Παρασκευή 5 Μαρτίου 2010

Μητροπολιτικές Ιστορίες


Οι Μητροπολιτικές Ιστορίες είναι ένα free press που κυκλοφορεί στην Αθήνα.
Για το 5ο τεύχος τους με προσκάλεσαν να διασκευάσω ένα γνωστό παραμύθι, ώστε να διαδραματίζεται στη σύγχρονη Αθήνα. Επέλεξα το "Χάνσελ και Γκρέτελ". Το παραμύθι που έγραψα ονομάζεται "Αστροναυτικές Ιστορίες".


ΑΣΤΡΟΝΑΥΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Του Γιάννη Πλιώτα

Ο Χάρης είχε παράξενες ιδέες και αλλόκοτη συμπεριφορά· οι συμμαθητές του τον κορόιδευαν. Μερικές φορές έφταιγαν το πολύχρωμο ντύσιμο ή οι ιστορίες που έγραφε στο θρανίο. Αλλά τις περισσότερες φορές έφταιγαν τα βιβλία. Γιατί; Από εκεί αντλούσε τις παράξενες ιδέες. Και διάβαζε πολύ.
Η αδερφή του ονομαζόταν Κατερίνα. Δυο τάξεις μικρότερη, ντροπαλή, μελετηρή, χωρίς εξάρσεις χαρακτήρα ή περιττές πρωτοβουλίες από αυτές που αναστατώνουν κηδεμόνες και καθηγητές. Αν έμπλεκε ήταν εξαιτίας του Χάρη. Ο Χάρης κατέβαζε μια ιδέα (παράξενη) και ξαφνικά μπλεκόταν και η Κατερίνα, επειδή απλώς ακολουθούσε. Τον εμπιστευόταν περισσότερο απ’ οποιονδήποτε και γι’ αυτό πολύ στεναχωριόταν όταν ο πατριός τους τού φερνόταν σκληρά.
Μια φορά ήταν Κυριακή απόγευμα, μια απ’ τις συνηθισμένες Κυριακές στο καταθλιπτικό σπίτι τους. Είχαν τελειώσει με τα μαθήματα, αλλά δεν μπορούσαν να βγουν έξω να παίξουν. Ήταν τιμωρημένοι από την προηγούμενη μέρα, που ο πατριός μανιασμένος έσκισε στα δύο το «Από τη γη στη Σελήνη». Όχι ότι ο Χάρης είχε εκφράσει ποτέ τη διάθεση να γίνει αστροναύτης, αλλά κατά τον κύριο Ιωαννίδη τα παιδιά δεν έπρεπε να διαβάζουν ανοησίες. Ο πατριός διάβαζε μόνο ποίηση, αραιά και πού. Όχι τίποτα σπουδαίους λογοτέχνες, μόνο μέτριους ώστε να μην αδικείται πολύ στη σύγκριση.
Όπως και να ‘χε, Χάρης και Κατερίνα βαριόταν ο καθένας στο δωμάτιό του, έχοντας μπροστά την προοπτική μιας απόλυτα ανιαρής μέρας. Κατά τη διάρκεια των τιμωριών η μόνη ψυχαγωγία που επιτρεπόταν ήταν η τηλεόραση, μιας και σύμφωνα με τη γυναίκα του πατριού «θα ήταν βάναυσο να τους την απαγορέψει». Όμως τα δύο αδέλφια δεν έβλεπαν τηλεόραση, παρά μόνο σε dvd κανένα ντοκιμαντέρ με κροκόδειλους και φίδια (αγαπημένο εκείνο με το τρομακτικό Μαύρο Μάμπα).
Η Κατερίνα ξεφύλλιζε ακόμα μια φορά το Δον Κιχώτη, όταν η πόρτα του δωματίου άνοιξε αργά-αργά. Ένας αναψοκοκκινισμένος Χάρης μπήκε νυχοπατώντας και της έκανε νόημα να μην μιλήσει. «Τι συμβαίνει;» ψιθύρισε η Κατερίνα. Ο Χάρης την κοίταξε στα μάτια και είπε συνωμοτικά: «Κατερίνα, μια περιπέτεια ανοίγεται. Άσε να μοιραστώ μαζί σου τη μπόρα που μαίνεται στο μυαλό μου».
Με τέτοιες σαιξπηρικές φράσεις ξεκινούσαν οι μπελάδες. Τη μία αναζητούσαν τα Γελάδια του Ήλιου στο κοντινό άλσος, την άλλη κυνηγούσαν τον απέθαντο Κοσέι, ενώ μια φορά έσκαψαν στον ακάλυπτο για τα κόκαλα του Μπαρμπαρόσα.
«Περιπέτεια;!» ενθουσιάστηκε η Κατερίνα. Ο Χάρης ατένισε τον ουρανό έξω από το παράθυρο: «Μια περιπέτεια που θα μας οδηγήσει στην… απαγορευμένη γνώση». Η Κατερίνα σταμάτησε με την παλάμη έναν τρομαγμένο ήχο που θα ‘βγαινε απ’ το στόμα της. Τι τους επιφύλασσε η μοίρα;
***
Το να το σκάσουν κατά τη διάρκεια του μακρόσυρτου μεσημεριανού ύπνου του κυρίου Ιωαννίδη ήταν εύκολο. Αλλά το να καταφέρουν να ταξιδέψουν ως εκεί όπου κρυβόταν ο θησαυρός της απαγορευμένης γνώσης, φάνταζε Οδύσσεια. Για να φτάσουν στ’ ανήλιαγα φαράγγια που περικυκλώνονται από θεόρατα τσιμεντένια δέντρα, έπρεπε να διασχίσουν τρία ρουμάνια, εννιά βουνά και είκοσι εφτά χώρες. Υπογείως.
Ανάμεσα σε δύο τραντάγματα του βαγονιού η Κατερίνα έσκυψε στο αυτί του Χάρη: «Φοβάμαι». Ο Χάρης κοίταξε γύρω τους. Απέναντι κοιμόταν ένας ξεδοντιασμένος γέρος. Δίπλα καθόταν μία κυρία με λάφυρα σε δίχτυα και χαρτοσακούλες. Πάνω από τα κεφάλια τους κρεμόταν ένας μαύρος, ολοφάνερα απεσταλμένος του μέγα βεζίρη της Αβησσυνίας. Απ’ το στόμα του ξεδοντιασμένου έτρεχαν σάλια.
Πρώτα τα δυο παιδιά πετάχτηκαν κι αναδύθηκαν στην επιφάνεια. Τα πεζοδρόμια γεμάτα από κόσμο, στις λεωφόρους βιαστικά αυτοκίνητα. Έκανε κρύο, τα πάντα γκρίζα. Η Κατερίνα είχε αρχίσει να πεινάει. «Και τώρα; Πού πάμε;» ρώτησε διστακτικά. Ο Χάρης ύψωσε λίγο το κεφάλι. Κτήρια και άνθρωποι έκρυβαν τη θέα προς όλες τις κατευθύνσεις. Ήταν όλα τόσο διαφορετικά απ’ το χάρτη που είχε δει στο ίντερνετ. Από ένστικτο έδειξε προς έναν δρόμο που ανηφόριζε, εγκλωβισμένος σε κάγκελα. «Ιδού!» αναφώνησε με αβέβαιη βεβαιότητα. Η Κατερίνα ακολούθησε νοερά το χέρι: «Και πώς θα βρούμε το δρόμο να γυρίσουμε πίσω;» Ο Χάρης έδειξε να περιμένει αυτή την ερώτηση από την υπαρχηγό του. Με μια θεατρινίστικη κίνηση τράβηξε ένα μάτσο χαρτιά από το μπουφάν του. Αυτάρεσκα έδειξε την πρώτη σελίδα στην Κατερίνα. Άναυδη διάβασε την πρώτη σειρά του ανορθόγραφου χειρόγραφου με ορθάνοιχτα μάτια: «Δεν είναι οι οτρηροί στίχοι που συγγράφω/ αλλά όσα κάνω που με χαρακτιρίζουν». Ήταν τα ποιήματα του πατριού. Άξαφνα αποκαλύφθηκε η μεγαλοφυΐα του σχεδίου.
Για να βρουν το δρόμο της επιστροφής, καθώς θα εισχωρούσαν στις στενές χαραμάδες των δρόμων θα σκόρπιζαν πίσω τους σελίδες απ’ την ποιητική συλλογή του πατριού. Κανείς δεν θα μάζευε παλιόχαρτα και αν τύχαινε κάποιος φιλότεχνος να διαβάσει όσα έγραφαν, σίγουρα θα τα παρατούσε στη θέση τους.
Έστριψαν δεξιά, έστριψαν αριστερά, χώθηκαν κάτω από παρκαρισμένα αυτοκίνητα και πέρασαν από σωρούς με χαρτόνια. Τους ακολούθησαν αδέσποτα, μαύροι υπόνομοι παραλίγο να τους καταπιούν και θυμωμένοι περαστικοί γαύγισαν επειδή τους έκοψαν το δρόμο. Σε κάθε γωνία άφηναν και μια σελίδα με στομφώδη τίτλο. «Σιωπηρά αυταπάρνηση», «Άδραστος παραπομπή», «Ακροτελεύτιο Αστραπόβροντο».
Αφού προσπέρασαν ομάδες κατάφρακτων ιπποτών του βασιλιά που φρουρούσαν όλα τα περάσματα και αλαργινούς, μαυροντυμένους επαναστάτες, έφτασαν σε μια πλατεία. Οι πολυκατοικίες αποτραβήχτηκαν κι ένα ξέφωτο σχηματίστηκε. Δεν ήταν μεγάλο κι ούτε έβοσκαν ελάφια στο κάτω από τραπεζάκια στριμωγμένο γρασίδι. Αλλά εκεί υπήρχε το εκπληκτικότερο θέαμα στον κόσμο. Αυτό που έπρεπε να φοράς τα μάτια του Χάρη και της Κατερίνας για ν’ αντικρίσεις.
Στο κέντρο του ξέφωτου φύτρωνε ένα σπιτάκι φτιαγμένο εξ ολοκλήρου από βιβλία, σελίδες, εξώφυλλα κι οπισθόφυλλα! Ένας θησαυρός στη μέση του αφιλόξενου κόσμου, αιώνες κρυμμένος απ’ τους αδαείς. Ο Χάρης παρ’ ότι ήξερε ότι παραμόνευε κίνδυνος, διόλου δεν δίστασε. Κατευθύνθηκε προς το σπιτάκι, να θαυμάσει τα βιβλία που σχημάτιζαν φράχτη, τοίχους, παράθυρα, στέγη, καμινάδα.
Μα δεν πρόλαβε καλά-καλά να τραβήξει έναν τόμο με τίτλο «Έγκλημα και τιμωρία», όταν είδε μέσα απ’ τον ορυμαγδό των βιβλίων να ξεπροβάλει ένα ζαρωμένο πρόσωπο με ελιές, δασιά φρύδια και γαμψή μύτη. Σίγουρα μάγισσα.
«Τι γυρεύετε εδώ;» απαίτησε να μάθει με κορακίστικη φωνή. «Ψάχνετε σοβαρά βιβλία να ξεστραβωθείτε ή σαχλαμάρες για να κάψετε το κεφάλι σας;»
Τα δύο παιδιά κοκάλωσαν. Τι έψαχναν άραγε;
Ο Χάρης σαν μεγαλύτερος κοίταξε την αναμαλλιασμένη μάγισσα και ομολόγησε: «Φτάσαμε στο μαγικό ξέφωτο για να πάρουμε ένα μέρος των τοίχων. Ή έστω λίγη στέγη».
Η γριά έβηξε μερικά δευτερόλεπτα μέσα σ’ ένα βρώμικο μαντήλι και μετά έβαλε τα χέρια στη μέση: «Α, ώστε έτσι; Έπρεπε να ‘μασταν σε άλλες εποχές και να δούμε αν θα γλυτώνατε με κάτι λιγότερο από δυο μπερντάκια. Έχετε χάρη, όμως. Καλύτερα να μοιραστώ το σπίτι μου μαζί σας, παρά να σας αφήσω να αποβλακώνεστε. Και πού ξες; Μπορεί αφού ένα μέρος του σπιτιού μου ζήσει στο δικό σας σπίτι, να αισθάνομαι κι εγώ σαν να έχω το δικό μου».
Τα δύο παιδιά συμφώνησαν κουνώντας τα κεφάλια τους, χωρίς να καταλάβουν όλα τα λόγια της μάγισσας. Εκείνη έχωσε το ροζιασμένο χέρι της στον αριστερό τοίχο και αφού αναμόχλευσε τις στοίβες, τράβηξε δύο βιβλία με ξεθωριασμένα εξώφυλλα: ήταν οι «Χίλιες και μια νύχτες» και το «Γύρω από τη Σελήνη». Οι στοίβες ταλανίστηκαν, αλλά τελικά στάθηκαν όρθιες.
«Αυτά εδώ είναι για του λόγου σας», δήλωσε και αμέσως πρόσθεσε καχύποπτα: «Είναι πέντε ευρώ».
Ο Χάρης κι η Κατερίνα κοιτάχτηκαν απορημένοι, σχεδόν απελπισμένοι.
Η μάγισσα ξεφύσηξε: «Εντάξει μικρά διαβολάκια. Πέντε χρυσά νομίσματα εννοούσα».
Τα πρόσωπα των παιδιών φωτίστηκαν κι ο Χάρης ανέσυρε από την τσέπη του ένα χιλιοδιπλωμένο χαρτονόμισμα. Η μάγισσα το εξαφάνισε στο μανίκι της. Με σεβασμό τους παρέδωσε τα βιβλία. Για ελάχιστα χαμογέλασε αφήνοντας να φανούν δύο σειρές δόντια καμωμένα από μαύρα μαργαριτάρια και είπε: «Να γυρίσετε τώρα γρήγορα σπίτι. Όταν πέφτει σκοτάδι βγαίνουν δράκοντες και βρικολάκοι».
Τα παιδιά κατένευσαν και με δέος της έσφιξαν το χέρι. Ήταν μια καλή μάγισσα.
Τρέχοντας ακολούθησαν μαζεύοντας τα ανέγγιχτα ποιήματα από το ξέφωτο μέχρι το σταθμό του υπόγειου ποταμού. Με λίγη τύχη θα προλάβαιναν να επιστρέψουν πριν το ρολόι στο σαλόνι σημάνει έξι.
Πίσω η άστεγη μάγισσα έριξε μια ματιά στον αναποφάσιστο ουρανό και ευχήθηκε να μη βρέξει, για να ζήσει κι αυτή μια ακόμα νύχτα καλύτερα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: