Ξενοφώντας. Ναι, σωστά θυμάστε απ’ το σχολείο, είναι εκείνος ο στρατηγός που έγραψε την «Κύρου Ανάβασις» και την «Κάθοδο των Μυρίων». Από το τελευταίο άντλησε έμπνευση ο Kearney και έγραψε το μυθιστόρημα φαντασίας «Ten Thousand», δηλαδή δέκα χιλιάδες, δηλαδή μύριοι (για όσους δεν θυμούνται τα αγγλικά τους). Περισσότερα διαβάστε λίγες σελίδες παρακάτω στη συνέντευξη που παραχώρησε ο συγγραφέας στην Ευθυμία Δεσποτάκη και αναζητήστε τον στην προσωπική του σελίδα: http://www.paulkearneyonline.com/.

Έχουμε και ένα αφιέρωμα στον Χιλιανό Λουίς Σεπούλβεδα, με μια σύντομη παρουσίαση της ζωής του και κριτικές για τρία βιβλία του. Αν σας αρέσει ο Μάρκες (Γκαμπριέλ Γκαρσία κτλ) και η καλή λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία, ρίξτε μια ματιά. Όπως θα διαπιστώσετε η ατζέντα μας εκτός του ότι άλλαξε μορφή, επεκτείνεται πλέον, έτσι ώστε να ενημερώνεστε αρτιότερα για τις εκδηλώσεις που έρχονται. Σας διαβεβαιώνω ότι όσα προτείνουμε αξίζουν την προσοχή σας, ενώ για να σχηματίσετε πληρέστερη εικόνα επισκεφθείτε ηλεκτρονικά το ΕΚΕΒΙ.

Επίσης για να σας προετοιμάσουμε κατάλληλα για το Πάσχα, εξασφαλίσαμε την προδημοσίευση ενός διηγήματος της Στέργιας Κάββαλου, από τη συλλογή της «Αλτσχάιμερ Trance» που θα κυκλοφορήσει σε λίγες μέρες από τις εκδόσεις Τετράγωνο. Το όνομα του διηγήματος: «Χριστούγεννα». Εντάξει, ίσως να μην ακούγεται και πολύ επίκαιρο, αλλά τέχνη κάνουμε. Δεν χρειάζεται να τηρούμε τους τύπους.

Ο χρόνος πάλι πέρασε. Στις δέκα του Μάρτη, Θεού θέλοντος και καιρού επιτρέποντος θα μας κρατήσετε και στα χέρια σας. Ραντεβού τότε σε βιβλιοπωλεία, βιβλιοθήκες, art café, παγκάκια και μετρό. Θα κρατήσουμε απουσίες. Μην λείψει κανείς!

* Από χθες διαβάζω ξανά το «V for Vendetta». Θα ήθελα πολύ ο Άλαν Μουρ να γράψει ένα κόμικ για την κατάσταση στην Ελλάδα. Ή ο V να έκανε μερικές έκτακτες εμφανίσεις στη χώρα μας.

Τετάρτη 24 Φεβρουαρίου 2010

Δημήτρης Μουζάκης - Αυτάρεσκη Σιωπή

Δημήτρης Μουζάκης

Συνέντευξη στον Γιάννη Πλιώτα


Έχουμε αρκετό καιρό να μιλήσουμε για ποίηση και σκέφτηκα σήμερα να προσεγγίσω το θέμα μέσω μιας συνέντευξης. Με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο αισθάνομαι ότι στις μέρες μας η ποίηση ως λογοτεχνικό είδος έχει απαξιωθεί, τουλάχιστον για το μεγαλύτερο μέρος του αναγνωστικού κοινού.
Αναρωτιέμαι αν τις περασμένες δεκαετίες ο κόσμος διάβαζε ποίηση. Δεν ζούσα πριν από τριάντα ή σαράντα χρόνια για να έχω μνήμες, αλλά έχω την αίσθηση ότι η κατάσταση τότε ήταν διαφορετική. Ήταν κι εκείνα τα νόμπελ, ήταν και άλλες εποχές. Τι έχει μεσολαβήσει, όμως από τότε; Γιατί κύλησε τόσο παράξενα ο χρόνος; Σίγουρα γύρω μας υπάρχει μια γενικότερη απαξίωση των τεχνών ή τέλος πάντων υποβάθμισή τους. Ναι ξέρω, ακούγεται σαν γκρίνια, αλλά συμβαίνει. Όπως και να ‘χει η ποίηση είναι σαν να μην υπάρχει. Είναι διάφανη, αόρατη, το ίδιο και οι δημιουργοί της. Ψιθυρίζουν, αφήνουν τους στίχους τους να μιλήσουν, μα λίγοι ακούνε. Και τελικά σχεδόν όλοι όσοι διαβάζουν ποίηση, είναι και οι ίδιοι ποιητές.
Πάμε σε μία αφανή φωνή.
Γνώρισα τον Δημήτρη Μουζάκη στις λογοτεχνικές συναντήσεις που διοργανώνει κάθε Πέμπτη ο Φυσιολατρικός Όμιλος Πατρών (στην οδό Κοραή, σε περίπτωση που σας φέρει ο δρόμος σας, υπεύθυνη η ποιήτρια Άννα Νιαράκη). Ο Δημήτρης Μουζάκης γεννήθηκε το 1979 στην Αθήνα, κατάγεται απ’ την Άνδρο και είναι Βιολόγος. Τα δύο πρώτα του βιβλία ήταν η «Αδελφότητα της Θλίψης» και ο «Υδροβάτης» (2006 και 2007, εκδ. Δωδώνη), ενώ πρόσφατα κυκλοφόρησε το τελευταίο του έργο με τίτλο «Αυτάρεσκη Σιωπή» (εκδ. Ενδυμίων). Από την πρώτη στιγμή μου έκαναν εντύπωση όχι μόνο τα ποιήματα, αλλά και η προσωπικότητά του. Έτσι αποφάσισα σήμερα να σας τον συστήσω και να ακούσουμε όσα ενδιαφέροντα έχει να πει. Κατ’ αρχάς κλέψτε λίγο χρόνο, απομονωθείτε από το περιβάλλον και διαβάστε την «Αυτάρεσκη Σιωπή», το ποίημα που έδωσε και το όνομα του στη συλλογή:
Μας άφησε ο ασθενής· πράξτε τα δέοντα./ Σκάψτε το λάκκο, ανοίξτε το φέρετρο/ αγοράστε χαλί./ Όποιος πονά, ας ανέβει επάνω./ Οι υπόλοιποι/ σκουπιστείτε από κάτω με την οδύνη σας/ να με διαμεσολαβεί/ το βάθρο των αληθινών δακρύων./ Έτσι όπως προικίστηκα με αυτάρεσκη σιωπή/ πάνω από παγωμένο θα γυμνάζομαι/ πρόσωπο νεκρού/ με λέξεις πασχίζουσες τα μάτια του ν’ ανοίξουν/ στους τροπικούς που κι αυτός ακόμη/ κάποτε τους απέρριψε/ Κι εσάς/ ούτε να σας πατήσω δεν θα καταδέχομαι.

Και ήρθε η ώρα για τις ώριμες κουβέντες. Η συζήτηση που έκανα με το Δημήτρη μου άρεσε πολύ, ίσως είναι η μέχρι στιγμής αγαπημένη μου συνέντευξη. Ας ανοίξει η αυλαία λοιπόν.

- Υπάρχει ποίηση για τις μάζες ή η ποίηση απευθύνεται αποκλειστικά σε μια κλειστή ελίτ;

Ας φέρουμε στην απάντηση της ερώτησης αυτής το «μέσο άνθρωπο» ή, ακριβέστερα, το μέσο νεοέλληνα, ως ένα μέγεθος ευρισκόμενο σε δυναμική κατάσταση, τουτ’ έστιν μεταβαλλόμενο. Ο μέσος νεοέλληνας, μεταξύ άλλων, ερωτεύεται, συγκινείται και διασκεδάζει. Όταν ερωτεύεται, μπορεί να στείλει ένα SMS στο κορίτσι του που θα λέει «σε θέλω, μωρό μου». Όταν συγκινείται, μπορεί να κλάψει με τον τηλεοπτικό πόνο ενός αναξιοπαθούντος σε μια από τις εκπομπές του είδους. Όταν διασκεδάζει, μπορεί να πιει λίτρα και λίτρα αλκοόλ, μετά την πόση των οποίων δε θα μπορεί ούτε ν’ ακούσει ούτε να νιώσει ούτε καν να περπατήσει. Σε ένα εναλλακτικό σενάριο, ο μέσος νεοέλληνας θα μπορούσε να γράφει στο SMS «χαράματα πως σ’ αγαπώ στις φλέβες μου όλ’ η νύχτα ρέει», να συγκινείται (ενθυμούμενος τα νιάτα του ή τη δοξασμένη του στιγμή) στη σκιά του «θα μου πεις/και πού δεν ήταν τότε θάλασσα» ή να διασκεδάζει με το «χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία». Αν μας ενδιαφέρει η μετακίνηση (ή μήπως προώθηση;) του μέσου νεοέλληνα προς το εναλλακτικό σενάριο που περιέγραψα (των Ελυάρ, Δημουλά και Καββαδία), οφείλουμε να την προάγουμε. Η ποίηση είναι για όλους.

- Γιατί ο κόσμος δεν διαβάζει ποίηση στις μέρες μας; Μήπως τα παιδιά προκαταλαμβάνονται αρνητικά από τον τρόπο διδασκαλίας στο σχολείο; Αλήθεια, διδάσκεται η ποίηση;

Ο κόσμος έχει αφεθεί σε εμπειρίες αποχαύνωσης (ή και εκτόνωσης). Όσο, μάλιστα, εντονότερος είναι ο αποχαυνωτικός (ή ο εκτονωτικός) χαρακτήρας της εμπειρίας, τόσο πιο δημοφιλής είναι η εμπειρία αυτή. Αναζητήστε τα στοιχεία που επισημαίνω σε συνήθεις χώρους διασκέδασης μετά μουσικής, στο τηλεοπτικό τοπίο ή και σε συνωμοσιολογικά πεζογραφήματα. Είναι πολύ φυσικό η στοχαστικότητα, η υπαινικτικότητα, οι γλωσσικοί πειραματισμοί και τα λοιπά προσδιοριστικά της ποίησης να την καθιστούν ακατάλληλη προς διψώντες για αποχαυνωτικά θεάματα, ημιάγρια διασκέδαση μετά μουσικής ή βίαιες εκτονώσεις σε στάδια. Σχετικώς με τα παιδιά, νομίζω ότι τα προκαταλαμβάνει αρνητικά η ζωή, τα πρότυπά της και οι δυσκολίες της προτού αποτελειώσει την ποίηση μέσα τους η αρτηριοσκληρωτική διδασκαλία της στο σχολείο. Σε ό,τι με αφορά, πιστεύω ακράδαντα στη ζωτικότητα της επαφής με την ποίηση κατά την εκπαιδευτική διαδικασία. Μια τέτοια επαφή, όμως, δεν είναι δυνατό να αναπτύσσεται στη βάση της αηδιαστικής αποστήθισης, της βαθμοθηρίας και του ψυχαναγκασμού, αλλά της ομορφιάς, των χρωμάτων, της φύσης, του έρωτα και της συνείδησης, όπως απαιτεί η ποίηση όλων των αιώνων.

- Υπάρχουν σύγχρονοι σπουδαίοι Έλληνες ποιητές; Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σας;

Δεν ξέρετε πόσο έχει υποφέρει η ποίηση από την ανάγκη των ποιητών να χαρακτηρισθούν «σπουδαίοι», γι’ αυτό με ρωτάτε. Θα σας δώσω, όμως, κάποια ονόματα σύγχρονων ποιητών, μόνο και μόνο για να τοποθετηθώ απέναντι σε κατεστημένες στο λογοτεχνικό σινάφι αντιλήψεις: Δημήτρης Κάββουρας, Κώστας Σοφιανός, Διονύσης Καψάλης, Σωτήρης Παστάκας, Γιάννης Κυριαζής, Γιάννης Στίγκας, Δημήτρης Σολδάτος, Γιάννης Λειβαδάς, Γιάννης Πατίλης, Γιάννης Τόλιας, Αργύρης Χιόνης, Θεοδόσης Βολκώφ, Ιωάννης Τσίρκας, Σοφία Κολοτούρου. Αγαπημένοι μου ποιητές είναι ο Κωνσταντίνος Καβάφης, ο Οδυσσέας Ελύτης και η Κική Δημουλά.

- Πόσο δύσκολο είναι για έναν ποιητή να μεταγγίσει τα γραπτά του στους αναγνώστες; Οι μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι δεν εκδίδουν ποίηση, πολλοί μικροί προσπαθούν απλώς να εκμεταλλευτούν τους δημιουργούς, υπάρχει αχτίδα ελπίδας; Είναι το διαδίκτυο μια κάποια λύσις;

Οι αναγνώστες είναι ανύπαρκτοι. Οι ιθύνοντες απαθανατισμού της ποίησης (ανθολόγοι, μεγαλοεκδότες, επιμελητές εκδόσεων, περιοδικάρχες, διοικητικά συμβούλια ιδρυμάτων, επιτροπές απονομής βραβείων) συνιστούν ένα σχετικώς κλειστό, αναξιοκρατικό, εσωστρεφές και ακάθαρτο κύκλωμα. Οι έμποροι είναι έμποροι και ως τέτοιοι λειτουργούν. Το διαδίκτυο είναι ένας χώρος ελεύθερης έκφρασης, αλλά τούτο το χαρακτηριστικό του δεν επαρκεί για μια σημαντική αλλαγή στα λογοτεχνικά δρώμενα. Δεν είμαι αισιόδοξος, αλλά είμαι επίμονος.

- Θεωρείτε ότι η ποίησή σας ανήκει σε κάποιο ρεύμα; Ποια στοιχεία τη χαρακτηρίζουν;

Η ποίησή μου δεν ανήκει σε κανένα ρεύμα. Χαρακτηρίζεται από την απόπειρα ανάδειξης του σώματος και των εκφράσεών του, τη σημασία του ελαχίστου στην άντληση εσωτερικής δύναμης, την από δωματίου αντίληψη του κόσμου, την προσέγγιση της συμπεριφοράς μέσα από τη βιολογία του σώματος, τη φυσιολατρεία, την καχυποψία απέναντι σε διανοητικά και ψυχολογικά αντανακλαστικά, την αναπαρθένευση της στοχαστικότητας μέσα από τη βλάσφημη αμφισβήτηση, την αέναη σκέψη ως το δραστικό συστατικό της επαναστατικής κυοφορίας, την εμπεδωμένη ματαιότητα μες στο άπειρο σύμπαν της τυχαιότητας, τη μέθη της αχαλίνωτης φαντασίας. Παρασύρθηκα, προφανώς, και σας μίλησα για τις μεγάλες μου φιλοδοξίες. Όπως και να ’χει, έτσι θέλω την ποίησή μου.

- Λίγοι αγαπημένοι σας στίχοι; Τι διαβάσατε πρόσφατα και σας έκανε εντύπωση;

«Αν όλος ο χρόνος είν’ διαρκώς παρών/ τότε όλος ο χρόνος παραμένει αλύτρωτος». Πρόκειται για δυο στίχους του Τ.Σ. Έλιοτ. «Θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τον καλπασμό», ένας στίχος από το «Μονόγραμμα» του Οδυσσέα Ελύτη. Να μην ξεχάσω, όμως, και την αγαπημένη Κική Δημουλά: «Αν η φαντασία δε σκηνοθετούσε/ Υπαρκτόν θηριώδη τον έρωτα/ Ποτέ καμιά πραγματικότης/ Δε θα μας είχε αγαπήσει». Προσφάτως διάβασα το εξής (μιλάει ο Νάνος Βαλαωρίτης σε Αθηναϊκή εφημερίδα), το οποίο μου έκανε εντύπωση: «Με έπεισαν μαζί με τον Μίνω Αργυράκη να δεχτώ την υποψηφιότητα, αν και λόγω της σχέσης μου με την ομάδα του Μπρετόν δεν έβλεπα με καλό μάτι τα βραβεία. Υποψήφιος ωστόσο ήταν και ο Μίλτος Σαχτούρης, και όταν τελικά βγήκαν τα αποτελέσματα οι ψήφοι διαιρέθηκαν ανάμεσα στον Σαχτούρη και σε μένα και δεν δόθηκε το βραβείο. Μέχρις εκεί καλά, αλλά ο Ελύτης είχε ψηφίσει υπέρ του Σαχτούρη. Μετά μου είπε πως είχε δεχθεί πιέσεις.» Φαίνεται πως ούτε οι μυθικές φυσιογνωμίες γλίτωσαν τις πιέσεις.

- Ποιοι είναι οι στόχοι ενός ποιητή στη σύγχρονη ελληνική, πεζή πραγματικότητα;

Ενός ποιητή, αγνοώ. Η ποίηση με βαπτίζει καθημερινά στην εσωτερική ηρεμία, στη δημιουργική ηδονή, στην απόλαυση της δροσιάς των πετάλων και του απαλόπνοου πρωινού ανέμου, στις γεύσεις που απειρίζονται πάνω από μια κούπα ζεστού, μυρωδάτου καφέ, στο πείσμα κάποιας αλλαγής εαυτού που ’ναι του κόσμου αλλαγή. Η γραφή επιστρέφει ως ανάγκη παρουσίασης αυτής της διαβίωσης.

- Μπορεί να μεταφραστεί ένα ποίημα; Μπορεί να μεταφερθεί στον κινηματογράφο; Μπορεί να γίνει πίνακας ζωγραφικής ή γλυπτό;

Μπορεί. Το ποίημα είναι ποίημα και έχει φτιαχτεί με λέξεις, όμως η ποίηση μπορεί να ταξιδέψει και σ’ άλλα μέσα έκφρασης.

- Αν ζούσατε πριν πενήντα χρόνια θα γράφατε έμμετρα; Ποια είναι η άποψή σας για την ομοιοκαταληξία στη νεοελληνική ποίηση;

Ο Βωδελαίρος έγραψε ότι ο ρυθμός και η ρίμα καλύπτουν τις προαιώνιες ανάγκες του ανθρώπου για μονοτονία, συμμετρία κι έκπληξη. Ο δρόμος, όμως, ικανοποίησης των αναγκών αυτών δεν περνά αποκλειστικώς από το ρυθμό και τη ρίμα. Ο Ελύτης, γράφοντας «Όλα τα κυπαρίσσια δείχνουνε μεσάνυχτα/ Όλα τα δάχτυλα/ Σιωπή» σίγουρα εξυπηρετεί τη συμμετρία και την έκπληξη με τον αισθησιασμό του. Συμμετρία κι έκπληξη, για να αναφέρω ένα ακόμη παράδειγμα, βρίσκουμε και στο προσφάτως εκδοθέν ποίημα του Σωτήρη Παστάκα (από τη συλλογή Όρος Αιγάλεω την οποία και διάβασα πρόσφατα): «Να στρίψω ένα τσιγάρο/ και να το πιω τώρα ή να στρίψω/ ένα τσιγάρο και να το πιω μετά;/ Το στρίβω τώρα, το αποφάσισα,/ για να τ’ ανάψω όταν ο ιδρώτας/ από τις μασχάλες σου θα μπορεί/ να ξεγελάσει και τους μπάτσους.» Συμμετρία κι έκπληξη και εδώ, λοιπόν, όχι μόνο δια του αισθησιασμού αλλά και δια της συμπλοκής εικονικών διπόλων που ενυπάρχουν στο υποσυνείδητο (μασχάλη/μπάτσος ή ιδρώτας/μπάτσος ή μπάτσος/έρωτας). Η ρίμα και το μέτρο, βεβαίως, δημιουργούσαν και δημιουργούν εντελώς φαιδρούς οπαδισμούς τύπου εικονολατρών και εικονομάχων, με τους πλειοψηφούντες ελευθερόστιχους να υποτιμούν ως ιλαρούς τους θιασώτες των παραδοσιακών μορφών και τους δεύτερους να αμύνονται με την αδιαφορία τους απέναντι στην ελευθερόστιχη ποίηση, σα θαρραλέοι και Θερμοπυλοφύλακες της γνήσιας ποιητικής. Σε ό,τι με αφορά, προτιμώ ως γραφιάς τον ελεύθερο στίχο και ως αναγνώστης προτιμώ την ποίηση σε όλη της την ποικιλομορφία. Αν ζούσα πριν από πενήντα χρόνια δεν ξέρω αν θα έγραφα, αλλά θα ήθελα να γνωρίσω πολλούς που έγραφαν τότε.

- Για να γράψει κάποιος χρειάζεται μόνο έμπνευση και συναίσθημα ή και τεχνική; Πόσο δουλεύετε τα ποιήματα σας;

Χρειάζεται να έχεις στο μυαλό σου τον αναγνώστη, όχι για να του πεις αυτό που θέλει ν’ ακούσει, αλλά για να θυμάσαι πόσο δύσκολο είναι να πεις κάτι πόχει τόση σημασία, ώστε ο αναγνώστης να ερωτευθεί από το στόμα σου. Τα ποιήματά μου δεν τα δουλεύω όσο θα έπρεπε.

- Μερικοί στίχοι σας;

Δοκιμάζεται των τεράτων η υπομονή/ Όταν απ’ τη βροχή περιμένεις/ Να στρώσει ό,τι το χιόνι.
Και κυρίως: Σβήστε τ’ όνομά μου/ για να γράψετε ένα στίχο./ Ό,τι αγάπησα ήταν ποίηση/ αλλιώς δε θα μπορούσα να το πω.

Σας ευχαριστώ.

Τρίτη 16 Φεβρουαρίου 2010

6ο Τεύχος Bookmarks - Δρόλαπας



Ξεφυλλίστε το 6ο τεύχος του Bookmarks, στο οποίο φιλοξενούμε τον διάσημο συγγραφέα Valerio Massimo Manfredi!

Και μία γεύση από το editorial:

ΔΡΟΛΑΠΑΣ

Από πάντα ήθελα να δώσω αυτή την επικεφαλίδα σε ένα editorial- νομίζω μου διασφαλίζει λίγα ακόμα κυβικά εκατοστά αιωνιότητας. Ο «δρόλαπας» είναι εξεζητημένη λέξη, πλην απολαυστική. Όσο για το τι σημαίνει (αν δεν γνωρίζετε, όπως κι εγώ πριν λίγο καιρό): Είναι η κατακλυσμική καταιγίδα, το κατά Καρκαβίτσα αστραπόβροντο. Αλλά μεταφορικά θα μπορούσε να είναι και η διαβόητη οικονομική κρίση ή η αδάμαστη μπόρα που μαίνεται στο μυαλό καθενός.

Με το τεύχος που διαβάζετε αυτή τη στιγμή στην οθόνη του υπολογιστή σας, επιστρέφουμε δυναμικά στις επάλξεις, αν και έχοντας απολέσει (προσωρινά) την υφή μας. Προκειμένου να μείνουμε πιστοί στο ραντεβού με τους αναγνώστες και χωρίς να χρειαστεί να καταβυθιστούμε οικονομικά, αποφασίσαμε για τον επόμενο μήνα το Bookmarks να κυκλοφορεί αποκλειστικά σε ηλεκτρονική μορφή. Στο facebook, στο site μας, σε blogs, forums και tweets, με κάθε τρόπο και με κάθε μέσο, θα προσπαθήσουμε (και με τη βοήθειά σας) να κερδίσουμε νέους αναγνώστες για εμάς και τα βιβλία που μας άρεσαν. Στα βιβλιοπωλεία θα κυκλοφορήσουμε πάλι στις 3 Μαρτίου.

Αναγνωρίζω ότι ξεχωριστή αίγλη έχει το έντυπο, αλλά τουλάχιστον θα συνεχίσουμε να σας προσφέρουμε την απαραίτητη, τετραγωνισμένη ενημέρωση για τα σημαντικότερα τεκταινόμενα στο χώρο του βιβλίου. Ως απόδειξη στο σημερινό τεύχος φιλοξενούμε μεταξύ πολλών θεμάτων και μια αποκλειστική συνέντευξη του διάσημου Ιταλού συγγραφέα Valerio Massimo Manfredi, ο οποίος έχει ασχοληθεί με τα φιδογυριστά μονοπάτια της αρχαίας ιστορίας μας και λογίζεται πλέον μακρινός απόγονος του Ομήρου και του Ξενοφώντα.

Στα υπόλοιπα νέα, ελπίζω στο διάστημα που λείπαμε για διακοπές να διαβάσατε κι εσείς αξιόλογα βιβλία όπως εγώ, όσα πρόλαβε ο καθένας. Μπορεί για μερικούς ακόμα και το ένα βιβλίο το μήνα να φαντάζει βουνό πελώριο, αλλά εσείς που διαβάζετε το Bookmarks σίγουρα τα καταφέρνετε πολύ καλύτερα. Αν θέλετε χρησιμοποιήστε ως παράδειγμα προς έμπνευση τη συντάκτριά μας την Ευθυμία Δεσποτάκη, η οποία μέσα στο 2009 διάβασε όχι λιγότερα από 130 βιβλία (περισσότερες λεπτομέρειες για αυτό το αστρονομικών διαστάσεων εγχείρημα διαβάστε και στο ιστολόγιό της, το «Διαβάζοντας το βιβλίο των συμβάντων»).

Αυτά από μένα. Τη φλυαρία μου ακολουθούν θαυμαστές, πολύχρωμες σελίδες, κάθε μια εισιτήριο για μαγικό προορισμό. Και αν αισθανθείτε την επικοινωνίας ανάγκη, διόλου μη διστάσετε να στείλετε γράμμα ηλεκτρονικό.

*Το πρώτο βιβλίο που βρέθηκε στα χέρια μου το 2010 ήταν το πολύ καλό «Ένας γέρος που διάβαζε ιστορίες αγάπης» του Λουίς Σεπούλβεδα (μετάφραση Αχιλλέα Κυριακίδη- εκδ. Opera).

**Τα «λίγα κυβικά εκατοστά αιωνιότητας» είναι από ένα ποίημα της Άννας Νιαράκη.

Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 2010

Αγνοούμενος - 39 στοιχεία

Από την Κύπρο… στην άκρη του κόσμου

Του Γιάννη Πλιώτα


Ένα ακόμα δεκαπενθήμερο πέρασε για μένα, για εσάς, για όλο τον κόσμο.
Αυτές τις μέρες διαβάζω ένα βιβλίο που μου αρέσει πολύ. Είναι το ιστορικό μυθιστόρημα «Η ιστορία του Διάφανου Βασιλιά» της Rosa Montero (μτφ. Ντίνας Σιδέρη - εκδ. Άγκυρα), αλλά δεν θα γράψω αναλυτική κριτική μιας και είμαι ακόμα στη μέση. Είναι μια ιπποτική ιστορία στη Γαλλία του 12ο αιώνα, με σπαθιά, περιπέτειες, τραγελαφικά περιστατικά, δεσποσύνες, σταυροφόρους και ένα μυστηριώδες παραμύθι που όποιος το αφηγείται τον βρίσκει κάποια μεγάλη συμφορά. Και όλα αυτά ξεκινούν όταν ένα κορίτσι μεταμφιέζεται σε πολεμιστή και συναντά μια μάγισσα. Περισσότερα στο μέλλον.
Σήμερα θα γράψω για δύο αντίθετου ύφους βιβλία, που απευθύνονται σε εντελώς διαφορετικούς αναγνώστες. Το πρώτο είναι για βετεράνους στοχαστές, το δεύτερο για έφηβους. Ελπίζω να τα βρείτε ενδιαφέροντα. Στο επόμενο φύλλο θα μιλήσουμε -μετά από καιρό- για ποίηση και θα φιλοξενήσουμε τη συνέντευξη ενός ανθρώπου που έχει επιλέξει να κλειστεί σε μια ιδιότυπη «αυτάρεσκη σιωπή».

«Ο Αγνοούμενος», Άρτεμις Στασινοπούλου-Φρύζη (εκδ. Κ. Μ. Ζαχαράκης, 2009)
Ο «Αγνοούμενος» της φιλολόγου Άρτεμις Στασινοπούλου-Φρυζή είναι ένα έργο για τα γεγονότα της Κύπρου το 1974. Ανήκει στο κομμάτι της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας που σταδιακά ανακαλύπτει τη συγκεκριμένη θλιβερή περίοδο της ιστορίας μας- θυμίζω το «Κόκκινο στην Πράσινη γραμμή» του Βασίλη Γκουρογιάννη, που ακούστηκε πολύ τη χρονιά που πέρασε.
Ο «Αγνοούμενος» πάντως δύσκολα θα χαρακτηριζόταν αμιγώς μυθιστόρημα, θα έλεγα ότι τα στοιχεία μυθοπλασίας σε μεγάλο βαθμό απουσιάζουν. Είναι περισσότερο ένα δοκίμιο και ένας στοχασμός της συγγραφέως πάνω στην ατελή ανθρώπινη φύση.
Κεντρικός χαρακτήρας είναι ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης, ένας νέος που φτάνει στην Κύπρο την ημέρα της εισβολής του Αττίλα. Ο Ευαγόρας αιχμαλωτίζεται κατά τη διάρκεια του πολέμου και τελικά καταφέρνει να γλιτώσει με ψεύτικη ταυτότητα. Σημειώνω ότι ο ήρωας φέρει το όνομα του δεκαοχτάχρονου μαχητή της ΕΟΚΑ που το 1957 εκτελέστηκε από τους Άγγλους. Κομβική ιδέα του βιβλίου και επαναλαμβανόμενο μοτίβο είναι η «Εσχάτη», που συμβολίζει πολλά: από την εσχάτη των ποινών, μέχρι την εσχάτη προδοσία και την εσχάτη του κόσμου.
Ο «Αγνοούμενος» δεν είναι ένα εύκολο βιβλίο. Ο έντονα ποιητικός λόγος του, σε συνδυασμό με τις πολυεπίπεδες, αφηρημένες περιγραφές και τους περίτεχνους συμβολισμούς που χρησιμοποιεί η Στασινοπούλου, θα αποθαρρύνουν οποιονδήποτε αναζητά να διαβάζει κάτι ανάλαφρο πριν κοιμηθεί. Για όποιον η φιλοσοφία είναι το στοιχείο του όμως, θ’ ανακαλύψει στις σελίδες του μικρούς θησαυρούς.

«Τα 39 στοιχεία: Ο λαβύρινθος των σκελετών», Rick Riordan (μτφ. Μαρία Αγγελίδου - Άγκυρα, 2009)
Τα «39 στοιχεία» του Rick Riordan είναι μια σειρά εφηβικών βιβλίων η οποία ξεκινάει στην Αμερική και καλεί τους νεαρούς αναγνώστες σε μία περιπέτεια ως την άκρη του κόσμου. Ξεκίνησα να το διαβάζω από περιέργεια και για να μελετήσω όχι μόνο τα τριάντα εννιά στοιχεία της υπόθεσης, αλλά και εκείνα τα στοιχεία που μπορούν να συνθέσουν ένα best seller. Η παγκόσμια εκδοτική σκηνή ψάχνει τον επόμενο Χάρυ Πότερ, αλλά πέρα από την τετραλογία του «Λυκόφωτος» τίποτα δεν έχει καταφέρει έστω να τον πλησιάσει.
Πίσω στα «39 στοιχεία». Πρόκειται για μια ενδιαφέρουσα διαδραστική ιστορία, της οποίας ο πρώτος τόμος κυκλοφόρησε πρόσφατα στη χώρα μας από τις εκδόσεις Άγκυρα. Η σειρά θα αποτελείται συνολικά από δέκα βιβλία, με το καθένα να είναι γραμμένο από διαφορετικό συγγραφέα φαντασίας (ο Rick Riordan που έγραψε το πρώτο έγινε πολύ γνωστός στην Αμερική με το «Ο Πέρσι Τζάκσον και οι Ολύμπιοι»). Το επόμενο βιβλίο της σειράς κυκλοφορεί στις 26 Φεβρουαρίου.
Οι κεντρικοί ήρωες είναι δύο αδέρφια 14 και 11 ετών (η βιβλιοφάγος Έιμι και το ζιζάνιο ο Νταν), που γίνονται κληρονόμοι και ταυτόχρονα κοινωνοί ενός μυστικού απ’ το οποίο κρέμεται η τύχη του κόσμου. Αλλά για να φτάσουν στο μυστικό πρέπει να απαρνηθούν δύο εκατομμύρια δολάρια και να ανακαλύψουν τριάντα εννιά στοιχεία. Στο «Λαβύρινθο των σκελετών» τα δύο παιδιά φτάνουν στο Παρίσι, ακολουθώντας τα βήματα του Βενιαμίν Φραγκλίνου προς το δεύτερο στοιχείο. Παντού παραμονεύουν θανάσιμοι κίνδυνοι, γιατί μακρινοί συγγενείς κυνηγούν το ίδιο μυστικό και είναι αποφασισμένοι να χρησιμοποιήσουν κάθε μέσο προκειμένου να το αποκτήσουν.
Όποιος το διαβάσει δεν θ’ αργήσει να διαπιστώσει ότι έχει πολλά κινηματογραφικά στοιχεία, που προετοιμάζουν το δρόμο για τη μεταφορά της σειράς στη μεγάλη οθόνη (το 2011 το πρώτο μέρος στους κινηματογράφους από την Dreamworks και ίσως σε σκηνοθεσία Spielberg). Αν έπρεπε να χαρακτηρίσω το βιβλίο με λίγες λέξεις, θα έλεγα ότι είναι ξεκάθαρα ένα «Χαμένο Σύμβολο» για μικρές ηλικίες.
Συνολικά τα «39 στοιχεία» είναι μια καλογραμμένη περιπέτεια που θα τη σύστηνα σε όσους θέλουν να κάνουν δώρο σε αγόρια και κορίτσια στην ηλικία των ηρώων. Μου άρεσε ιδιαίτερα δε, η καλαίσθητη έκδοση με το σκληρό εξώφυλλο.

Παρασκευή 29 Ιανουαρίου 2010

Βραχονησίδα - Νίκος Μουρατίδης

Μετά την αστική απόγνωση

Συνέντευξη στον Γιάννη Πλιώτα


Ο Νίκος Μουρατίδης μιλάει στην Μπρίζα για το νέο του βιβλίο με τίτλο «Βραχονησίδα» και όχι μόνο. Του αρέσει να ξεφεύγει από φόρμες, βαριέται να κάνει πράγματα χωρίς ενδιαφέρον μόνο για το χρήμα και απευθύνει κάλεσμα προς νέους, ρηξικέλευθους συγγραφείς



Καλημέρα.
Ανοίγω για φέτος των κύκλων των συνεντεύξεων της στήλης με έναν συγγραφέα, που πιστεύω ότι τα λεγόμενά του θα κινήσουν την περιέργεια σας. Ορισμένους ίσως τους ξενίσει η επιλογή, αλλά στα στενεμένα όρια της νεοελληνικής πεζογραφίας δεν νομίζω ότι υπάρχει χώρος για προκαταλήψεις. Σήμερα λοιπόν στα Ράφια αναρτάται ο Νίκος Μουρατίδης- ναι, ο γνωστός από τους τηλεοπτικούς δέκτες. Όχι γιατί είναι αναγνωρίσιμη περσόνα, αλλά γιατί διάβασα το τελευταίο βιβλίο του και μου άρεσε. Γράφει καλά δηλαδή; Ναι. Και εκτός από αυτό βοηθάει και άλλους να εκδώσουν τα έργα τους, στο νεοσύστατο εκδοτικό του οίκο, το «Τετράγωνο».
Στα γενικά, ο Νίκος Μουρατίδης γεννήθηκε στη Νίκαια του Πειραιά, σπούδασε κινηματογράφο, αλλά ασχολήθηκε με τη μουσική. Έχει γράψει σενάρια για τηλεοπτικές σειρές, το μυθιστόρημα «Αθήνα-Θεσσαλονίκη», δύο παιδικά με ήρωα το μικρό Αλκιβιάδη (εκδ. Καστανιώτη) και τη συλλογή διηγημάτων «Εγώ ήμουν αντράκι».
Τη «Βραχονησίδα» τη διάβασα σε τρεις μέρες. Είναι ένα αξιόλογο κοινωνικό μυθιστόρημα, στο οποίο θα απέδιδα το χαρακτηρισμό “literature for the masses”, χωρίς να κρύβω ίχνος ειρωνείας σ’ αυτή την πρόταση. Χαρακτηρίζεται από στρωτή, λιτή αφήγηση και μία ιστορία που κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη απ’ την αρχή ως το τέλος. Παράλληλα ο συγγραφέας επιχειρεί να μοιραστεί προσωπικούς προβληματισμούς πάνω στο σύγχρονο τρόπο ζωής.
Δύο στενά συνδεδεμένες οικογένειες ταλανίζονται από εύρος προβλημάτων, σαν όλα αυτά που αντιμετωπίζουμε (ή κινδυνεύουμε να αντιμετωπίσουμε) καθημερινά. Οικονομικά, μόλυνση, υποβάθμιση ζωής, έλλειψη παιδείας, ναρκωτικά, κατάπτωση ιδεολογιών, οτιδήποτε. Η λίστα θα μπορούσε να συνεχίζεται μέχρι το τέλος της σελίδας. Απέναντι σε αυτό τον ορυμαγδό, ο Μανόλης, ένας καλοκάγαθος αστός, θέτει σε εφαρμογή ένα σιωπηλό σχέδιο «σωτηρίας». Ονειρεύεται όχι απλώς να εγκαταλείψει την πόλη-κτήνος, αλλά να μετακομίσουν οι δύο οικογένειες σε ένα απομονωμένο νησάκι στα βορειοανατολικά παράλια της Λέσβου. Η «Βραχονησίδα» είναι μια καταγραφή της αστικής απόγνωσης.
Οι χαρακτήρες του βιβλίου είναι απόλυτα ευδιάκριτοι και σκιαγραφημένοι ορθά μέσω των συχνών αναδρομών στο παρελθόν τους. Τα κίνητρά τους σαγηνευμένα από μια Ουτοπία και ταυτόχρονα ορθολογιστικά. Βρήκα εξαιρετικά ενδιαφέρουσα την εναλλαγή μεταξύ τριτοπρόσωπης και πρωτοπρόσωπης αφήγησης και μου άρεσε η αμεσότητα που απέπνεε το κείμενο. Κλείνοντας το βιβλίο έμεινα με την αίσθηση ότι δεν θα πρόσθετα ούτε μία τελεία στο κείμενο.












Ομολογώ ότι αφορμή για τη συνέντευξη ήταν το εικονοκλαστικό απόσπασμα που θα διαβάσετε παρακάτω, αλλά αιτία ήταν η «Βραχονησίδα» ως έργο συνολικά. Όλα τα υπόλοιπα θα εξηγηθούν στη συζήτησή μου με τον Νίκο Μουρατίδη. Του αρέσει να ξεφεύγει από φόρμες, βαριέται να κάνει πράγματα χωρίς ενδιαφέρον μόνο για το χρήμα και απευθύνει κάλεσμα προς νέους, ρηξικέλευθους συγγραφείς.
«Η τηλεόραση ποτέ δεν ήταν το φόρτε μου και σπανίως βλέπω κάτι. Τα τελευταία χρόνια μάλιστα, που είχαν ξεφτιλιστεί και τα θέματα και οι εκπομπές, δεν θέλω να δω τίποτα πια. Είχα καταλήξει ότι τελικά όλοι αυτοί που δουλεύουν στην τηλεόραση ζουν τόσο πολύ μέσα στα σκουπίδια, που δεν τα μυρίζουν πια. Δεν τους ενοχλεί η δυσοσμία. Ούτε την Άννα την ενδιέφερε ποτέ η τηλεόραση, ευτυχώς. Υποστηρίζει μάλιστα ότι η τηλεόραση σε μεγάλο ποσοστό παράγει και προωθεί, με επικίνδυνες συνέπειες, μια νέα μορφή υποκουλτούρας.»


- Χωρίς να γίνετε διδακτικό το ύφος της “Βραχονησίδας”, στο βιβλίο καταγράφονται από το Μανόλη [τον κεντρικό χαρακτήρα] σαφείς δηκτικές επισημάνσεις πάνω στον τρόπο ζωής του σύγχρονου ανθρώπου. Φέρνω σαν παράδειγμα την αποστροφή του για τα mass media. Είναι και δικές σας απόψεις αυτές;

Λογικό δεν είναι, αυτά που υποστηρίζουν οι ήρωες μου να είναι δικά μου πιστεύω; Φυσικά και θέλω να σταθώ κριτικά απέναντι στα μέσα μαζικής πληροφόρησης, δηλαδή της τηλεόρασης. Έχει καταντήσει πολύ επικίνδυνος ο ρόλος της. Είδατε τι έγινε στο τέλος του βιβλίου…

- Θα προτιμούσατε μία εναλλακτική πραγματικότητα χωρίς την εφεύρεση της τηλεόρασης ή έχετε την ελπίδα ότι η κατάσταση μπορεί να βελτιωθεί; Τελικά φταίει το μέσο ή ο τρόπος χειρισμού του;

Ο τρόπος. Σκέφτομαι, δεν υπάρχει κάποιος καναλάρχης που να πει: «Εγώ στο κανάλι μου δεν θέλω σκουπίδια. Εγώ στο κανάλι μου δεν θα δείξω αυτά τα πράγματα, θα δείξω τα άλλα». Η τηλεόραση σαν συσκευή ή σαν εφεύρεση δεν μας κάνει κακό. Υποτίθεται ότι ενημερώνει και ψυχαγωγεί. Αμ δε…

- Οι δύο οικογένειες στο βιβλίο παρουσιάζονται απηυδισμένες από τη ζωή στην Αθήνα. Εσείς θα ακολουθούσατε ποτέ το παράδειγμά τους και να καταφύγετε απομονωμένος σε μια βραχονησίδα;

Με μια καλή παρέα, άνετα. Δεν ξέρω αν θα το έκανα στα τριάντα μου, αλλά τώρα που έχω δει και έχω ζήσει το κόλπο, φεύγω και για βραχονησίδα και για βουνό, ακόμα και για ακριτικό χωριό. [γέλια]

- Πόσο δύσκολο είναι ένας άνθρωπος που έχει συνδεθεί τόσο στενά με την τηλεόραση (και επιτρέψτε μου να πω: όχι με το αξιολογότερο/ποιοτικότερο πρόσωπό της), να γίνει αποδεκτός ως συγγραφέας; Σκεφτήκατε ποτέ να γράψετε με ψευδώνυμο;

Όχι, δεν σκέφτηκα να γράψω με ψευδώνυμο. Δεν μου αρέσουν τα ψεύδη και τα ψεύτικα. Το ότι τα πέντε τελευταία χρόνια της ζωής μου συμμετέχω σε κριτική επιτροπή μουσικών talent show δεν ακυρώνει ό,τι άλλο έχω κάνει. Επίσης αν κάποιοι θεωρούν πταίσμα τη συμμετοχή μου δεν με αφορά. Έχω ρίξει πολύ δουλειά στη ζωή μου, [στο www.nikosmouratidis.gr μπορείτε να δείτε τα πάντα], και δεν επιτρέπω σε κανένα να με κρίνει επιπόλαια.

- Ποιο ήταν το τελευταίο βιβλίο που παρατήσατε στη μέση και γιατί;

Του Πάνου Καρνέζη το «Πάρτι γενεθλίων». Με κούρασε, ή μάλλον με απογοήτευσε. Μου άρεσαν τόσο πολύ οι «Μικρές ατιμίες» του!

- Ποιο βιβλίο θεωρείτε υπερεκτιμημένο;

Πολλά. Πάρα πολλά. Το «Όταν έκλαψε ο Νίτσε» για παράδειγμα;

- Διαβάζετε περισσότερο Έλληνες ή ξένους συγγραφείς;

Διαβάζω γενικά ό,τι μου κάνει εντύπωση χαζεύοντας στα βιβλιοπωλεία και φυσικά βιβλία για τα οποία έχω διαβάσει κάποια καλή κριτική από ανθρώπους που εκτιμώ. Δίπλα στο κομοδίνο μου μπορείτε να βρείτε από αυτοβιογραφίες μέχρι αστυνομικά και από λογοτεχνία μέχρι δοκίμια.

- Ποιο βιβλίο ζηλεύετε τόσο ώστε να θέλατε να το είχατε γράψει εσείς;

Ε, τώρα! Τι ερωτήσεις είναι αυτές; Κι αν σας πω το «Αναζητώντας το χαμένο χρόνο» τι θα καταλάβετε; Είναι τόσα πολλά τα βιβλία που μας έχουν ταξιδέψει όταν είμαστε παιδιά, στην εφηβεία και μετά όταν πια μεγαλώνουμε… Ζηλεύω πάααααααααρα πολλά βιβλία.

- Πόσο σημαντικό ρόλο παίζει το marketing στις πωλήσεις;

Δεν έχω ιδέα. Είμαι πολύ καινούργιος στο χώρο των εκδόσεων για να προλάβω να μάθω τα κόλπα του marketing. Και σας πληροφορώ θα προσπαθήσω να τα αποφύγω όσο μπορώ. Μ’ αρέσει να κάνω μερικά πράγματα… Κόντρα.

- Για ποιο λόγο αποφασίζει κάποιος να γίνει εκδότης;

Από μια ανάγκη διαφορετικής επικοινωνίας. Εγώ για παράδειγμα ήθελα να αποδεσμευτώ από τους μεγάλους εκδοτικούς οίκους και τις απαιτήσεις τους για να εκδίδω μερικά βιβλία που σε άλλη περίπτωση δεν θα είχαν τύχη. Ξέρετε πόσοι νέοι άνθρωποι υπάρχουν που δεν μπορούν να βρουν την άκρη τους γιατί οι μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι «καίγονται» να κυκλοφορήσουν μόνο best seller;

- Ποιοι είναι οι στόχοι του «Τετραγώνου»; Θα δεχόσασταν να θυσιάσετε μέρος αυτών των στόχων, υπό την πίεση της εμπορικότητας;

Μπα, βαριέμαι να κάνω πράγματα που δεν έχουν ενδιαφέρον μόνο και μόνο για το χρήμα και την εμπορική επιτυχία. Για να καταλάβετε, θα βγάλω μια ποιητική συλλογή και μια συλλογή από Νανουρίσματα -πραγματικά αριστουργήματα και τα δύο- που αν και όλοι μου λένε ότι είναι αντιεμπορικά είδη, εγώ θα τα βγάλω σε υπερπολυτελείς εκδόσεις. Έτσι για να τονίσω την σπουδαιότητα τους αλλά και για να πάω και κόντρα.

- Πόσο ανοιχτό είναι το «Τετράγωνο» σε νέους συγγραφείς; Είναι στις προθέσεις σας να επικεντρωθείτε σε συγκεκριμένα είδη λογοτεχνίας;

Όχι θέλω να βγάζω τα πάντα, που όμως στο είδος τους θα είναι πρωτότυπα και ενδιαφέροντα. Και μυθιστορήματα, και διηγήματα και παιδικά… Τα πάντα. Βρίσκω λοιπόν την ευκαιρία τώρα απ’ αυτή τη κουβέντα μας να πω ότι θέλουμε να μας στέλνουν οι νέοι άνθρωποι χειρόγραφα τους. Για περισσότερες λεπτομέρειες www.ekdoseistetragono.gr.

- Ετοιμάζετε τώρα κάποια νέα κυκλοφορία;

Βεβαίως και θα σας αρέσει πολύ. Μια νέα κοπέλα, η Στέργια Κάββαλου μού έφερε μια συλλογή από θαυμάσια διηγήματα με τίτλο «Αλτσχάϊμερ trance». Κυκλοφορούν 15 Μαρτίου. Βγάζω και δύο παιδικά πασχαλιάτικα.

- Θα μας πείτε δύο λόγια για το άλλο βιβλίο σας, το “Εγώ ήμουν αντράκι”;

Είναι δέκα ιστορίες που μας τις διηγούνται δέκα αγόρια και που η μία μπαίνει μ’ ένα περίεργο τρόπο μέσα στην άλλη. Γράφοντας το, ήθελα να μάθω τι ακριβώς αναζητούν όλα αυτά τα πρόσωπα που εμπλέκονται με συγγενείς, φίλους, ξένους, μνήμες, έρωτα, θάνατο, ναρκωτικά και σεξ; Την ευτυχία, την αναγνώριση ή τον πλούτο; Και κατέληξα ότι οτιδήποτε κι αν ψάχνουν, όλοι συμμετέχουν σ’ ένα «παιχνίδι» που κινείται γύρω απ’ την ανάγκη τους για επαφή και για την αναζήτηση στο νόημα του έρωτα.

- Τι γράφετε αυτή την περίοδο; Σας ενδιαφέρει να πειραματίζεστε με τη γραφή σας;

Τώρα δεν γράφω τίποτα. Το περασμένο καλοκαίρι ξεκίνησα ένα ερωτικό μυθιστόρημα που εκτυλίσσεται στις Σπέτσες τη δεκαετία του ’70, και σήμερα. Όμως τον Σεπτέμβριο το έκλεισα στο συρτάρι. Θα το ξαναπιάσω μόλις ησυχάσω λίγο απ’ τις υπόλοιπες δουλειές μου. Η συγγραφή θέλει απομόνωση. Όσο για πειραματισμούς δεν έχω μπει ακόμα στην διαδικασία. Προς το παρόν θέλω να μάθω να αφηγούμαι όσο το δυνατόν καλύτερα τις ιστορίες μου.

Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2010

Τα καλύτερα του 2009!

Τα δέκα συν… αγαπημένα βιβλία της χρονιάς

Του Γιάννη Πλιώτα


Πίσω στις επάλξεις μετά τις πολυήμερες διακοπές, με μια μικρή ανασκόπηση για τη χρονιά που πέρασε, το 2009 αν το θυμάστε. Διάβασα αρκετά βιβλία τους δώδεκα τελευταίους μήνες, παλιά και καινούργια, ορισμένα εξαιρετικά και ευτυχώς λίγα μόνο που δεν άφησαν καλή γεύση στον αισθητικό ουρανίσκο μου. Μπορώ να καυχηθώ ότι δεν παράτησα κανένα βιβλίο στη μέση και ότι σχεδόν αποκλειστικά, τα δώρα που έκανα σε φίλους και γνωστούς ήταν βιβλία (χωρίς να είμαι βέβαιος ότι αυτό τους ενθουσίασε όλους). Γενικά το 2009 ήταν μια καλή χρονιά νομίζω.

Σήμερα σας παρουσιάζω επιγραμματικά μία άτυπη λίστα με όσα μου έκαναν τη μεγαλύτερη εντύπωση το 2009 και εκδόθηκαν σχετικά πρόσφατα (δεν θέλω να ανακαλύψω την Αμερική και να σας προτείνω το «Εκατό χρόνια μοναξιά» για παράδειγμα). Δεν σημαίνει απαραίτητα ότι οι επιλογές μου θα αρέσουν και σε εσάς, αλλά αν πέσει στα χέρια σας κάποιο από αυτά τα βιβλία, θα πρότεινα να το ξεκινήσετε. Χωρίς τυμπανοκρουσίες, ας ξεκινήσουμε για τα δέκα αγαπημένα της χρονιάς, σε απόλυτα τυχαία σειρά και με έμφαση σε σύγχρονους Έλληνες συγγραφείς.

Πρώτο στη λίστα: «Η λονδρέζικη μέρα της Λώρας Τζάκσον», του Χρήστου Χρυσόπουλου από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Είναι ένα βιβλίο που είχα παρουσιάσει αναλυτικά το Φεβρουάριο και είχαμε φιλοξενήσει στην Μπρίζα μια αποκλειστική συνέντευξη του συγγραφέα. Διαβάζοντας την πρώτη κιόλας σελίδα είχα συνειδητοποιήσει ότι πρόκειται για ένα πολύ ιδιαίτερο και πολύ ποιοτικό βιβλίο. Συνοπτικά, ένα απόσπασμα από τη ζωή της ποιήτριας Λώρας Τζάκσον δίνει την αφορμή στο Χρυσόπουλο να αναζητήσει χαμένους ποιητικούς δρόμους. Πριν λίγες μέρες το βιβλίο βραβεύθηκε από την Ακαδημία Αθηνών ως το καλύτερο μυθιστόρημα της χρονιάς.
Δεύτερο: «Αν ήταν όλα… αλλιώς», της Αλκυόνης Παπαδάκη από τις εκδόσεις Καλέντη. Ανάμεσα στα μεγάλα ευπώλητα της χρονιάς και υποψήφιο για το βραβείο αναγνωστών. Τα πάθη μιας οικογένειας, δοσμένα με γλυκόπικρο τρόπο και παραδοσιακό ύφος.
Κατάφερα να χωρέσω στη λίστα δύο βιβλία με συγγραφείς που έχουν το ίδιο όνομα: ακολουθεί «Ο ήχος του ακάλυπτου», της Κάλλιας Παπαδάκη από τις εκδόσεις Πόλις. Μια συλλογή διηγημάτων που περιστρέφονται γύρω από τον ακάλυπτο χώρο μιας πολυκατοικίας. Θα βρείτε ομοιότητες με τη ζωή σας.
Τέταρτο ένα κόμικ που έχω επαινέσει επανειλημμένα. «Logicomix» φυσικά από τον Απόστολο Δοξιάδη και τον Χρίστο Παπαδημητρίου. Μεγάλη επιτυχία και στην Αμερική (πρώτο στη λίστα των best sellers των New York Times) για μια ιστορία πάνω στην υπέρτατη λογική, που οδηγεί στην τρέλα.
Στο νούμερο πέντε ένα βιβλίο από το 2008, το «Μεταξύ συρμού και αποβάθρας», της Έλενας Μαρούτσου από τον Καστανιώτη. Μια σύγχρονη ιστορία αναζήτησης της αγάπης με φόντο τους πίνακες του Μαγκρίτ και την ποίηση του Τάσου Λειβαδίτη. Μην αναρωτιέστε για το πώς συνδέονται όλα αυτά. Απλώς διαβάστε το.
Ακολουθεί ένα γνήσιο τέκνο της Μεσσηνιακής γης, ο Νίκος Αραπάκης με το «Και στη μέση η θάλασσα», από τις εκδόσεις Μπατσιούλας. Σχεδόν «ιστορικό» μυθιστόρημα για τις σχέσεις δύο γειτονικών λαών, που μοιάζουν με τους Τούρκους και τους Έλληνες. Όπως συνέβαινε, οι ξένες δυνάμεις και οι δουλοπρεπείς ηγέτες τους σχεδιάζουν να τους ρίξουν στη δίνη ενός πολέμου.
Στην έβδομη θέση το εκπληκτικό «Οριζόντιο ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες», του ποιητή Αργύρη Χιόνη. Ταξιδέψτε με τις μικρές ιστορίες για να βρεθείτε στην Ακαλακούμπα χορεύοντας ρούμπα.
Συνεχίζω με το βαρύ πυροβολικό της σύγχρονης αμερικανικής μυθιστοριογραφίας, τον Φίλιπ Ροθ. Δυστυχώς ακόμα δεν του έχουν δώσει νόμπελ του ανθρώπου, εγώ διάβασα την «Αντιζωή», από τις εκδόσεις Πόλις, εσείς διαβάστε οποιοδήποτε δικό του και ταυτιστείτε με τον κυνικό κλασικό ήρωα των βιβλίων του, τον Ζούκερμαν.
Στην ένατη θέση ένα βιβλίο για να σας τρομοκρατήσει. «Ιός» του πρωτοπόρου Scott Sigler από τις εκδόσεις Πλατύπους.
Καταπατώντας την έννοια του top-10, στη δέκατη θέση συνωστίζονται πέντε βιβλία, που το καθένα θα ήταν κρίμα να μείνει εκτός της λίστας μου. Το κόμικ «Watchmen» του Άλαν Μουρ που μεταφράστηκε πρώτη φορά στη χώρα μας από τις εκδόσεις Anubis, το βιβλιοφιλικό «Μυστικό της τελευταίας σελίδας» του Νίκου Χρύσσου (Καστανιώτης), η συλλογή διηγημάτων «Ο βυθός είναι δίπλα» του επίσης Μεσσήνιου Νίκου Αδάμ Βουδούρη (Πατάκης), ένα ελληνικό φάνταζυ «Ο Λέκγουελ και οι ξεχασμένοι θεοί», του Κωνσταντίνου Μίσσιου (Διόπτρα) και το εξαιρετικό ιστορικό μυθιστόρημα «Σκοτώστε τον Ρόμελ» του δάσκαλου Στίβεν Πρέσφιλντ (Πατάκης).
Ποιο ήταν το πρώτο βιβλίο που διάβασα το 2010; Το «Ένας γέρος που διάβαζε ιστορίες αγάπης» του Λουίς Σεπούλβεδα από τις εκδόσεις Άγρα. Ήταν δώρο και αποδείχθηκε καλό βιβλίο, ενώ για να γράψω τη στήλη έκανα ένα μικρό διάλειμμα από τη «Βραχονησίδα» του Νίκου Μουρατίδη, ο οποίος με έχει εκπλήξει ευχάριστα. Ραντεβού σε δύο εβδομάδες σε κάποιο διαφορετικό σημείο όπου θα συναντήσετε τη Μπρίζα. Και σας υπόσχομαι ότι τότε θα διαβάσετε μία πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη.