Παρασκευή 29 Μαΐου 2009

28 Μαίου- Ο ήχος του ακάλυπτου

Καλημέρα!

Χάρηκα πολύ την περασμένη Πέμπτη, γιατί στις πανελλήνιες εξετάσεις που ολοκληρώνονται αυτές τις μέρες, το θέμα της νεοελληνικής λογοτεχνίας ήταν ένα ποίημα του Μίλτου Σαχτούρη, αυτού του τόσο σημαντικού ποιητή της χώρας μας. Αν δεν έχετε στα ράφια της βιβλιοθήκης σας κάτι δικό του, θα πρότεινα να αναζητήσετε, οι στίχοι του είναι πανέμορφοι: «Χρόνια ο ουρανός ήτανε ένα δύσκολο χαρτί κρυμμένο μεσ' στην τσέπη μου / και μεσ' στον κήπο μου φύτρωνε όλη τη μέρα αίμα / γιατί βροχή πέφταν οι πέτρες απ' τον άλλο ουρανό / τσακίζοντας κρέατα & κόκκαλα / Έτσι σαν ήθρε η Ανάσταση ντυμένος μαύρα μ' ένα κόκκινο κερί / βγήκα τρελός στους δρόμους ήμουνα ένα κίτρινο πουλί σαν κι αυτά που ζωγράφιζε ο Modigliani / Ποτέ μου / ποτέ μου δεν είχα γεννηθεί...»

Προχωράμε στο δικό μας θέμα και επιστρέφουμε σήμερα στα αφιερώματα σε Έλληνες συγγραφείς, με μία συλλογή διηγημάτων που κυκλοφόρησαν πρόσφατα οι εξαιρετικά καλαίσθητες εκδόσεις «Πόλις». Πρόκειται για το πολύ καλό βιβλίο «Ο Ήχος του Ακάλυπτου: έξι κοινόχρηστες ιστορίες», της νεαρής πρωτοεμφανιζόμενης συγγραφέως Κάλλιας Παπαδάκη. Η Κάλλια γεννήθηκε στο Διδυμότειχο το 1978, μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη και σπούδασε οικονομικά στις ΗΠΑ, στο Bard College και στο Πανεπιστήμιο Brandeis. Όπως όμως φάνηκε, παράλληλα καλλιέργησε και την αγάπη της για τη λογοτεχνία.

Πριν από δύο εβδομάδες είχα την τύχη να παρακολουθήσω την παρουσίαση που έγινε για το βιβλίο στην Πάτρα και έτσι σχημάτισα ακόμα σφαιρικότερη γνώμη για το περιεχόμενό του. Το είχα διαβάσει νωρίτερα και η δική μου ανάλυση συνέπεσε σε πολλά σημεία με όσα ειπώθηκαν εκείνη τη βραδιά για τον «Ήχο του Ακάλυπτου». Γνώρισα την ευγενέστατη Κάλλια και για να μάθουμε όλοι περισσότερα, της ζήτησα να μου παραχωρήσει μία συνέντευξη για τους αναγνώστες της Μπρίζας, την οποία και θα διαβάσετε παρακάτω.

Ο «Ήχος του Ακάλυπτου» είναι γκρίζος, μουντός, είναι ο ήχος που ανεβαίνει και κατεβαίνει στον φωταγωγό και διαχέεται μονότονα γιατί μονότονες είναι και οι ζωές των συνηθισμένων ανθρώπων. Ενίοτε, όμως είναι και αστείος, λίγο πιο φωτεινός μέσα στη κατήφειά του και συντονίζεται με τη ζωηρή καθημερινότητα των όχι και τόσο συνηθισμένων ανθρώπων.

Το βιβλίο αποτελείται από έξι διηγήματα, τα οποία έχουν βρεθεί δεμένα μέσα στις ίδιες σελίδες, ενωμένα απ’ τον συνδετικό κρίκο της αναγκαστικής, κάθετης συγκατοίκησης. Θα διαβάσετε έξι ιστορίες ενοίκων μιας τσιμεντένιας πολυκατοικίας, που αν και η κάθε μία είναι φαινομενικά ανεξάρτητη από την άλλη, μολαταύτα συνδέονται με λεπτά, πλην φανερά νήματα. Με την αστικοποίηση που έγινε στην Ελλάδα τις δεκαετίες του ’60 και του ‘70, ήταν φυσικό η δράση στις ιστορίες καθημερινότητας να μεταφερθεί από τις αυλές των σπιτιών, στους ακάλυπτους των πολυκατοικιών. Η νέα γενιά συγγραφέων έχει μεγαλώσει σε αστικό τοπίο και από εκεί αντλεί τη θεματολογία της.

Γενικά ο «Ήχος του Ακάλυπτου» αξίζει να διαβαστεί για να πάρετε μία απολαυστική γεύση της σύγχρονης πεζογραφίας και για να αποδράσετε από τη ρουτίνα της δικής σας πολυκατοικίας. Εντυπωσιακό είναι ότι ανάλογα με τον ήρωα του διηγήματος, αλλάζει και ο τρόπος γραφής για να συνταιριάζει με την ιδιοσυγκρασία και την ψυχοσύνθεσή του. Η Κάλλια Παπαδάκη γράφει πολύ ωραία και θα περιμένουμε στο μέλλον ακόμα περισσότερα από την πένα της. Συγχαρητήρια νομίζω αξίζει και ο εκδοτικός οίκος και για την πολύ φροντισμένη σύνθεση, αλλά και για τη χαρακτηριστική υφή του εξωφύλλου. Τον «Ήχο του Ακάλυπτου» θα τον βρείτε στο κοντινότερο βιβλιοπωλείο σας και τότε θα μάθετε περισσότερα για τον τυφλό που απάγεται απ’ τη ρωσο-πακιστανική μαφία γιατί «είδε κάτι που δεν έπρεπε», για τις κουτσομπόλες Τάδε και Μαριλένα, για τον lifeless διαμεσολαβητή πτωμάτων, για τη μεταμελημένη Δήμητρα, για τον συγγραφέα που γράφει σαν τρελός για να προλάβει και τέλος για την ημίτρελη ιδιοκτήτρια πανσιόν.

Αυτά για την ώρα. Ραντεβού την επόμενη Πέμπτη! Εσείς συνεχίστε την ανάγνωση με όσα είπαμε με την Κάλλια για την οικονομία, τη Θεία Δίκη, τον πόλεμο στην Αλγερία και το happy end στα βιβλία.

- Πώς είναι να είσαι συγγραφέας σε τόσο νεαρή ηλικία; Έχεις άγχος πριν από μια παρουσίαση ή μιλώντας σε συναδέλφους;

Δεν ξέρω. Τις ίδιες αγωνίες έχω, την ίδια κακή και καλή διάθεση, την ίδια ρουτίνα. Αν κάτι έχει αλλάξει, είναι πως δεν αισθάνομαι τόσο έντονα την ανάγκη να καταπιαστώ με το πληκτρολόγιο του υπολογιστή. Περιμένω πρώτα να σβήσει ο απόηχος του ήχου του ακάλυπτου. Όσο για το άγχος, μάλλον εγκλιματίζομαι σταδιακά στους ρυθμούς του. Βέβαια, το πιο αμήχανο κομμάτι της συγγραφής είναι εκείνο της επόμενης μέρας: το μετά-συγγραφικό. Λίγο πριν την παρουσίαση τα χέρια βαραίνουν και δεν έχεις που να τ΄ακουμπήσεις, το σώμα κάθεται λίγο άγαρμπα κι άβολα στην καρέκλα, το κοινό μισοχαμογελά και κρέμεται από την πρώτη σου κουβέντα. Ακόμη και τώρα, η προοπτική μιας παρουσίασης μου δημιουργεί την ίδια εσωτερική ανησυχία. Όσο για τους συναδέλφους που τυχαίνει ή μη, να παραβρίσκονται στο κοινό μιας παρουσίασης, σίγουρα δεν δρουν αγχολυτικά.

- Μπορεί κάποιος στην Ελλάδα να ζήσει επαγγελματικά από τη συγγραφή;

Μάλλον όχι. Οι Έλληνες δεν διαβάζουν όσο οι Σκανδιναβοί. Η αγορά του βιβλίου είναι μικρή και περιορισμένη. Όσο κι αν τα ποσοστά αναγνωσιμότητας μπορεί να έχουν αυξηθεί, το αναγνωστικό κοινό παραμένει κοντά στο 10 τοις εκατό. Πλην ορισμένων συγγραφικών εξαιρέσεων, όπου οι πωλήσεις φτάνουν τις δεκάδες χιλιάδες, έχω την εντύπωση πως δεν είναι εφικτό να ζει κανείς μόνο από τα έσοδα των πωλήσεων. Είναι θέμα απλής αριθμητικής: όπως και να το δεις ο ισολογισμός βαραίνει προς τα κάτω.

- Υπάρχουν και στην αληθινή ζωή κάποιοι απ' τους χαρακτήρες του βιβλίου; Σε τι ποσοστό οι συγγραφείς συγκρατούν λεπτομέρειες απ' τον κόσμο γύρω τους για να τις χρησιμοποιήσουν στα βιβλία τους;

Νομίζω πως ναι. Οι χαρακτήρες μου υπάρχουν, γιατί τα διάσπαρτα δομικά στοιχεία τους πηγάζουν από την καθημερινότητα. Είτε μελλοντική, είτε παρελθοντική. Η σκέψη και μόνο, η σύλληψη οποιασδήποτε ιδέας, θέτει την πιθανότητα εκπλήρωσής της. Το μυαλό προοικονομεί αυτά που όσο απίθανο κι αν μοιάζουν, μπορεί να συμβούν. Οι συγγραφείς συλλέγουν υλικό από τον κόσμο γύρω τους, το καταγράφουν και το μεταπλάθουν σε μια έκφανση της πραγματικότητας.

- Το τελευταίο διήγημα, το "Όλα σε τάξη" αφήνει έντονη γεύση "Θείας Δίκης". Πιστεύεις ότι υπάρχει και στην πραγματικότητα κάτι ανάλογο;

Μπορεί και να υπάρχει. Η Θεία Δίκη θυμίζει τις ζαριές στο τάβλι, έρχεται κι ανατρέπει τις χαμένες παρτίδες. Όταν έγραφα τη Ζωή (με όλο το συμβολισμό που δύναται να φέρει το όνομά της) δεν μου πήγαινε μια γυναίκα τόσο τυραννισμένη, τόσο κακότυχη στις ζαριές που της έτυχαν, να την αφήσω έρμαιο μιας άδικης μοίρας. Έστω και χωρίς την έμπρακτη και συνειδητή συμμετοχή της Ζωής, άρα χωρίς το προσωπικό στοιχείο της εκδίκησης, οι βασανιστές της έπρεπε να τιμωρηθούν, εξού και το τέλος που τους επιφυλάσσει η ιστορία. Όμως δεν είναι παρά ένα γκρίζο τέλος, κλείνεις το βιβλίο και μένεις μ’ένα μισό, στραβό, αμήχανο χαμόγελο.

- Τα βιβλία πρέπει να έχουν happy end;

Κανείς δεν υποχρεώνει κανέναν για τίποτα. Τα βιβλία έχουν το τέλος που τους ταιριάζει. Το τέλος έρχεται σαν μια συνδετική κατακλείδα που δένει αρχή και μέση. Είναι η φυσική εξέλιξη της μυθοπλασίας. Το τέλος, happy or not, πρέπει να αφουγκράζεται το ύφος, τη δομή και το περιεχόμενο της αφήγησης.

- Ο ήχος του ακάλυπτου είναι ένας μουντός, θλιμμένος ήχος;

Ο ήχος του ακάλυπτου είναι ένας παράξενος ήχος, ένα συνονθύλευμα ήχων που σου τραβά την προσοχή, κάπως οικείο, όμως παράταιρο, σε κερδίζει με τη σελίδα, σαν ένα προσωπικό στοίχημα, λέξη με τη λέξη σε γοητεύει, και κάθε τόσο πατά πάνω σε μια ύφεση που σου σφίγγει το στομάχι.

- Πώς φαντάζεσαι τον εαυτό σου μετά από δέκα χρόνια; Υπάρχει κάποιο όνειρο που θα ήθελες οπωσδήποτε να πραγματοποιήσεις;

Πριν από δέκα χρόνια, βρισκόμουν στην Αμερική και έκανα σπουδές οικονομίας. Η ορθολογιστική προοπτική ήταν να γίνω μια πολυάσχολη οικονομολόγος και να ζω στην Νέα Υόρκη. Ο οικονομικός ορθολογισμός κουτσά στραβά αποδέχεται το απρόοπτο, ως εξωγενές συμβάν, όχι όμως και την προοπτική της αβεβαιότητας, ως μια ενδογενή δυναμική κατάσταση. Εάν η οικονομική θεωρία κατανοείται καλύτερα με βάση τον ορθολογισμό, η ίδια η εμπερία της ζωής τον ανατρέπει. Δέκα χρόνια μετά, κι έχω ανατρέψει τις τότε προσδοκίες που βασίστηκαν στα χνάρια της τότε πρωτινής πορείας. Οπότε, τώρα πια, τα δέκα χρόνια μετά, μοιάζουν αναπάντεχα πιθανά, ανατρέψιμα κι αναστρέψιμα. Ποιός ξέρει; Καμιά φορά ονειρεύομαι την Νέα Υόρκη από την αρχή, με δικούς μου όρους και προΰποθέσεις.

- Θα έγραφες ένα βιβλίο στα αγγλικά για να έχεις περισσότερες ευκαιρίες να γίνεις γνωστή στο εξωτερικό;

Μόνο αν βίωνα την καθημερινότητα της πόλης στ’αγγλικά. Η ίδια η γλώσσα της καθημερινότητας δίνει ρυθμό, δομή και περιεχόμενο στην αφήγηση. Δεν θα μπορούσα να γράψω ένα αγγλικό κείμενο στην Ελλάδα. Θα του στερούσα τη μισή ζωή.

- Ποιο είναι το κίνητρό σου για να γράφεις;

Η προσωπική μου διασκέδαση, η δυνατότητα να φτιάχνω μικρόκοσμους, να παίζω με τις λέξεις και να συνθέτω εικόνες, να σκηνοθετώ πάνω στο χαρτί.

- Kindle ή παραδοσιακό βιβλίο;

Παραδοσιακό βιβλίο. Με τσαλακωμένες, βρεγμένες, σκισμένες, πολυκαιρισμένες σελίδες, με σημειώσεις υποσημειώσεων κι αναφορές στο παρελθόν.

- Διαβάζεις συγκεκριμένα είδη λογοτεχνίας; Θα μοιραστείς με λίγα λόγια κάτι που διάβασες πρόσφατα και θα το πρότεινες στους αναγνώστες;

Τα τελευταία δυο χρόνια προτιμώ το νουάρ μυθιστόρημα. Πριν από λίγο καιρό διάβασα Το Μαύρο Αλγέρι του Maurice Attia. Το βιβλίο με γοήτευσε, η ατμόσφαιρα μου έφερε στο μυαλό κομμάτια από το μικρό στρατιώτη του Γκοντάρ. Ο πόλεμος της Αλγερίας, η ακροδεξία οργάνωση που δεν θέλει την αναγνώριση της ανεξαρτησίας της Αλγερίας από την κυβέρνηση Ντε Γκωλ, η αδιάφορη αστυνομία και ο μη συμβατικός αστυνόμος Μαρτίνεθ, που προσπαθεί να εξιχνιάσει μια υπόθεση δολοφονίας, συνθέτουν όλα μαζί το σκηνικό ενός πολιτικού και ιστορικού μυθιστορήματος με νουάρ δράση κι αφήγηση.

- Τρεις από τις αγαπημένες σου ταινίες;

Εφιστώ την προσοχή στο “τρεις από τις αγαπημένες σου” και όχι στο “οι τρεις αγαπημένες σου ταινίες”! Uzak του Ceylan, Les enfants du paradis του Carné, American Beauty του Mendes.

Πέμπτη 21 Μαΐου 2009

21 Μαίου- Περί Τυφλότητος/ Στρατιώτες της Σαλαμίνας

Δύο παλαιότερες εκδόσεις που θα σας «ρουφήξουν» στον κόσμο τους

Του Γιάννη Πλιώτα


Καλημέρα από τα πάνω πάνω ράφια της βιβλιοθήκης σας, όπου είμαι σίγουρος ότι αναπαύονται (σκονίζονται κοινώς) διάφορα αδιάβαστα βιβλία, που κατέληξαν εκεί το καθένα για τους δικούς του λόγους. Ισως θα πρέπει να ρίξετε μια ματιά εκεί· μπορεί να κρύβεται ένας ξεχασμένος λογοτεχνικός θησαυρός, πρόθυμος να σας κρατήσει συντροφιά πριν κοιμηθείτε, ενώ έχετε κλειστή την τηλεόραση ή σ’ ένα βαρετό ταξίδι. Αν, όμως, είστε σίγουροι ότι δεν υπάρχει τίποτα αξιόλογο ή καινούργιο εκεί ψηλά, τότε διαβάστε παρακάτω.

Ναι, είναι αλήθεια ότι είχα υποσχεθεί παρουσίαση βιβλίου και συνέντευξη για αυτή την εβδομάδα, αλλά χρειάστηκα λίγο χρόνο παραπάνω και έτσι σήμερα θα προτείνω δύο βιβλία ξένων συγγραφέων, που διάβασα πρόσφατα και μου έκαναν εντύπωση. Δεν είναι πρόσφατες εκδόσεις, αλλά και τα δύο είναι σημαντικά έργα και είναι ίσως πολύ άδικο που θα τα προσπεράσω επί τροχάδην. Πάντως ακόμα κι έτσι αξίζει να αναφερθούν τώρα που βρήκα ευκαιρία.

Πρώτα απ’ όλα οι «Στρατιώτες της Σαλαμίνας» του Ισπανού Χαβιέ Θέρκας, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πατάκη το 2002. Μου το σύστησαν δύο φίλοι μου ως αριστούργημα και με «προειδοποίησαν» ότι θα δυσκολευόμουν να το αφήσω από τα χέρια μου, όπως και έγινε. Το βιβλίο έχει γίνει πολύ γνωστό σε όλη την Ευρώπη, ενώ στην Ισπανία θεωρείται ότι άφησε εποχή. Οταν το πρωτοπήρα στα χέρια μου, έκανα την εύλογη ερώτηση: Γιατί λέγεται «Στρατιώτες της Σαλαμίνας» βρε παιδιά; Η απάντηση που πήρα ήταν ότι δεν χρειάζεται να ξέρω. Και όντως έτσι ήταν. Δεν χρειάζεται να μάθετε πολλά για το βιβλίο. Μόνο ότι αναφέρεται στην εποχή του ισπανικού εμφυλίου και ότι είναι ένα ευφυέστατο υβρίδιο μεταξύ ιστορικής μελέτης και αυτοβιογραφικού μυθιστορήματος. Το 2003 μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο και αν σας αρέσει το καλό είναι ότι υπάρχει το επόμενο βιβλίο του Θέρκας, η «Ταχύτητα του φωτός», που είναι εξίσου αξιόλογο.

Για το δεύτερο βιβλίο είμαι τυχερός, γιατί έπεσε στα χέρια μου στην παραλία, ένα Σάββατο πριν από δυο τρεις εβδομάδες (ναι εδώ στην Πάτρα είμαστε από νωρίς για μπάνια). Το είχε φέρει μία φίλη μου και ευγενικά της το έκλεψα για να το ξεκινήσω. Περιττό να πω ότι για τις επόμενες ώρες απλά απομονώθηκα απ’ το περιβάλλον και παρ’ ότι σχεδόν πάνω από το κεφάλι μου επικρεμόταν ένα θορυβώδες ηχείο, το βιβλίο κατάφερε να με τραβήξει στον κόσμο του. Πρόκειται για το διεθνώς αναγνωρισμένο «Περί τυφλότητος» του βραβευμένου με νόμπελ (1998) Πορτογάλου συγγραφέα Ζοζέ Σαραμάγκου, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Το «Περί τυφλότητας» μεταφέρθηκε πρόσφατα στον κινηματογράφο ως «Blindness» με πρωταγωνίστρια την Τζούλιαν Μουρ, αλλά δεν είδα την ταινία (που είχε περιορισμένη απήχηση ούτως ή άλλως). Νομίζω ότι όλοι θα έπρεπε να μυηθείτε στον φανταστικό κόσμο που δημιουργεί ο Σαραμάγκου και να χαθείτε στους αντισυμβατικούς διαλόγους του. Αν δεν έχετε ακούσει πολλά για την πλοκή καλύτερα να μην σας το χαλάσω, όπως γίνεται συνήθως στις κριτικές. Η ιστορία ξεκινάει με την ανεξήγητη τύφλωση ενός ανθρώπου και κατόπιν τα γεγονότα παίρνουν τη μορφή χιονοστιβάδας. Αν και έχει δράση και αγωνία, σίγουρα αυτό δεν είναι το ζητούμενο, μιας και θίγονται μέσα στις σελίδες του πολλά άκρως ενδιαφέροντα φιλοσοφικά και ανθρωπολογικά ζητήματα. Το τελικό ερώτημα που τίθεται εμμέσως, αφορά τη δομή της κοινωνίας και την υπό ακραίες συνθήκες συμπεριφορά μας.

Περίπου αυτά για σήμερα. Υπενθυμίζω ότι όλα τα παλιότερα θέματα της στήλης στα οποία μπορείτε να ανατρέξετε για να διαλέξετε βιβλία, θα βρείτε στο ιστολόγιό μου, το «Σελίδες για άλλες Σελίδες» στη διεύθυνση: giannis-pliotas.blogspot.com. Εκεί μπορείτε να δείτε και τις επερχόμενες παρουσιάσεις, οι οποίες για όλο τον επόμενο μήνα είναι καλυμμένες από βιβλία Ελλήνων συγγραφέων. Ενα κοινωνικού περιεχομένου, ένα ιστορικό μυθιστόρημα και δύο επιστημονικής φαντασίας. Καθόλου άσχημα.
Ως τότε, καλές αναγνώσεις!

Σάββατο 16 Μαΐου 2009

14 Μαίου- Illuminati

Νταν Μπράουν… το ανάγνωσμα

Του Γιάννη Πλιώτα


Καλημέρα!

Αντί προλόγου, ξεκινάω με ενημέρωση για την παρουσίαση ενός βιβλίου που γίνεται σήμερα (14/5) στην Πάτρα. Πρόκειται για τη συλλογή διηγημάτων «Ο ήχος του ακάλυπτου: Έξι κοινόχρηστες ιστορίες» της πρωτοεμφανιζόμενης Κάλλιας Παπαδάκη, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πόλις. Η παρουσίαση θα γίνει στις 20:30 στο βιβλιοπωλείο Πρωτοπορία, ενώ για το βιβλίο θα μιλήσει ο συγγραφέας Βασίλης Λαδάς. Αναφέρω την παρουσίαση μιας και χθες το βράδυ τελείωσα την ανάγνωση του βιβλίου, το οποίο αποδείχθηκε πολύ καλό. Περισσότερα για αυτό θα μάθετε στα «ράφια» της επόμενης εβδομάδας, μαζί με μια συνέντευξη της συγγραφέως.

Στο κυρίως θέμα μας, θα ασχοληθώ με κάτι από τα παλιά, που όμως λόγω μίας ακριβής κινηματογραφικής παραγωγής, έρχεται ξανά στην επιφάνεια και μάλιστα με τα φόντα να παραμείνει εκεί και να μας απασχολήσει για καιρό. Με αφορμή τη σημερινή πρεμιέρα της πολυδιαφημιζόμενης ταινίας του Ρον Χάουαρντ «Illuminati», θα γράψω λίγα λόγια για τα δημοφιλή βιβλία του Νταν Μπράουν και ειδικά το τρίτο, πάνω στο οποίο βασίστηκε η ταινία.

Τα βιβλία του Νταν Μπράουν είναι κατά σειρά έκδοσης: «Ψηφιακό Οχυρό», «Αρκτικός Κύκλος» και τα δύο στα οποία πρωταγωνιστεί ο καθηγητής Ρόμπερτ Λάνγκτον, «Illuminati» («Angels and Demons» ο αγγλικός τίτλος) και ο «Κώδικας Ντα Βίντσι», που όπως είναι γνωστό πούλησε δεκάδες εκατομμύρια αντίτυπα σε όλο τον κόσμο και συζητήθηκε όσο κανένα. Ειδικά το τελευταίο δέχθηκε τα πυρά όχι μόνο φανατικών Χριστιανών, που δεν ανέχονταν ένα μυθιστόρημα φαντασίας να υποστηρίζει ότι ο Χριστός απέκτησε έναν γιο με τη Μαρία Μαγδαληνή (υποθέτω όλοι ξέρετε πάνω-κάτω την υπόθεση, ελπίζω να μην σας το χάλασα), αλλά και λογοτεχνικών κύκλων. Οι τελευταίοι παρέβλεψαν εντελώς το γεγονός ότι ο «Κώδικας Ντα Βίντσι» δημιούργησε μία νέα μερίδα αναγνωστών, η οποία πολύ απλά δεν υπήρχε και αποσιώπησαν όλες τις -κινηματογραφικών καταβολών- αρετές του βιβλίου, που το καθιστούσαν τόσο συναρπαστικό.

Το «Illuminati» δεν προκάλεσε αντιδράσεις και για αυτό στην εποχή του είχε περάσει σχετικά απαρατήρητο, αν και βάζοντάς τα στην ίδια ζυγαριά, κλίνω στην άποψη ότι ήταν καλύτερο βιβλίο από το άτυπο sequel του, τον Κώδικα. Η ακριβής υπόθεση δεν έχει πολύ σημασία, αν σκοπεύετε να δείτε την ταινία. Ο Μπράουν εφαρμόζει στα βιβλία μία κοινή συγγραφική φόρμουλα, μια κοινή «μαθηματική εξίσωση»: Γίνεται ένας αποτρόπαιος φόνος. Ενας θεωρητικός ερευνητής καλείται να βγάλει συμπέρασμα. Γνωρίζεται με μία όμορφη, πλην έξυπνη και δυναμική γυναίκα. Ακολουθούν διάφορες επιστημονικές διαλέξεις, που αποκαλύπτουν κρυφές πτυχές της ιστορίας. Παράλληλα ένας δολοφόνος αφήνει πίσω του πτώματα στο όνομα μίας συνωμοσιολογικής οργάνωσης. Γρήγορες εναλλαγές σκηνών, μικρά κεφάλαια και κλείσιμο σκηνών που πάντα προοικονομούν αγωνιώδεις εξελίξεις.

Η ταινία «Illuminati» κατά πάσα πιθανότητα θα κάνει επιτυχία, περισσότερο γιατί θα είναι μία καλή ταινία και γιατί έχει διαφημιστεί και πολύ λιγότερο για τα όσα θα περιστραφούν γύρω της. Αλλωστε ακόμα και η επίσημη εφημερίδα του Βατικανού, τη χαρακτήρισε «άκακη διασκέδαση», «ένα βιντεοπαιχνίδι που κυρίως εξάπτει τη φαντασία και είναι επίσης, ίσως, λίγο διασκεδαστικό», «συναρπαστική» και «μια γιγάντια και έξυπνη εμπορική επιχείρηση γεμάτη ιστορικές ανακρίβειες και στερεότυπους χαρακτήρες». Βέβαια αυτή τη φορά, σύμφωνα με την πλοκή η καθολική εκκλησία είναι με τους καλούς.

Κατά τη γνώμη μου ο «Κώδικας» ήταν ένα καλό βιβλίο, όπως άλλωστε και τα τρία προηγούμενα. Σε περίπτωση που έχετε κάποια κενά στη φόρμουλα Νταν Μπράουν, σας προτείνω να ανατρέξετε στο κοντινότερο βιβλιοπωλείο ή στην κοντινότερη βιβλιοθήκη για να συμπληρώσετε το κενό στη βιβλιοθήκη σας. Και τα τέσσερα βιβλία κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Λιβάνη, σε πολύ καλή μετάφραση του Χρήστου Καψάλη, ενώ το προσωπικό αγαπημένο είναι ο «Αρκτικός Κύκλος». Αν πάλι ανήκετε στους φίλους του Αμερικάνου συγγραφέα, τότε κάντε λίγο υπομονή μέχρι τις 15 Σεπτεμβρίου, οπότε και κυκλοφορεί μετά από χρόνια αναμονής, το νέο του βιβλίο με τίτλο «Το χαμένο σύμβολο» και ήρωα ξανά τον αστικό Ιντιάνα Τζόουνς, καθηγητή Ρόμπερτ Λάνγκτον.

Παρασκευή 8 Μαΐου 2009

7 Μαίου- Ο βυθός είναι δίπλα

Το τρυφερό σκοτάδι του βυθού...
Λίγο πριν την ανακοίνωση των λογοτεχνικών βραβείων του περιοδικού «Διαβάζω» ο υποψήφιος στην κατηγορία πρωτοεμφανιζόμενων συγγραφέων Νίκος Αδάμ Βουδούρης μιλάει στη Μπρίζα για τις μικρές ιστορίες του, τους αναγνώστες, αλλά και τον εκδοτικό χώρο… Θυμάται επίσης μια «καταιγίδα βιβλική» στη Βέργα της Καλαμάτας.

Αφήνοντας πίσω γιορτές, πανηγύρια, στεφάνια κλπ και έχοντας πάντα κατά νου το επόμενο τριήμερο προς απόδραση, συνεχίζουμε με μία ακόμα παρουσίαση ελληνικού βιβλίου, από τα πλέον αξιόλογα που θα βρείτε αυτή την περίοδο στις προθήκες. Και ο εύφημος χαρακτηρισμός «πλέον αξιόλογο» δεν είναι αυθαίρετος, αλλά εδράζεται σε ένα καθ’ όλα αντικειμενικό κριτήριο. Αν θυμάστε πριν από δύο εβδομάδες είχα γράψει για τις υποψηφιότητες των λογοτεχνικών βραβείων, του περιοδικού ΔΙΑΒΑΖΩ.
Τώρα που εσείς διαβάζετε αυτές τις γραμμές τα αποτελέσματα έχουν ήδη ανακοινωθεί, αλλά μιας και γράφω τη στήλη μερικές μέρες νωρίτερα, θα συνεχίσω το άρθρο μου, χωρίς να γνωρίζω αν ο σημερινός φιλοξενούμενος μου συγκαταλέγεται ανάμεσα στους νικητές. Γιατί ο Νίκος Αδάμ Βουδούρης με το βιβλίο «Ο βυθός είναι δίπλα», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Πατάκη, ήταν υποψήφιος για το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα. Σε αυτές τις περιπτώσεις βέβαια, δεν έχει νομίζω τόση σημασία η βράβευση, όσο ο έπαινος που αποδεικνύει ότι ένας νέος συγγραφέας διάνυσε με το πρώτο κιόλας βήμα του, ένα μεγάλο τμήμα του δρόμου.
Ας συνεχίσουμε με λίγα πράγματα για να γνωρίσουμε καλύτερα τον συγγραφέα, πριν μας συστηθεί με τα λόγια του: ο Νίκος Αδάμ Βουδούρης γεννήθηκε στο Γλυκορρίζι της Μεσσηνίας και σπούδασε αρχιτεκτονική στο Μετσόβιο Πολυτεχνείο. Διηγήματά του έχουν δημοσιευτεί στα περιοδικά "Οδός Πανός", "Εντευκτήριο" και "Μπιλιέτο", καθώς και σε ανθολογίες νεοελληνικού διηγήματος. Παρακολούθησε σεμινάρια δημιουργικής γραφής στο Εθνικό Κέντρο Βιβλίου, ενώ το "Ο βυθός είναι δίπλα" είναι το πρώτο βιβλίο του και όπως φαίνεται προάγγελος μίας επιτυχημένης πορείας.
Τι μπορούμε να περιμένουμε; «Ιστορίες προσώπων που εκποιούν τη λύπη τους, αποθηκεύουν τη χαρά και εχθρεύονται την κανονικότητα. Σπίτια, μαγαζιά, ιδρύματα, δρόμοι και πλατείες είναι τα σκηνικά των δέκα διηγημάτων, που προσπαθούν να δώσουν απαντήσεις στα εξής ακανθώδη ερωτήματα», σύμφωνα πάντα με το οπισθόφυλλο:
Πότε μια μάνα θα απαλλαγεί επιτέλους από το μπουρνούζι του γιου της; Τι μπορεί να συμβεί στην πίσω πλευρά, την ανήλιαγη, ενός καλοστημένου ευπρεπούς ολόλευκου σπιτιού; Αντιγράφονται οι λυγμοί και οι στεναγμοί; Ποιος είναι ο διαβόητος Μπέκο Παρμιτζάν; Σε ποιο θρόνο ανέβηκες όταν ήσουνα μικρός και αλήτευες εκεί στα πέριξ της Ελευσίνας; Ποιος βυθός σε περιμένει ένα βροχερό Σαββατοκύριακο και τι παραπάνω έχεις εσύ από τους άλλους;
Η τρέλα της διπλανής πόρτας

Ο «Βυθός είναι δίπλα» είναι μία συλλογή μικρών διηγημάτων, που πιάνονται από διάφορες προσωπικότητες της καθημερινότητας και τις προεκτείνουν ίσως ως τις δικές μας καθημερινότητες- αν ευσταθεί ένας τέτοιος όρος. Από τις σελίδες περνούν διάφοροι πρωταγωνιστές της τρέλας της διπλανής πόρτας και ενίοτε μέσα απ’ την ανάγνωση θα μας απασχολήσουν οντότητες που δεν συνιστούν καν ανθρώπινες υπάρξεις. Χωρίς να θέλω να χαλάσω τη μαγεία μιας ιστορίας, θα πρέπει να είστε προετοιμασμένοι για εκπλήξεις: εκτός από ανθρώπους, ακόμα και αντικείμενα μπορούν να αφηγηθούν μια δική τους ιστορία. Με απλή, στρωτή γραφή που ρέει, ο Βουδούρης διερευνά κίνητρα και παλιές αμαρτίες που στοιχειώνουν συνειδήσεις. Μην ανησυχείτε, δεν πρόκειται για κάτι τόσο βαρύγδουπο όσο ίσως το κάνω να φαίνεται. Είναι μικρές ιστορίες όπως θα έπρεπε να είναι.
Τον δικό σας προσωπικό βυθό που είναι δίπλα, μπορείτε να τον προμηθευτείτε στο κοντινότερο βιβλιοπωλείο και εγγυημένα είναι ένα βιβλίο που θα διαβάσετε μονορούφι. Επίσης παίρνω το ρίσκο να δηλώσω ότι θα σας αρέσει και μάλιστα θα σας αφήσει και έναν απόηχο στο μυαλό. Και σε κάθε περίπτωση, ειλικρινά πρέπει να μάθετε ποιος είναι ο Μπέκο Παρμιτζάν. Αρκετά, όμως με την άποψή μου, ας δούμε και όσα ενδιαφέροντα μοιράστηκε ο ίδιος ο συγγραφέας με τους αναγνώστες της Μπρίζας.


1) Είναι δίπλα μας σε κάθε βήμα ο βυθός στην καθημερινότητα; Μπορούμε να τον αποφύγουμε ή δεν αξίζει να προσπαθήσουμε;
Γιατί να τον αποφύγουμε? Οι ήρωες μου τουλάχιστον έχουν το βυθό σαν στόχο. Τρυφερό σκοτάδι τους περιμένει εκεί. Εκεί όλα επιτρέπονται και από εκεί κάτω, άνω θρώσκεις και χλευάζεις την κανονικότητα. Καμία φορά θα ‘θελες να έχεις ένα εισιτήριο διαρκείας να μπαινοβγαίνεις στους βυθούς, αλλά αυτά είναι σπάνια τύχη. Έτσι, το μόνο που απομένει είναι να υιοθετείς παραβατικές συμπεριφορές, να στοχεύεις στα βαριά αισθήματα και προς μεγάλη σου λύπη να παραμένεις ατιμώρητος.

2) Σε τι βαθμό έχουν βασιστεί οι χαρακτήρες του βιβλίου σας σε πραγματικά πρόσωπα;
Ο ψυχισμός των χαρακτήρων, μου είναι γνώριμος. Η παρατήρηση και η ενδοσκόπηση είναι η μέθοδος καταγραφής του. Το κέλυφος που τον υποδέχεται, τα σπίτια, οι δρόμοι και τα πρόσωπα κάτι μου θυμίζουν, με κάτι μοιάζουν, με κάποιους που με ερέθισε η όψη ή η ομιλία τους αλλά δεν το ψάχνω περισσότερο. Τι δουλειά μου να κάνω…

3) Πόσο σημαντική είναι για έναν πρωτοεμφανιζόμενο η υποψηφιότητα για ένα σημαντικό βραβείο;
Τσίγκινα μετάλλια συντεχνιακής εμβέλειας είναι όλα αυτά. Το πολύ-πολύ να γίνει λίγος θόρυβος, να ακουστεί το όνομα. Και αυτό κατά τους διαφημιστές χρειάζεται.

4) Θα ανταλλάσσατε μια υποθετική βράβευση, με μια εμπορική επιτυχία;

Δεν έχω εμπορική επιτυχία για να μπω στον προβληματισμό να την αλλάξω. Ας έρθει, αν έρθει, και θα την έχω στα όπα-όπα.

5) Νομίζω ότι στους εκδοτικούς οίκους κυριαρχεί μια διστακτικότητα ως προς την έκδοση συλλογών. Το έχετε συναντήσει και αν ναι, γιατί πιστεύετε ότι συμβαίνει;
Μια πόρτα χτύπησα, μου άνοιξε. Και από ότι κατάλαβα και κάποιες άλλες με περιμένουν. Πάντως η παρατήρηση σας είναι σωστή. Αδικαιολόγητα οι εκδότες αντιμετωπίζουν το διήγημα σαν το φτωχό συγγενή. Ένα μόνο θα σας πω. Υπάρχουν πάμπολλα λογοτεχνικά περιοδικά τα οποία στηρίζουν την υλη τους στο διήγημα. Προφανώς κάποιοι τα αγοράζουν για να βγαίνουν ανελλιπώς τόσα χρόνια. Άρα το κοινό υπάρχει. Να ξεστραβωθούν οι εκδότες και να γίνουν επιτέλους επαγγελματίες.

6) Γιατί οι Έλληνες ειδικά στις ηλικίες 18 με 35 δεν φαίνεται να αγαπούν το βιβλίο;
Δεν συμφωνώ με τις γενικεύσεις αυτές, πάντα υπάρχουν οι εξαιρέσεις και οι παντοδύναμες μειοψηφίες…

7) Πιστεύετε ότι η τεχνολογική πρόοδος θα επηρεάσει το βιβλίο ως αντικείμενο;
Το αγαπημένο σου βιβλίο το παίρνεις αγκαλιά στο κρεβάτι. Ο υπολογιστής είναι κρύος, είναι σκληρός, άκαμπτος, μπορεί να ενοχλήσει τον οξύθυμο σύντροφο σου, να φάει κλωτσιά το μηχάνημα, να πέσει στα μωσαϊκά, να γίνει κομμάτια και είναι και ακριβούτσικο. Προτιμώ βιβλίο.

8) Ένα βιβλίο που διαβάσατε πρόσφατα και σας έκανε εντύπωση;
Το θαύμα της αναπνοής του Δημήτρη Σωτάκη.

9) Τι δυσκολίες καλείται να αντιμετωπίσει ένας πρωτοεμφανιζόμενος συγγραφέας;
Τις ίδιες με ένα βετεράνο. Να βρει θέμα που θα τον ενδιαφέρει πραγματικά. Αυτό, αν ο στόχος του είναι η λογοτεχνία. Αν ο στόχος του είναι παράπλευρα χωράφια τότε οι δυσκολίες και ο δρόμος είναι άλλος και δεν μας αφορά.
10) Γράφετε περισσότερο για την τέχνη ή για προσωπική ικανοποίηση; Αισθάνεστε ότι μέσω των αφηγημάτων σας, ανοίγεται έναν δίαυλο επικοινωνίας με τον αναγνώστη;
Γράφω γιατί δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Άμα τα αφήνω στο μυαλό μου και δεν στρώνομαι να τα δουλέψω, να τα ξεφορτωθώ, δεν περνώ καλά. Είναι επίμονα αυτά και δεν μ’ αφήνουν σε ησυχία. Δεν κοιμάμαι καλά. Εκκρεμότητες. Εκείνο που με ενδιαφέρει είναι να φτάσει στον αναγνώστη ένα συναίσθημα ταραχής, έστω και σαν απόηχος….

11) Ποιο θα είναι το επόμενο συγγραφικό σας βήμα;
Έχω σχεδόν έτοιμο το πρώτο μου μυθιστόρημα.

12) Επισκέπτεστε συχνά την Καλαμάτα; Μια όμορφη εικόνα που έχετε κρατήσει απ' τη Μεσσηνία;
Στη Μεσσηνία έρχομαι συχνά και στην Καλαμάτα βέβαια. Έχω φίλους εκεί. Τι θυμάμαι; Αστραπές, βροντές και καταιγίδα βιβλική κάποιο απόγευμα μερικά χρόνια πριν στη Βέργα. Τα κλαδιά χτυπούσαν στο παράθυρο και ένα μικρό πουλί κόλλησε στο τζάμι, το λέρωσε με αίμα και έπεσε άψυχο στο πρεβάζι.

13) [Μια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουν, μαζί με την απάντησή της]
Τι δεν λείπει ποτέ από το γραφείο σας;

Η γραφική υλη βέβαια και τα υγρά. Νερό, τσάι, καφές, αλκοόλ ανάλογα την ώρα και προ παντός ένα μικρό ρινοκεράκι από ελεφαντόδοντο.

Πέμπτη 30 Απριλίου 2009

30 Απριλίου- Αντιζωή

Τι θα πάρουμε αν… αντιστρέψουμε έναν άνθρωπο;

Του Γιάννη Πλιώτα


Μετά τις διακοπές και ενώ οι ρυθμοί επιστρέφουν στο φυσιολογικό, θα χρειάζεστε φαντάζομαι ένα βιβλίο ήρεμων ρυθμών και λίγο πολύ εγνωσμένης αξίας. Εν μέσω της πολυδιαφημισμένης κρίσης, κανείς δεν θέλει να χάσει χρόνο και χρήματα διαλέγοντας ένα βιβλίο που θα ξεκινήσει τρεις φορές και θα το παρατήσει και τις τρεις (πάντα αναλογιστείτε το ενδεχόμενο ότι μπορείτε να στηρίξετε τραπέζια που γέρνουν).


Αφού υπάρχει αυτή η ανάγκη, λοιπόν, θα συστήσω ένα καλό βιβλίο και όπως διαπιστώνω μετά από πολύ καιρό, είναι βιβλίο ξένου συγγραφέα. Δεν είναι θέμα άποψης προφανώς – απλά έτυχε το τελευταίο διάστημα να πέφτουν στα χέρια μου μόνο βιβλία Ελλήνων, τα οποία αν μπήκατε στον κόπο να τα διαβάσετε, ελπίζω να μείνατε απόλυτα ικανοποιημένοι (αν και μετά την απομάκρυνση απ’ το ταμείο, ξέρετε τι συμβαίνει).
Πιο συγκεκριμένα, για σήμερα θα προτείνω την «Αντιζωή» («Counterlife» ο αγγλικός τίτλος) του Φίλιπ Ροθ, το οποίο μεταφράστηκε και κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Πόλις. Το βιβλίο έχει γραφτεί το 1986 και θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα του Ροθ, ανάμεσα σε έργα όπως το «Ζούκερμαν Δεσμώτης», «Η συνωμοσία εναντίον της Αμερικής», «Το σύνδρομο του Πόρτνοϊ» και το «Ανθρώπινο Στίγμα».

Ο συγγραφέας είναι πασίγνωστος και έχει και πολλούς φίλους στη χώρα μας, αλλά θα προσπαθήσω να γράψω λίγα λόγια για αυτόν, χωρίς να συμπεριλάβω όλα όσα γράφει το βιογραφικό του, γιατί θα χρειαζόμουν δύο σελίδες μόνο για αυτό. Ο Φίλιπ Ροθ γεννήθηκε το 1933 στο Νιούαρκ του Νιού Τζέρσεϊ, μέρος όπου διαδραματίζεται και ένα κομμάτι της «Αντιζωής». Σπούδασε αγγλική φιλολογία στα πανεπιστήμια του Bucknell και του Σικάγου. Διετέλεσε καθηγητής της συγκριτικής λογοτεχνίας στα πανεπιστήμια του Πρίνστον, της Νέας Υόρκης (Hunter College) και της Πενσυλβάνια. Διηύθυνε τη σειρά «Συγγραφείς της άλλης Ευρώπης» στις εκδόσεις Penguin και γνώρισε στο αμερικανικό κοινό συγγραφείς όπως ο Bruno Schulz και ο Μίλαν Κούντερα. Στην Ελλάδα κυκλοφορούν πολλά από τα έργα του. Ο Φίλιπ Ροθ έχει τιμηθεί με τα βραβεία National Book Award, Pulitzer, PEN/Faulkner, National Book Critics Circle Award, National Medal of Arts και με το Gold Medal in Fiction της Αμερικανικής Ακαδημίας Τεχνών και Γραμμάτων. Και με πολλά άλλα που παραλείπω.

Τι είναι, όμως η «Αντιζωή»; Είναι ένα ευρηματικό σε σύλληψη μυθιστόρημα, που δίνει διαφορετικές εκδοχές της ιστορίας δύο σαραντάρηδων, ενός συνηθισμένου, πραγματιστή οδοντιάτρου και του αδερφού του μποέμ, συγγραφέα Νέιθαν Ζούκερμαν. Ανάμεσά τους και ανάμεσα στα πέντε κεφάλαια του βιβλίου, ο συνδετικός κρίκος είναι η θρησκεία τους: είναι Εβραίοι και ενώ ο ένας από αυτούς ξεκάθαρα αδιαφορεί για αυτό το (τυχαίο κατά τη γνώμη του) γεγονός, ο άλλος μέσα από τα περιστατικά που αφηγείται η πένα του Νέιθαν, παρουσιάζεται ως ιδεολογικός ακροβάτης. Τη μία στιγμή ζει την ήρεμη ζωούλα του με τη γυναίκα, τα παιδιά και την ερωμένη του και την άλλη παρατάει τα πάντα για να υψώσει τη σημαία του σιωνισμού σε έναν οικισμό εποίκων της Δυτικής Οχθης. Είναι ένα ερώτημα που τίθεται εύγλωττα μέσα απ’ τις σελίδες του βιβλίου: Τι θα πάρουμε αν αντιστρέψουμε έναν άνθρωπο;

Η «Αντιζωή» του Φίλιπ Ροθ είναι ένα βιβλίο που αξίζει να διαβάσετε όχι μόνο για τα ακόμα επίκαιρα θέματα που θίγει, αλλά και για τον επιδέξια πλεγμένο τρόπο γραφής του αμερικάνου συγγραφέα. Όλα τα χαρακτηριστικά του βιβλίου, συμπυκνώνονται με μία ρήση του Τσέχωφ που αναφέρεται και στο βιβλίο: "Αν στην πρώτη πράξη ένα πιστόλη κρεμαστεί στη σκηνή, θα εκπυρσοκροτήσει στην τρίτη." Αν έπρεπε να το αντιστοιχήσω σε κάποια ταινία, θα διάλεγα προφανώς μία από τις ταινίες νεύρωσης του Γούντι Αλεν, που επιλέγει να σατιρίσει με έξυπνο τρόπο χλωρά, ξερά, ιερά και όσια. Η πολύ καλή μετάφραση είναι της Χριστίνας Ντόκου, ενώ η απαιτητική επιμέλεια έχει γίνει από τον Αχιλλέα Κυριακίδη. Το βιβλίο «Αντιζωή» θα το βρείτε στο κοντινότερο βιβλιοπωλείο έναντι είκοσι ευρώ. Τη δική σας αντιζωή, θα πρέπει να την αναζητήσετε στο αρνητικό της φωτογραφίας του εαυτού σας.

Πέμπτη 16 Απριλίου 2009

16 Απριλίου- Βραβεία περιοδικού ΔΙΑΒΑΖΩ


Καλημέρα σε όλους και εύχομαι καλές γιορτές, ελπίζοντας το Πάσχα να σας βρει με αγαπημένα πρόσωπα και σε τόπους ιδιαίτερους. Και γιατί όχι αυτές οι μέρες διακοπών, να αποδειχθούν και μια καλή αφορμή για να περάσετε μερικές ώρες συντροφιά με ένα βιβλίο.
Η σημερινή θεματολογία της στήλης αντλείται από το χωρο του βιβλίου και συγκεκριμένα από τις δραστηριότητες ενός σχετικού εντύπου, ίσως αυτού που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί σχετικότερο όλων. Πριν λίγες μέρες ανακοινώθηκαν οι μικρές λίστες για τα βραβεία του περιοδικού «Διαβάζω», το οποίο θεωρείται το πιο έγκυρο περιοδικό της εγχώριας βιβλιοκριτικής και κάθε χρόνο τα βραβεία που απονέμει αναμένονται με ανυπομονησία από τους φίλους του καλού βιβλίου. Υπάρχει βέβαια και η ένσταση της αντίθετης άποψης, ότι ειδικά στο βιβλίο τα βραβεία είναι αδόκιμα, αλλά και η λογοτεχνία είναι τέχνη και σαν τέχνη μπορεί να κρίνεται. Και επίσης στην ταλαιπωρημένη και περιορισμένης απήχησης σκηνή της Ελλάδας, δεν βλάπτει λίγη παραπάνω προβολή από τα ΜΜΕ.
Για δωδέκατη, λοιπόν χρονιά θα απονεμηθούν τα εν λόγω βραβεία σε μια τελετή που θα λάβει χώρα στις 4 Μαίου στο Νέο Μουσείο Μπενάκη, στην Αθήνα. Οι κατηγορίες στις οποίες διαγωνίζονται τα υποψήφια βιβλία είναι μυθιστορήματος, διηγήματος, δοκιμίου, ποίησης, πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα, εικονογραφημένου παιδικού λογοτεχνικού βιβλίου και τέλος παιδικού λογοτεχνικού βιβλίου για μεγάλα παιδιά. Για να μην επεκταθούμε και μιας και όλα τα υποψήφια βιβλία μπορείτε να τα βρείτε στο διαδίκτυο και συγκεκριμένα στη διεύθυνση
http://www.in.gr/news/article.asp?lngEntityID=1002396&lngDtrID=253,
θα παραθέσω αναλυτικά μόνο τα υποψήφια στην πρώτη κατηγορία, αυτή του μυθιστορήματος, που όπως καταλαβαίνετε ενδιαφέρει και πιο συγκεκριμένα τη θεματολογία των «Ραφιών». Τα δέκα υποψήφια βιβλία για καλύτερο μυθιστόρημα σύμφωνα με την κριτική επιτροπή του «Διαβάζω» είναι τα εξής:

Γκάκας Σέργιος, Στάχτες, εκδόσεις Καστανιώτη
Ελευθερίου Μάνος, Άνθρωπος στο πηγάδι, εκδόσεις Μεταίχμιο
Ευσταθιάδη Μαρία, Το κόκκινο ξενοδοχείο: Η αδύνατη αναπαράσταση, εκδόσεις Κέδρος
Θέμελης Νίκος, Οι αλήθειες των άλλων, εκδόσεις Κέδρος
Καραγάτση Μαρίνα, Το ευχαριστημένο ή Οι δικοί μου άνθρωποι, εκδόσεις Άγρα
Κούρτοβικ Δημοσθένης, Τι ζητούν οι βάρβαροι, εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα
Μαγκλίνης Ηλίας, Η ανάκριση, εκδόσεις Κέδρος
Μαρούτσου Έλενα, Μεταξύ συρμού και αποβάθρας, εκδόσεις Καστανιώτη
Σταμάτης Αλέξης, Βίλα Κομπρέ, εκδόσεις Καστανιώτη
Χρυσόπουλος Χρήστος, Η λονδρέζικη μέρα της Λώρας Τζάκσον, εκδόσεις Καστανιώτη

Καμαρώνω κι εγώ λίγο σαν γύφτικο σκεπάρνι, γιατί αν θυμάστε δύο από τα βιβλία της λίστας («Μεταξύ συρμού και αποβάθρας» της Έλενας Μαρούτσου και «Η λονδρέζικη μέρα της Λόρας Τζάκσον» του Χρήστου Χρυσόπουλου, αμφότερα από τις εκδόσεις Καστανιώτη), είχαν παρουσιαστεί πολύ πρόσφατα από τις σελίδες της Μπρίζας και μάλιστα συνοδεύονταν από αποκλειστικές συνεντεύξεις των συγγραφέων τους. Επίσης υπογραμμίζω ότι για το επόμενο φύλλο είναι προγραμματισμένη μια παρουσίαση του βιβλίου του επίσης υποψηφίου (στην κατηγορία πρωτοεμφανιζόμενων) Νίκου Αδάμ Βουδούρη, ο οποίος έλκει την καταγωγή του από τη Μεσσηνία. Το βιβλίο του είναι μια συλλογή διηγημάτων με τίτλο «Ο βυθός είναι κοντά» και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη- περισσότερα σε λίγες μέρες. Και μιας και αναφέρθηκα στα προσεχώς, στο μεθεπόμενο φύλλο θα έχω παρουσίαση του πλέον πρόσφατα μεταφρασμένου βιβλίου του πολύ διάσημου και στη χώρα μας Φίλιπ Ροθ, την «Αντιζωή».
Νομίζω ήρθε η ώρα για αποφώνηση. Καλά να περάσετε με βεγγαλικά ή χωρίς και καλές αναγνώσεις ως την επόμενη συνάντησή μας.

Παρασκευή 10 Απριλίου 2009

9 Απριλίου- Το μυστικό της τελευταίας σελίδας

«Ο ήλιος βρήκε διέξοδο στα ερείπια των παλιών σπιτιών»*


Καλημέρα! Μετά από αυτόν τον λιτό στίχο, που πήρε τη θέση του προλόγου, η συνέχεια δεν μπορεί παρά να είναι ανάλογη. Στη σημερινή στήλη φιλοξενούμε έναν πρωτοεμφανιζόμενο συγγραφέα, τον Νίκο Χρυσό, του οποίου το μυθιστόρημα «Το μυστικό της τελευταίας σελίδας» κυκλοφόρησε τον μήνα που μας πέρασε από τις εκδόσεις Καστανιώτη.
Είναι ένα βιβλίο αξιόλογο και όπως θα διαπιστώσετε παρακάτω, δεν μένει στην επιφάνεια των πραγμάτων, αλλά αναλύει σε βάθος την ουσία τους. Εντύπωση, δε, μου έκαναν η επιλογή του ιδιαίτερου θέματος και το ύφος του συγγραφέα, που παραπέμπουν σε άτομο εξαιρετικά καλλιεργημένο και μεγαλύτερης ηλικίας, αν θεωρηθεί ότι η ηλικία είναι ποσό ανάλογο της σοφίας. Ολα τα παραπάνω βέβαια αναιρούνται αν το περιεχόμενο είναι αλληγορικό και ο Νίκος Χρυσός δεν υπάρχει, αλλά είναι ένα καλοστημένο κόλπο του marketing.


«Ποιος δεν φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ τις ψευδαισθήσεις ποιος δεν τις φοβάται…»

Φυσικά αστειεύομαι, ένα inside joke, όπως θα καταλάβει οποιοσδήποτε διαβάσει το βιβλίο. Ας γνωρίσουμε τον κύριο Χρυσό λίγο καλύτερα μέσα από το βιογραφικό του. Ο Νίκος Χρυσός γεννήθηκε το 1972, φοίτησε στο Βιολογικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών και στο Τμήμα Σκηνοθεσίας της Σχολής Κινηματογράφου Λυκούργου Σταυράκου. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ενώ «Το μυστικό της τελευταίας σελίδας» είναι το πρώτο του βιβλίο, όπως ήδη ανάφερα.

«Εμαθα να ταξινομώ τα γεγονότα από τα μουδιασμένα, αδέξια χέρια σου ως την κοινωνική μας Ιστορία»

Στα περί της πλοκής: Ο πολύ συμπαθής, χαμηλών τόνων κεντρικός ήρωας Χρήστος Κάσσιος (που υποψιάζομαι ότι έχει μπολιαστεί με πολλά στοιχεία του χαρακτήρα του συγγραφέα), είναι ένας τριαντατριάχρονος δημοσιογράφος και κριτικός λογοτεχνίας στην υπηρεσία ενός εκ των μεγαλύτερων εκδοτικών οργανισμών της χώρας μας. Λίγο πολύ είναι μια συμβιβασμένη φιγούρα, ουσιαστικά ένα ακόμα εξάρτημα του συστήματος παραγωγής κέρδους. Παράλληλα είναι και λάτρης παλαιών βιβλίων, αγαπάει την ποίηση και ενίοτε συστήνεται χρησιμοποιώντας στίχους ποιητών.

Εχοντας ανασύρει πρόσφατα τον εαυτό του από ένα προσωπικό ναυάγιο, βρίσκει διέξοδο για τις σκέψεις του σε ένα ξεχασμένο λογοτεχνικό ρεύμα, που αρχίζει να συζητιέται σε λογοτεχνικούς κύκλους, ενώ παράλληλα ανεξήγητα ίχνη του ρεύματος αρχίζουν να εμφανίζονται στις τελευταίες σελίδες βιβλίων. Η περιέργεια τού Κάσσιου τον ωθεί σε μία ενδελεχή έρευνα όχι μόνο σε παλαιοβιβλιοπωλεία και πάγκους στο Μοναστηράκι, αλλά και στο χρόνο μέσα από συζητήσεις με ανθρώπους, που θα μπορούσαν να είναι η προσωποποίηση της εκδοτικής ιστορίας των τελευταίων πενήντα χρόνων. Στο πλευρό του είναι πρώτα απ’ όλα ο φίλος του Κάστρο (εκ του Φιντέλ), ένας γείτονας, πιτσιρικάς φοιτητής και ο Οδυσσέας, ο ιδιοκτήτης ενός μαγειρείου, στο οποίο ανά πάσα στιγμή καταφεύγουν για να ανακεφαλαιώσουν την εξέλιξη των ερευνών τους. Ο Κάσσιος, όμως δεν αργεί να αντιληφθεί ότι πίσω από τις φαινομενικά τυχαίες αναφορές στο ξεχασμένο λογοτεχνικό ρεύμα, κρύβεται ένα είδος λογοτεχνικής συνωμοσίας. Μια απάτη. Αν και το «Μυστικό της τελευταίας σελίδας» δεν είναι βιβλίο που στηρίζεται στη γρήγορη δράση, τις ανατροπές και τα ανελέητα ανθρωποκυνηγητά, καλύτερα να μην αποκαλύψω περισσότερα για την εξέλιξη της υπόθεσης – το αφήνω σε εσάς.

«Χρόνια ο ουρανός ήτανε ένα δύσκολο χαρτί κρυμμένο μεσ’ στην τσέπη μου»

Οπως έγραψα και στην εισαγωγή, το βιβλίο του Χρυσού δεν είναι από αυτά που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν «εύκολο», αν μπορεί να στοιχειοθετηθεί τέτοιος ορισμός για βιβλίο. Το «Μυστικό της τελευταίας σελίδας» ξεδιπλώνει χωρίς βιασύνη τις αρετές του και ανταμείβει με το άρωμα που αποπνέει, σαν ελληνικός καφές συνοδευόμενος από φρέσκα κουλουράκια, ένα κυριακάτικο πρωί. Ο συγγραφέας φαίνεται ότι έχει διαβάσει πολύ, η γραφή του είναι εξαιρετικά ώριμη, μαντεύω έχει αστείρευτο μεράκι και αγαπάει πολύ αυτό που κάνει. Αν έπρεπε να τον χαρακτηρίσω με μία λέξη, θα διάλεγα το «εμβριθής». Η ενασχόληση με το θέμα του βιβλίου, της κριτικής, των παλαιοβιβλιοπωλών και των συλλεκτών, είναι πολύ ενδιαφέρουσα, οι χαρακτήρες είναι αληθινοί, «γήινοι», θα κερδίσουν τη φιλία σας χωρίς περιττούς εντυπωσιασμούς και φανφάρες. Νομίζω είναι ένα βιβλίο που ο παραδοσιακός αναγνώστης θα το απολαύσει.

«Και σιωπηλά σαν τα βιβλία το φως της μέρας κλείνει»


*Τα αποσπάσματα ποιημάτων που περιέχονται στο άρθρο ονοματίζουν κεφάλαια του βιβλίου του Νίκου Χρυσού. Διάλεξα μερικά για να διανθίσω το άρθρο και να αποδώσω καλύτερα το ύφος του «Μυστικού της τελευταίας σελίδας». Με τη σειρά που αναφέρονται, προέρχονται από τα εξής ποιήματα:
(1) Στίχος από το ποίημα του Σπύρου Κατσίμη, «Επιστροφή», Επιλογή 1955-1974, Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 1979, σελ. 42.
(2) Στίχος από το ποίημα του Γιάννη Νεγρεπόντη, «Η λογοτέχνις», Μικροαστικά, Εκδόσεις Καλειδοσκόπιο, Αθήνα 1999, σελ. 69.
(3) Στίχος από το ποίημα του Νίκου Σπάνια, «Εφήμερε και Αναγκαίε», Γλυκός Τρόμος, Θεσσαλονίκη 1964, σελ. 8.
(4) Στίχος από το ποίημα του Μίλτου Σαχτούρη, «Η ιστορία ενός παιδιού», Ποιήματα 1945-1971, Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 1991, σελ. 155.
(5) Στίχος από το ποίημα του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, «Τραγούδι το Φθινόπωρο», Τα Ποιήματα, Εκδόσεις Πυρσός Α.Ε., Αθήνα 1939, σελ. 69.

Παρασκευή 3 Απριλίου 2009

2 Απριλίου- Λέκγουελ






«Υπάρχει προκατάληψη απέναντι στη λογοτεχνία του φανταστικού»


Ο συγγραφέας Κωνσταντίνος Μίσσιος, με αφορμή την έκδοση του δεύτερου μυθιστορήματος του με τίτλο «Ο Λέκγουελ και οι Ξεχασμένοι Θεοί», μας ξεναγεί στον κόσμο της Εσώτερης Θάλασσας, έναν τόπο όπου η επιβίωση κοστίζει πολύ και λίγοι έχουν την τύχη που χρειάζεται για να επιβιώσουν

Πριν διαβάσω το βιβλίο της σημερινής παρουσίασης, είχα ακούσει μόνο καλά λόγια για το νεαρό συγγραφέα του και χαίρομαι γιατί οι γνώμες των γνωστών μου επαληθεύτηκαν στο ακέραιο. Πρόκειται για τον Κωνσταντίνο Μίσσιο, ο οποίος γεννήθηκε στα Γιάννενα το χιονισμένο Νοέμβριο του 1976, στο ξεκίνημα του βαρύ ηπειρώτικου χειμώνα εκείνης της εποχής. Εζησε τα πρώτα είκοσι χρόνια της ζωής του στην Κόνιτσα απ’ όπου είναι η καταγωγή του πατέρα του και κάποια σκόρπια καλοκαίρια στην Κροατία, πατρίδα της μητέρας του. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα και το προηγούμενο βιβλίο του, «Η νύχτα της λευκής παπαρούνας», απέσπασε εγκωμιαστικές κριτικές. Τώρα επιστρέφει με το μυθιστόρημα φαντασίας «Ο Λέκγουελ και οι Ξεχασμένοι Θεοί», το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διόπτρα.

Με τι, όμως, έχει ακριβώς να κάνει το καινούργιο βιβλίο του Μίσσιου;
Ο Λέκγουελ είναι ένα αγόρι, του οποίου η πατρίδα εξανδραποδίζεται από τις δυνάμεις μιας αυτοκρατορίας, η οποία σχεδόν έχει κατακτήσει όλο τον κόσμο. Ο Λέκγουελ καταλήγει υπό την προστασία του ίδιου του μέγα στρατηγού του εχθρού, με τον οποίο είναι υποχρεωμένος να συμβιώσει. Το φορτίο για το αγόρι του οποίου η χώρα έχει ισοπεδωθεί είναι δυσβάσταχτο, αλλά αναγκάζεται για χρόνια να το υπομείνει, καθώς όλων των ενστίκτων του, επικρατεί αυτό της αυτοσυντήρησης. Μετά από ένα κομβικό γεγονός (δεν χρειάζεται να το αποκαλύψω), ο Λέκγουελ δραπετεύει από την ως τότε ζωή του και ελεύθερος πλέον, χάνεται στις αχανείς εκτάσεις του φανταστικού κόσμου της Εσώτερης Θάλασσας. Καθώς η ιστορία εκτυλίσσεται και τα χρόνια γυρίζουν σαν σελίδες βιβλίου, το βάρος της υπόθεσης μετατοπίζεται στη σύγκρουση που μαίνεται στους κόλπους της αυτοκρατορίας μεταξύ ενός νεαρού και φιλόδοξου αυτοκράτορα και του ιερατικού κατεστημένου. Με μια πρωτοφανή, πλην ευφυέστατη κίνηση, το σύνολο του ιερατείου εκπίπτει των αξιωμάτων του και οι υπήκοοι διατάσσονται ουσιαστικά να ξεχάσουν εν μία νυκτί τους παλιούς θεούς. Τα παιχνίδια της μοίρας είναι απρόβλεπτα και ο Λέκγουελ ακόμα μια φορά μπλέκεται σε ανώτερα ζητήματα, που θα επηρεάσουν τις τύχες πολλών.


Η γραφή του Μίσσιου είναι εξαιρετική, η κοσμοπλασία του ολοκληρωμένη και χαρακτηριστικό είναι ότι καταπιάνεται υποδειγματικά ώριμα με ευαίσθητα θέματα, όπως αυτό του ερωτισμού. Θίγονται επίσης σπουδαία ζητήματα, τα οποία κυμαίνονται απ’ τη σύγκρουση των επίγειων απεσταλμένων του εκάστοτε θεού με την κοσμική εξουσία και την ύπαρξη ή όχι του αναπόφευκτου πεπρωμένου, μέχρι το όριο που υπάρχει μεταξύ ανταλλαγμάτων και επιβίωσης. Γενικά ο «Λέκγουελ και οι Ξεχασμένοι Θεοί» είναι μια πολύ προσεγμένη έκδοση, το περιεχόμενο είναι χορταστικό και πιστεύω ότι θα συναρπάσει και θα ταξιδέψει όχι μόνο τους αναγνώστες του φανταστικού, αλλά και κάθε έναν που ατενίζει σε ανοιχτούς ορίζοντες.


Αν θέλετε να μάθετε περισσότερα για τον Λέκγουελ και τον Κωνσταντίνο Μίσσιο αναζητήστε το ιστολόγιο του συγγραφέα στη διεύθυνση constantinmissios.blogspot.com, αλλά για την ώρα μπορείτε να διαβάσετε και τη συνέντευξη που είχε την καλοσύνη να παραχωρήσει για τους αναγνώστες της Μπρίζας.


- Θα μπορούσε ο Λέκγουελ να είναι ήρωας αρχαίας τραγωδίας;
Εκ των υστέρων μπορώ να πω ότι (ασυναίσθητα) κινήθηκα αρκετά στο μοτίβο της αρχαίας τραγωδίας. Στο βιβλίο υπάρχει το στοιχείο της ύβρης, ο καταραμένος ήρωας, ο ρόλος των θεών, η εκδίκηση και η τελική κάθαρση. Αρα πιστεύω ναι ο Λέκγουελ θα μπορούσε να είναι ένας τέτοιος ήρωας.




- Ποια είναι τα κίνητρα που ωθούν τις πράξεις του;
Νομίζω είναι εκείνα του μέσου ανθρώπου διαχρονικά. Ασφάλεια, ευτυχία, συντροφικότητα, αγάπη. Είναι ο μέσος άνθρωπος που έρχεται αντιμέτωπος με τον παραλογισμό της ζωής και της εποχής του και προσπαθεί με σπασμωδικές κινήσεις να αντεπεξέλθει. Κι αυτό τον οδηγεί σε λάθη. Αλλά δεν είναι και θύμα. Είναι επίσης και βολεψάκιας που όταν νιώσει ότι τα έχει καταφέρει, τα «δήθεν» υψηλά κίνητρα που εφευρίσκει για τον εαυτό του εξαφανίζονται αμέσως για χάρη της βολής του.




- Ο Λέκγουελ είναι τελικά κύριος του εαυτού του ή γίνεται πιόνι στα σχέδια ανώτερων δυνάμεων; Πιστεύεις στο πεπρωμένο;
Δύσκολο ν’ απαντήσεις. Και ναι και όχι. Σ’ ολόκληρο το βιβλίο μοιάζει να άγεται και να φέρεται από τις καταστάσεις και τη μοίρα. Στο τέλος όμως εκείνος επιλέγει κι άρα αφού έχει επιλογή είναι κύριος του εαυτού του. Για να είμαι ειλικρινής δεν με ενδιαφέρει αν υπάρχει πεπρωμένο ή όχι. Νομίζω πως απ’ τη στιγμή που κάτι δεν μπορείς να το επιβεβαιώσεις (έστω κι αν καμιά φορά η διαίσθηση ή η φαντασία σε σπρώχνουν να το αποδεχτείς), δεν έχει ουσία, όχι να διαλογίζεσαι σ’ αυτό, όσο το να ζεις με βάση αυτό.




- Αν η πάλη μεταξύ ιερατείου και αυτοκράτορα στον κόσμο της Εσώτερης Θάλασσας, αναγόταν σε μια τυχαία εποχή της πραγματικής ιστορίας, ποιος πιστεύεις ότι τελικά θα επικρατούσε;
Σ’ αυτό δεν χρειάζεται ν’ απαντήσω εγώ γιατί το έχει κάνει ήδη η ιστορία. Για να φτιάξω αυτή τη διαμάχη στηρίχθηκα σε μια περίοδο της αρχαίας Αιγύπτου που ονομάζεται περίοδος Αμάρνα. Η τελική έκβαση εκείνης της μάχης ήταν η ολοκληρωτική νίκη του ιερατείου και της παράδοσης.




- Ο ερωτισμός παίζει σημαντικό ρόλο στο βιβλίο, αν και κατά τη γνώμη μου όχι κυρίαρχο. Γιατί έκανες αυτή την επιλογή;
Για να σου απαντήσω σ’ αυτό πρέπει να σε παραπέμψω πάλι στον κεντρικό χαρακτήρα, τον Λέκγουελ. Ο Λέκγουελ λειτουργεί σε δυο επίπεδα. Το πρώτο αφορά την ιστορία, την ίντριγκα του βιβλίου και το δεύτερο αφορά τις προθέσεις μου ως συγγραφέα. Ηθελα ο ήρωας να λειτουργεί εκτός των άλλων και σαν σύμβολο του ανθρώπου που ζει τη ζωή του όπως του έρχεται. Σχεδόν καιροσκοπικά, παρορμητικά και χωρίς στόχους. Θεώρησα λοιπόν ότι κάνοντας τον πανερωτικό (αυτός θα ήταν ο σωστός χαρακτηρισμός), θα το τόνιζα περισσότερο αυτό. Η ερωτική ταυτότητα του Λέκγουελ είναι ασαφής γιατί σημασία για εκείνον δεν έχει το φύλο του άλλου, αλλά η ιδιότητα του και η ικανότητα του να προσφέρει μια αίσθηση γαλήνης και ασφάλειας.




- Πόσο δύσκολη είναι η σύγχρονη πραγματικότητα στον εκδοτικό χώρο για έναν νέο συγγραφέα;
Είναι πολύ δύσκολη και μοιάζει περισσότερο με το να τζογάρεις. Είτε είσαι καλός, είτε είσαι κακός, μεγάλο ρόλο σε μια τόσο μικρή και δύσκολη χώρα όπως η Ελλάδα παίζει ο παράγοντας τύχη. Να πιάσεις τις ανάγκες των αναγνωστών μια συγκεκριμένη στιγμή.




- Χρειάζεται να κάνεις συμβιβασμούς;
Υποθέτω πως ναι. Προσωπικά μέχρι στιγμής είμαι τυχερός γιατί δεν χρειάστηκε να κάνω συμβιβασμούς, συγγραφικά τουλάχιστον.




- Θα σκεφτόσουν να γράψεις για ένα θέμα που απεχθάνεσαι, αν είχε την εγγύηση της εμπορικής επιτυχίας;
Σε αυτό, όχι. Κατηγορηματικά όχι. Εάν καταπιαστώ με κάτι, ακόμα κι αν θεωρείται από κάποιους δεύτερο ή παραλογοτεχνικό, θα το κάνω επειδή θα το γουστάρω ή επειδή θα το δω σαν πρόκληση.




- Σε συνέχεια του προηγούμενου. Γιατί γράφεις φανταστικό και όχι κάτι πιο αποδεκτό από το ελληνικό κοινό; Υπάρχει προκατάληψη απέναντι στο συγκεκριμένο είδος;
Γιατί έτσι μου αρέσει, όπως έλεγε και παλιά διαφήμιση. Δεν επιλέγω τα θέματα μου με κριτήριο τι αρέσει στους αναγνώστες και τι όχι. Ούτε και φυσικά το ότι έγραψα μέχρι στιγμής φανταστική λογοτεχνία σημαίνει ότι θα συνεχίσω να το κάνω. Εξαρτάται τι θα εξάψει κάθε φορά τη φαντασία μου. Τι θα με ενδιαφέρει να διηγηθώ. Οσο για την προκατάληψη, ναι. Υπάρχει και πολύ μάλιστα, κυρίως από τις παλαιότερες γενιές αναγνωστών, εκδοτών, συγγραφέων και κριτικών. Για πολλούς ακόμα και σήμερα η λογοτεχνία του φανταστικού ισούται με το σκουπιδαριό, την παραλογοτεχνία και την υποκουλτούρα. Ευτυχώς υπάρχει ελπίδα στις καινούργιες γενιές που έχουν διαφορετικά κριτήρια.




- Νομίζεις ότι το βιβλίο θα μετεξελιχθεί σε ηλεκτρονικό μαραφέτι τα επόμενα χρόνια;
Πιστεύω πως θα υπάρξει κάποια αλλαγή. Ποια ακριβώς θα είναι αυτή δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω. Το πιθανότερο πάντως είναι τα επόμενα χρόνια να παρουσιαστεί μια συνύπαρξη έντυπης και ηλεκτρονικής μορφής των βιβλίων.




- Μπορεί το βιβλίο να επηρεαστεί (θετικά ή αρνητικά) από την «πειρατεία»; Πώς θα αντιδρούσες αν έβλεπες τον Λέκγουελ να κυκλοφορεί σε torrent;
Κοίτα, αυτή τη στιγμή, νομίζω ότι η κυκλοφορία βιβλίων σε ηλεκτρονική μορφή είναι ακόμα πολύ δύσχρηστη και άβολη για ανάγνωση. Γι’ αυτό και η πειρατεία στα βιβλία δεν έχει μεγάλη έκταση. Αν όμως με τα e-readers η ηλεκτρονική ανάγνωση γίνει αποδεκτή από τους φανατικούς αναγνώστες τότε ναι θα υπάρξουν συνέπειες και αναγκαστικές αλλαγές. Ισως τότε δούμε μια πορεία αντίστοιχη με εκείνη της μουσικής βιομηχανίας. Ειλικρινά μιλώντας, αυτή τη στιγμή αν έβλεπα τον Λέκγουελ να κυκλοφορεί σε torrent θα αισθανόμουν περισσότερο κολακευμένος παρά ενοχλημένος. Ωστόσο σε βάθος χρόνου και αντικειμενικά αυτό αποτελεί κλοπή και στέρηση εισοδήματος που θα βοηθούσε τον συγγραφέα να συνεχίσει να γράφει.




- Τρία βιβλία που θα ήθελες να έχεις γράψει;
Δεν είναι μόνο τρία αλλά αν πρέπει να επιλέξω τότε θα ήταν το «Μη μ’ αφήσεις ποτέ» του Καζούο Ισιγκούρο, «Η Μεγάλη Χίμαιρα» του Καραγάτση και τα διηγήματα του Τσέχωφ.




- Τι συνιστά κατά την άποψη σου συγγραφικό ταλέντο;
Η ικανότητα του συγγραφέα να επιμελείται τα κείμενα του και να αναγνωρίζει ο ίδιος τα λάθη του.

Παρασκευή 27 Μαρτίου 2009

26 Μαρτίου- Ανάμισης Ντενεκές


Το «πού πάμε» μας το δείχνει συχνά το «από πού ερχόμαστε»

Η ιστορία ενός ανθρώπου που πέρασε στην παρανομία για ένα έγκλημα πάθους. Το μυθιστόρημα του Γιάννη Μακριδάκη «Ανάμισης Ντενεκές» εμπνέεται από έναν θρύλο της εποχής, τον Γεώργιο Πέτικα, που έζησε στη Χίο στις αρχές του προηγούμενου αιώνα.

Πριν από δύο εβδομάδες είχα την τύχη να παρευρεθώ σε μία πολύ ενδιαφέρουσα παρουσίαση, στο βιβλιοπωλείο Πολύεδρο της Πάτρας. Και αφού ένα κομμάτι της παρουσίασης είχε επιμεληθεί ο φίλος μου ποιητής Τηλέμαχος Τσαρδάκας, τον παρακάλεσα να μου δανείσει τα λόγια του, για να σας συστήσω ένα πολύ αξιόλογο βιβλίο, το «Ανάμισης Ντενεκές», του Γιάννη Μακριδάκη, το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Εστία. Απολαύστε:

Εχετε γεια ψηλά βουνά, κάμποι μου με τα ρόδα / Μάκελε με το κρυό νερό κι εγώ μισέβγω τώρα / Κι όταν ασπρίσει ο κόρακας και γίνει περιστέρι / Τότε να με παντέχετε εις τα δικά μας μέρη /
Αντρίκιο και Μιχαλικιό βγάτε στο μονοπάτι / Να πάρετε το Γιώργη μου γιατί εν ηξέρει να ‘ρτει /
Η μάντρα σου σ’ αναζητά κι οι αίγες σου φωνάζουν / «που είναι ο τσοπάνης μας» κλαίνε κι αναστενάζουν» / Τη μάντραν αρωτήσανε «μάντρα και πού ‘ναι ο γιός σου;» / «Σε γάμο τον καλέσανε να πα να στεφανώσει / Τον κάτω κόσμο πήαινε να ξανακαινουργιώσει» /
Αφήνω γεια και παίρνω γεια κι αφήνω κι αμανάτι / Αφήνω μια γαρυφαλιά, γαρύφαλα γεμάτη / Στέλλω σου χαιρετίσματα κι ένα κουτί λεβάντα / Να πλύνεσαι κάθε πρωί να με θυμάσαι πάντα».
Σας διάβασα μερικά από τα τελευταία τσοπάνικα μοιρολόγια που επιζούν στη Χίο. Τα συγκεκριμένα μοιρολόγια είναι τυχερά γιατί βρέθηκαν στο δρόμο του Γιάννη Μακριδάκη και διασώθηκαν και θα επιζήσουν. Θα μπορούσα να σας διαβάσω κι άλλα πράγματα που θα επιζήσουν: πώς γίνεται η σούμα ή μυζήθρα, ή τι πραγματικά σήμαινε Ελληνικό Κράτος και Ελληνική γραφειοκρατία για τα νησιά μας. Αυτή είναι εξάλλου η μεγάλη προσφορά του Γιάννη στον τόπο του και σε εμάς τους υπόλοιπους, να σώζει αυτά που θα χάνονταν στη λήθη και να μας συστήνει όσα – κακώς ίσως – δεν γνωρίζαμε. Είναι δύσκολη δουλειά αυτή, απαιτεί αληθινή αγάπη και μεράκι και λίγη τρέλα και θέλω να τον ευχαριστήσω πολύ που τα διαθέτει όλα αυτά.

Τα μοιρολόγια αυτά βρήκε τρόπο και τα ενέταξε μέσα στην αφήγηση του «Ανάμιση Ντενεκέ» ο Γιάννης, έστω κι αν αποπροσανατολίστηκε λίγο ο ερευνητής στο σημείο εκείνο όπως ο ίδιος σημειώνει. Καλά έκανε κι αποπροσανατολίστηκε. Καλά έκανε γιατί αυτοί οι μικροί αποπροσανατολισμοί είναι που μας αναγκάζουν να σταθούμε λίγο και να αναρωτηθούμε, που μας κάνουν να νιώσουμε λίγο χαμένοι και μας θυμίζουν ότι το «πού πάμε» μας το δείχνει συχνά το «από πού ερχόμαστε».

Ο Χιώτης «Ζορό»

Είχα την τύχη να διαβάσω το βιβλίο χωρίς να ξέρω τίποτα γι’ αυτό πέρα από το όνομα του συγγραφέα (τον οποίο γνώριζα από τα προηγούμενα βιβλία και τα περιοδικά του Πελινναίου). Ηταν ελεύθερο λοιπόν το πεδίο να απλωθεί η αφήγηση με όλη τη μαεστρία και όλες τις προθέσεις τις οποίες επιστράτευσε ο συγγραφέας για να μας πει την ιστορία του. Την ιστορία του Γιώργη Πέτικα, αυτού του Χιώτη «Ζορό» που το όνομά του πήρε διαστάσεις θρύλου πάνω στο νησί, όπως ταιριάζει σε όσους αρνούνται να συμβιβαστούν, να υποκύψουν, σε όσους δεν μπορούν παρά να ξεχωρίζουν. Το όνομα του Πέτικα δεν το είχα ξανακούσει. Ούτε για το θρύλο του ήξερα, ούτε είχα ιδέα τι θα διαβάσω ανοίγοντας το βιβλίο κι έτσι οι εκπλήξεις διαδέχονταν η μία την άλλη. Εχει αρκετές μέσα και μάλιστα εκεί που δεν το περιμένεις – πετυχαίνει δηλαδή τον βασικό σκοπό της λογοτεχνίας, να ψυχαγωγήσει τον αναγνώστη. Πέρασα πραγματικά πολύ ωραία διαβάζοντας αυτό το βιβλίο, απόλαυσα τις περιγραφές του γνώριμου Χιώτικου τοπίου και αγκιστρώθηκα από τη ροή της ιστορίας. Δεν ήθελα να αφήσω το Γιώργη μόνο του, ήθελα ν’ ανοίξω το βιβλίο ξανά, για να ξεπηδήσει και το επόμενο σημείωμα της αγαπημένης του από μέσα, και η επόμενη διαδρομή του στα βουνά, να δω μήπως κάποιους από όσους εμπιστεύτηκε τον πρόδωσε, μήπως κάποιος από όσους δεν τον πρόδωσαν το πλήρωσε.

Καταστρέφουν τη μαγεία

Ευτυχώς όσο διάβαζα το βιβλίο αντιστάθηκα στον πειρασμό να αναζητήσω κριτικές ή σχόλια ή αναφορές για το ίδιο ή για τον συγγραφέα. Και λέω ευτυχώς διότι αμέσως μόλις ολοκλήρωσα την ανάγνωση είχα την περιέργεια να δω τι έχει γραφτεί γι’ αυτό και πώς το έχει αποδεχτεί ο εκτός Χίου κόσμος. Πώς να τους ακούγονται άραγε όλα αυτά τα τοπωνύμια; Η ντοπιολαλιά μήπως τους ξενίζει; Πώς είναι να διαβάζεις για τα βουνά του Ανάβατου, για τα πεύκα που φτάνουν ως τη θάλασσα, για τα νερά της Ελίντας, για την πηγή του Γιόσονα, για τον ήλιο που δύει πάνω από τη Σιδηρούντα, για τα αλεπουδάκια που σαστίζουν μπροστά στους προβολείς του αυτοκινήτου όταν γυρίζεις νύχτα από τη Βολισσό…

Πώς είναι να τα φαντάζεσαι όλα αυτά χωρίς να θυμούνται οι αισθήσεις σου τις μυρωδιές, τις λάμψεις, τους ήχους…;

Διάβασα λοιπόν τις κριτικές αυτές – συγκεκριμένα του κ. Μοδινού στο Βήμα και του κ. Μόσχου στην Καθημερινή αν δεν κάνω λάθος. Τις διάβασα και έφριξα! Θύμωσα! Οχι γιατί γράφουν κάτι κακό ή θάβουν το μυθιστόρημα. Ισα ίσα που το προβάλλουν με θετικά λόγια και το συστήνουν. Θύμωσα γιατί το κάνουν με έναν τρόπο που αποκαλύπτει όλη την ιστορία – όταν λέω όλη εννοώ όλη! Γράφουν σε περίληψη τι γίνεται από την αρχή μέχρι το τέλος – καταστρέφοντας έτσι όλη τη μαγεία του να ζεις την ιστορία που διαβάζεις. Το θεωρώ απαράδεκτο να υποσκάπτεται η δυναμική ενός μυθιστορήματος έτσι. Πιστεύω ότι αυτό συμβαίνει επειδή στην πραγματικότητα οι άνθρωποι αυτοί που υποτίθεται ότι είναι ειδικοί και κάνουν κριτικές είτε δεν ξέρουν τη δουλειά τους είτε βαριούνται τρομερά να την κάνουν. Σε μια ταινία ας πούμε δεν προσφέρεις τίποτα λέγοντας από τη μια ότι είναι καλή και αποκαλύπτοντας από την άλλη ποιος είναι ο δολοφόνος. Δεν γίνεται έτσι. Το ίδιο ισχύει και για ένα βιβλίο. Αλλά αμφιβάλλω αν ενδιαφέρονται γι’ αυτά. Τους ενδιαφέρει να γεμίσουν τις στήλες της εφημερίδας με τον αριθμό λέξεων που πρέπει, να κάνουν δημόσιες σχέσεις με τον εκδότη – ίσως και με τον συγγραφέα αν είναι κανένας γνωστός – αλλά αρχίζω να βεβαιώνομαι ότι δεν τους ενδιαφέρει καθόλου ο αναγνώστης.

Ηρωας και εγκληματίας

Αφήνω τη γκρίνια στην άκρη και περνάω στον τρόπο γραφής του Γιάννη Μακριδάκη τουλάχιστον όπως τον αντιλαμβάνομαι εγώ. Καταφέρνει ο Μακριδάκης να βάλει τον αναγνώστη μέσα στην ιστορία και να τον εξοικειώσει με τους ήρωες χωρίς να τους χρωματίζει με κραυγαλέα χρώματα και χωρίς να τους τοποθετεί σε έναν πολύ προβλέψιμο άξονα καλού και κακού. Είναι ήρωας ο Πέτικας αλλά είναι και εγκληματίας. Είναι σύντροφος ο Τουρκοδήμητρος αλλά είναι και κλέφτης. Είναι σκληρός και κακός ο χωροφύλακας Πλαπούτας αλλά μήπως είναι απλά ένας αξιωματικός πιστός στο καθήκον του;

Κρατάει ο συγγραφέας την απόσταση του ερευνητή που αμφισβητεί συχνά τις πηγές του και που ενδιαφέρεται να βρει τα αληθινά πρόσωπα κάτω από τη σκόνη κι όχι τις διαστρεβλωμένες αγιογραφίες που συχνά έχει ανάγκη να διασώσει η συλλογική μνήμη. Οι χαρακτήρες σε πολλά σημεία καλύπτονται από την ίδια σκοτεινιά που καλύπτει και την έρευνα στην αρχή της. Ο ερευνητής ψάχνει στο σήμερα κι ο ήρωας κρύβεται στο χτες. Η εισαγωγή μέσα στην αφήγηση αυτής της παράλληλης δράσης – του φυγά Πέτικα που προσπαθεί να ξεφύγει από τους διώκτες του και του ερευνητή Μακριδάκη που «καταδιώκει» κι αυτός 90 χρόνια μετά έναν θρύλο μέσα σε βιβλία, εφημερίδες και ηχογραφημένες μαρτυρίες – είναι που κάνει τον «Ανάμιση Ντενεκέ» ξεχωριστό. Αυτό που κυνηγούμε, ο καθένας μας ξεχωριστά, η μνήμη μας, η νιότη μας, η νιότη του πατέρα μας, η γλώσσα που μιλούσε η γιαγιά μας, τα χωριά μας πριν γεμίσουν αλουμινόπορτες και ελενίτ, ο χρόνος που περνάει και μας θερίζει, τα δευτερόλεπτα που αλλιώς περνούν όταν είσαι τριάντα πέντε κι αλλιώς όταν αγγίζεις τα εκατό, ήταν κάποτε μες στα χέρια μας. Ηταν όλα μες τα χέρια μας κάποτε και ξεγλιστρήσανε. Θα μπορούσαμε να τα έχουμε κρατήσει, να τα έχουμε κάνει κτήμα μας, να τα έχουμε σώσει αλλά μας ξέφυγαν, όπως ξέφευγε ο Πέτικας απ’ τους χωροφυλάκους. Και τώρα δεν μπορούμε παρά να τρέχουμε από πίσω τους, μπας και καταφέρουμε να κρατήσουμε κάτι, να ανακαλύψουμε κάποια ατόφια κοιτάσματα παρελθόντος, όσο προλαβαίνουμε, αν προλαβαίνουμε.

Ο Γιάννης Μακριδάκης, από τους γενναίους της δικής μου γενιάς, με τον «Ανάμιση Ντενεκέ» κάποιον πρόλαβε, και τον τσάκωσε, και τον απαθανάτισε.


~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Στη φωτογραφία:
Ο Γιάννης Μακριδάκης
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Τετάρτη 18 Μαρτίου 2009

19 Μαρτίου- Μεταξύ συρμού και αποβάθρας

Παρουσίαση του βιβλίου και μια συνέντευξη της Έλενας Μαρούτσου στον Γιάννη Πλιώτα

Το σημερινό βιβλίο της παρουσίασης, το διάβασα έπειτα από σύσταση πολύ καλού φίλου, ο οποίος ενθουσιάστηκε και όπως διαπίστωσα δεν είχε καθόλου άδικο. Πρόκειται για το ευφυέστατο μυθιστόρημα “Μεταξύ συρμού και αποβάθρας” της Έλενας Μαρούτσου, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Καστανιώτη και είμαι σίγουρος ότι δεν θα είναι σήμερα η μοναδική φορά που ακούτε γι' αυτό.

Η Έλενα Μαρούτσου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1967. Σπούδασε Iστορία στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών κι έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Λογοτεχνία και στις Eικαστικές Tέχνες στην Αγγλία. Έχει ασχοληθεί με τη φωτογραφία και με το κολλάζ, ενώ το “Μεταξύ συρμού και αποβάθρας” είναι το τρίτο βιβλίο της. Για να έχετε, όμως πιο ολοκληρωμένη άποψη, οφείλω να συμπεριλάβω στην εισαγωγή μου, ακόμα δύο βιογραφικά, άσχετα μεταξύ τους, για λόγους που θα φανερωθούν παρακάτω.

Ο Ρενέ Μαγκρίτ (1898-1967) ήταν ένας Βέλγος σουρεαλιστής καλλιτέχνης με επιρροές από το κίνημα του ντανταϊσμού. Στα έργα του συχνά παραθέτει συνηθισμένα αντικείμενα, τοποθετημένα σε κάποιο ασυνήθιστο πλαίσιο, δίνοντας νέες ερμηνείες σε έννοιες, προοπτική και αντίληψη. Με τα φανταστικά και απρόβλεπτα στοιχεία, το έργο του γίνεται συχνά πνευματώδες και διασκεδαστικό. Ο Τάσος Λειβαδίτης (1922-1988) ήταν σημαντικός Έλληνας ποιητής. Σπούδασε νομικά, όμως τον κέρδισε η ποίηση. Ανέπτυξε έντονη πολιτική δραστηριότητα στο χώρο της αριστεράς με συνέπεια να εξοριστεί από το 1947 έως το 1951. Τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο ποίησης στο παγκόσμιο φεστιβάλ νεολαίας της Βαρσοβίας για τη συλλογή «Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου».

Πάμε, όμως στα του μυθιστορήματος. Η Λίνα είναι μία περίπου συνηθισμένη γυναίκα που φιλοσοφεί και της αρέσει να αλλοιώνει ενίοτε την πραγματικότητα ώστε να την συνταιριάζει με την αχαλίνωτη φαντασία της. Γράφει διηγήματα με ήρωες τους στενούς συγγενείς της, ψάχνει στον εαυτό της αποτυπώματα της γιαγιάς της και αναζητά ταυτόχρονα ένα νόημα σε όλα όσα στροβιλίζονται γύρω της. Είναι συναισθηματικά παρορμητική, διαθέτει άφθονα αποθέματα σαρκασμού για τους γύρω, αλλά και για τον εαυτό της, ενώ ακροβατεί μεταξύ φλεγματικής ψυχραιμίας και κρίσεων πανικού. Κομβικά σημεία στην ιστορία αποτελούν η αγάπη της για τους πίνακες του Μαγκρίτ (την οποία μοιράζεται με τη συγγραφέα) και μία αλληγορική ταινία που σκηνοθετεί ο φίλος της ο Δημήτρης και περιστρέφεται γύρω απ' την ποίηση του Τάσου Λειβαδίτη.

Τι θα ήταν, λοιπόν συμπυκνωμένο σε μία επικεφαλίδα το “Μεταξύ συρμού και αποβάθρας”; Θα το χαρακτήριζα ένα αυτοαναφορικό μυθιστόρημα, πανέξυπνα αστείο και εξόχως σουρεαλιστικό, μα πάνω απ' όλα μια ιστορία πάνω στην αγάπη, στη δυσκολία των ανθρώπινων σχέσεων και στην εναλλαγή των συναισθημάτων. Είμαι βέβαιος ότι όσο πλησιάζετε προς το τέλος θα αντιμετωπίσετε το ίδιο αγωνιώδες και αρχετυπικό δίλημμα με τη Λίνα. Υπάρχει το ιδανικό ή είναι μια φαντασίωση μες στο κεφάλι μας, ένας διεστραμμένο παιχνίδι που μας ωθεί σε ακατάληπτες ενέργειες;

Η πένα της Μαρούτσου μετατρέπει την ανάγνωση σε ένα άκρως απολαυστικό και γευστικό ταξίδι και θα πρότεινα ανεπιφύλακτα το “Μεταξύ συρμού και αποβάθρας” στους αναγνώστες κάθε είδους, που θέλουν να γελάσουν και να προβληματιστούν. Θα βρείτε τις καλαίσθητες, διανθισμένες με πίνακες του Μαγκρίτ, 352 σελίδες του σε όλα τα βιβλιοπωλεία, ενώ περισσότερα μπορείτε να μάθετε και σε όσα ενδιαφέροντα μου “αποκάλυψε” η ίδια η συγγραφέας:

Γιατί επιλέξατε τους πίνακες του Μαγκρίτ και γιατί την ποίηση του Λειβαδίτη;


Ο Μαγκρίτ είχε δηλώσει κάποτε ότι δε βλέπει τον εαυτό του ως ζωγράφο αλλά ως στοχαστή που χρησιμοποιεί ως μέσο τη ζωγραφική. Ένας λοιπόν απ’ τους κεντρικούς του «στοχασμούς» περιστρεφόταν γύρω απ’ τη γλώσσα και το χάσμα που χωρίζει τη λέξη από αυτό που προσπαθεί να περιγράψει. Σ’ ένα παρόμοιο χάσμα αναφέρεται κι ο τίτλος «Μεταξύ συρμού και αποβάθρας», το χάσμα που χωρίζει δηλαδή την πραγματικότητα απ’ την ερμηνεία της, ή την αποτύπωσή της μέσω της τέχνης (λογοτεχνίας, ζωγραφικής κλπ). Ο Λειβαδίτης, απ’ την άλλη, είναι απ’ τους πολύ αγαπημένους μου ποιητές και νομίζω πως το αίσθημα της απώλειας και της διάψευσης που ποτίζει τα ποιήματά του διαπερνάει και τους ήρωες τους βιβλίου που συχνά έρχονται αντιμέτωποι με τις πλάνες τους αναζητώντας πότε την αγάπη, πότε την αλήθεια πότε τον ίδιο τους τον εαυτό.


Ο χαρακτήρας της Λίνας έχει στοιχεία της προσωπικότητάς σας;


Η αλήθεια είναι πως έχω δανείσει πολλά στοιχεία της ιστορίας, της ταυτότητας και της προσωπικότητάς μου στην ηρωίδα, όμως πάντα ένας ήρωας είναι ένα πλάσμα φτιαχτό, μια επινόηση, και ως τέτοια είναι καλό να την αντιμετωπίζει ο αναγνώστης. Ο αφηγητής είναι μια μάσκα κι όσο κι αν μοιάζει με το συγγραφέα δεν ταυτίζεται με αυτόν.


Θα ακολουθούσατε τυχαία σημάδια της ζωής, όπως το δέσιμο των κορδονιών από έναν περαστικό;


Για να σας αποδείξω ότι άλλο εγώ κι άλλο η Λίνα, έχω να πω πως εγώ θα αρκούμουν και σε πoλύ μικρότερα σημάδια. Είμαι φύσει ρομαντική κι η φαντασία μου είναι πολύ ευέξαπτη.


Τελικά στις σχέσεις πρέπει να συμβιβαζόμαστε με ό,τι έχουμε ή να αναζητούμε το ιδανικό; Μήπως το ιδανικό είναι μια φαντασίωση;


Το ιδανικό είναι σίγουρα μια φαντασίωση μιας και οι άνθρωποι είμαστε πλάσματα ατελή. Από τη στιγμή όμως που θα βγούμε απ’ την κοιλιά της μαμάς μας είμαστε καταδικασμένοι να κυνηγάμε την εμπειρία της απόλυτης ένωσης, μια αίσθηση πληρότητας που μάλλον είναι ανέφικτη και δεν μπορεί να μας την προσφέρει κανείς. Παύουμε ίσως να την κυνηγάμε όταν (και αν) φτάσουμε στην σοφία ή την κούραση ή και στα δύο.


Η Λίνα γράφει διηγήματα με ήρωες τους συγγενείς της. Εσείς θα το κάνατε; Πόσο εκτίθεται ο συγγραφέας σε φίλους και οικείους;


Πολλά κομμάτια της οικογενειακής μου ιστορίας έχουν περιληφθεί σε αυτό, ως επί το πλείστον, αλλά και στα προηγούμενα βιβλία μου, στο μέτρο όμως που εξυπηρετούν την πλοκή του βιβλίου. Κι η ηρωίδα κάτι τέτοιο κάνει: γράφει μια φανταστική οικογενειακή αυτοβιογραφία. Άλλα στοιχεία τα επινοεί, άλλα τα παραλλάσσει, άλλα τα χρησιμοποιεί ατόφια. Σίγουρα πάντως κάτι τέτοιο, έχετε δίκιο, μπορεί να φέρει σε δύσκολη θέση συγγενείς και οικείους, όμως επειδή οι καθρέφτες που χρησιμοποιώ είναι παραμορφωτικοί πάντα μπορεί κανείς καμαρώσει πως πρόκειται για τον ίδιο ή να αποποιηθεί κάθε ομοιότητα, ανάλογα με το κέφι του.


Πόσα κομμάτια της ζωής μας χωράνε "μεταξύ συρμού και αποβάθρας";


Χωράνε αυτά που δεν έχουν βρει ακόμα τη θέση τους, τα μετέωρα, για κάποιους όλα.


Αισθάνεστε καθόλου ότι γράψατε το βιβλίο μαζί με τον Μαγκρίτ;


Ακριβώς έτσι: Μαζί του και εν αγνοία του. Οι πίνακές του χρησίμευσαν ως συνδετικό υλικό στο χτίσιμο της πλοκής αλλά και ως πυξίδα για την πορεία της. Σίγουρα, χωρίς τον Μαγκρίτ το βιβλίο δεν θα ήταν το ίδιο…


Μια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουν; Και ποια είναι η απάντηση;


Ερώτηση που θέλω να μου κάνουν: Είναι μεγάλη μας τιμή να σας προσφέρουμε το Νόμπελ λογοτεχνίας. Το δέχεστε;

Απάντηση: Μα τι λέτε; Αφού δεν το αξίζω… Αφού επιμένετε…Ναι.




Τετάρτη 11 Μαρτίου 2009

12 Μαρτίου- Watchmen





QUIS CUSTODIET IPSOS CUSTODES?

Στα σημερινά ράφια θα ασχοληθούμε με κάτι επίκαιρο, για το οποίο πιθανότατα κάτι θα έχει πάρει το αυτί σας. Πρεμιέρα σήμερα και στην Ελλάδα λοιπόν, για μια μεγάλη κινηματογραφική παραγωγή, το «Watchmen», μία πολύχρωμη ταινία δράσης, που φιλοδοξεί να μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη το ομώνυμο κόμικ. Και κάπου εκεί έρχομαι για να δώσω περισσότερες διευκρινήσεις ως προς το τι εστί «Watchmen» και για να το συστήσω ανεπιφύλακτα σε όλους ανεξαιρέτως τους αναγνώστες. Γνωρίζοντας ότι πολλοί από εσάς περιμένετε με ανυπομονησία την ταινία, θα φροντίσω να αποκλείσω από το άρθρο μου κάθε spoiler, περιορίζοντας τις αναφορές στην πλοκή μόνο στα πολύ βασικά και στην αρχή του πρώτου, εισαγωγικού κεφαλαίου.

Το «Watchmen» («Φύλακες» θα μπορούσε να είναι μια απόδοση), είναι ένα πολυσύνθετο graphic novel του οποίου τα δώδεκα μηνιαία τεύχη κυκλοφόρησαν από την DC στην Αμερική ανάμεσα στον Σεπτέμβριο του 1986 και τον Οκτώβριο του 1987. Το σενάριο υπέγραφε η ιδιόρρυθμη μεγαλοφυΐα Άλαν Μουρ (με έργα όπως το «V for Vendetta» και το «From Hell» να ξεχωρίζουν απ’ το βιογραφικό του) και το σχέδιο ο Ντέιβ Γκίμπονς, που έχει συνεργαστεί και στην καλλιτεχνική διεύθυνση της κινηματογραφικής μεταφοράς.

Η υπόθεση διαδραματίζεται σε μια εναλλακτική εκδοχή της ιστορίας κατά τη δεκαετία του ’80, όταν ο Νίξον είναι ακόμα πρόεδρος των Η.Π.Α. και η χώρα του βρίσκεται στα όρια ενός ολέθριου πυρηνικού πολέμου ενάντια στη Σοβιετική Ένωση. Παράλληλα η κοινωνία της Αμερικής έχει στιγματιστεί από το παράδοξο φαινόμενο της παρουσίας μασκοφόρων εκδικητών, οι οποίοι κυνηγούν αυτεπαγγέλτως το έγκλημα. Πριν ακόμα τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο αυτοί οι αστικοί ήρωες εμφανίστηκαν προσφέροντας τις υπηρεσίες τους, αλλά εδώ και περίπου μια δεκαετία η δράση τους θεωρήθηκε παράνομη και οι ίδιοι πέρασαν στο περιθώριο με τις εικόνες τους αποδομημένες. Υπάρχει, όμως μία εξαίρεση, ο βίαιος, υπερπατριώτης και στυγνός Ρόρσαχ, που συνεχίζει να δρα μακριά από τα βλέμματα της δημοσιότητας και ουσιαστικά καταζητούμενος από τη νόμιμη εξουσία. Έρχεται η δολοφονία ενός βετεράνου υπερήρωα, του Comedian, να κινήσει τις υποψίες του Ρόρσαχ, που σιγά σιγά ξετυλίγει ένα μπλεγμένο κουβάρι διαφθοράς για να οδηγηθεί σε μια συνωμοσία ασύλληπτων προεκτάσεων.

Αυτή είναι πάνω κάτω η ιστορία, που επικεντρώνεται αριστουργηματικά σε δύο θεματικούς άξονες. Κατ’ αρχάς στη διαταραχή της ψυχολογίας ενός καθημερινού ανθρώπου που αποφασίζει να φορέσει μια μάσκα και να αναλάβει την προάσπιση του δημόσιου συμφέροντος. Κατά δεύτερο στο αν υπάρχει όριο στη δικαιοδοσία όσων εφαρμόζουν τους νόμους κάτι που πιο απλά τίθεται με την εξής γνωστή ρήση: «Ποιος φυλάει τους φύλακες»;

Θα αναρωτιέστε, όμως γιατί έχει γίνει τόσος θόρυβος γύρω από μερικές εικόνες με διαλόγους σε συννεφάκια. Το «Watchmen» θεωρείται ως το αξιολογότερο δείγμα κόμικ όλων των εποχών, και αν μπορεί να υπάρξει τέτοιος ορισμός στηρίζεται σε δύο αναμφισβήτητα γεγονότα. Είναι το μόνο κόμικ το οποίο έχει τιμηθεί με βραβείο «Hugo» (ένα πολύ σημαντικό βραβείο που παρομοιάζεται με νόμπελ λογοτεχνίας επιστημονικής φαντασίας) και επίσης έχει συμπεριληφθεί στη λίστα του περιοδικού «Time» με τα 100 βιβλία του 20ου αιώνα, τα οποία άσκησαν τη μεγαλύτερη επίδραση στη λογοτεχνία· και πάλι μία τιμή πρωτόγνωρη για κόμικ.

Νομίζω ότι δεν χρειάζονται πολύ περισσότερες περγαμηνές για να πειστείτε. Δεν είναι εύκολο ανάγνωσμα, αλλά αξίζει προσοχής η κάθε μία από τις εμπνευσμένες σελίδες του. Το μόνο που έχετε να επιλέξετε είναι αν θα παραγγείλετε σε ενημερωμένα βιβλιοπωλεία ή από το Amazon.com την αγγλόφωνη έκδοση έναντι 15 ευρώ (λύση την οποία προκρίνω) ή αν θα προμηθευτείτε τη μεταφρασμένη εκδοχή που μόλις κυκλοφόρησε από τον «Anubis» και τιμάται 50 ευρώ.

Τώρα για το αν πρέπει πρώτα να διαβάσετε το κόμικ και μετά να δείτε την ταινία ή το αντίστροφο, θεωρώ ότι είναι καθαρά θέμα προσωπικού γούστου. Είμαι σίγουρος ότι ο σκηνοθέτης Τζακ Σνάιντερ έχει μείνει όσο το δυνατόν πιστότερος στο πνεύμα των δημιουργών, όπως φαίνεται ξεκάθαρα κι απ’ τις σκηνές των trailer, όπου έχει αναπαραστήσει με ακρίβεια ολόκληρα καρέ. Άλλωστε αυτό ακριβώς είχε κάνει και στους «Τριακόσιους», μεταφέροντας σχεδόν αυτούσιο το κόμικ του Φρανκ Μίλερ. Απομένει να δούμε αν ο Σνάιντερ έχει επιτύχει και στο δυσκολότερο μέρος, δηλαδή στην απόδοση του βάθους των χαρακτήρων και των πολλαπλών επιπέδων της ίδιας της ιστορίας.

Μην περιμένετε περισσότερο. Φορέστε κουκούλα και μπέρτα και ξεχυθείτε προς το αγαπημένο σας βιβλιοπωλείο και την πλησιέστερη κινηματογραφική αίθουσα.

Δευτέρα 2 Μαρτίου 2009

5 Μαρτίου- Hotel Zoo


Λοιπόν, όπως ήταν ευρέως αναμενόμενο, πέρασε μετά από μία σύντομη εμφάνιση και η Καθαρά Δευτέρα και πήγε να συναντήσει στο μπαούλο με τα περσινά τις Απόκριες και τα χριστουγεννιάτικα στολίδια. Άνοιξη πλέον και περνάμε στο διπλό θέμα μας σήμερα, υπό τις πανέμορφες μελωδίες της Lisa Hannigan (εγώ τουλάχιστον, εσείς πρέπει να την αναζητήσετε στο youtube).
Πρώτα απ’ όλα σε μία νέα, ενδιαφέρουσα έκδοση με τίτλο «Χαμένοι στο Διαδίκτυο» η οποία κυκλοφόρησε πρόσφατα από τον Πατάκη και οφείλεται στη δική σας συμμετοχή και αλληλεπίδραση. Περί τίνος πρόκειται και που εμπλέκονται οι αναγνώστες; Τα τελευταία χρόνια σε ένα εικονικό Hotel, φιλοξενούνται διακεκριμένοι συγγραφείς μαζί με άγνωστους δημιουργούς, προκειμένου να συμπληρώσουν τα κομμάτια του παζλ ενός βιβλίου. Διαβάστε μαζί μου: «Τρία εκατομμύρια διαδικτυακοί χρήστες και πλέον των 10.000 blogs στην Ελλάδα πιστοποιούν μια νέα πραγματικότητα – και όχι μόνο ψηφιακή. Η διαδικτυακή βιβλιοφιλία εξαπλώνεται με γεωμετρική πρόοδο, ενώ ήδη αρκετοί bloggers τυπώνουν τα άυλα ημερολόγιά τους σε βιβλία. Αυτό ήταν το ζητούμενο του Hotel 2008: μια ιστορία αντλημένη από το Διαδίκτυο, ένα διήγημα που λογοδοτεί στη θεματική και στην ποιητική της ψηφιακής πραγματικότητας.
Η φετινή κριτική επιτροπή (Ελιάνα Χουρμουζιάδου, Χρήστος Χρυσόπουλος, Βίβιαν Ευθυμιοπούλου, Χρίστος Κυθρεώτης, Τιτίκα Δημητρούλια, Άννα Πατάκη και Μισέλ Φάις) κατέληξε στον βραχύ κατάλογο του «Hotel-Internet»: Γιούλη Αναστασοπούλου, Δήμητρα Ανδρουλάκη, Ιωάννα Ακουμιανάκη, Ελεάννα Αναφιώτη, Έλενα Γελάση, Κώστας Γκαζής, Μαρία Δαλαμήτρου, Κίμων Θεοδώρου, Μυρτώ Καλοφωλιά, Μαρία Πρωτονοταρίου, Σοφία Ρόκου, Θοδωρής Χιώτης. Τελικώς, έξι εξ αυτών φιλοξενούνται στον παρόντα τόμο και, από κοινού με τους τέσσερις συγγραφείς/κριτικούς, απαρτίζουν τον τόμο Χαμένοι στο Διαδίκτυο. Τα δέκα κείμενα του τόμου συγκροτεί σε μιαν άτυπη συλλογή διηγημάτων η κριτικός λογοτεχνίας Τ. Δημητρούλια, η οποία προλόγισε και την έκδοση.»
Αν τώρα μετανιώσετε που δεν είχατε πέρσι χρόνο να πάρετε μέρος ή πολύ απλά δεν είχατε ενημερωθεί, δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας. Φέτος έχει ξεκινήσει μία ανάλογη προσπάθεια.
«Η ζωολογική λογοτεχνία είναι παλαιότατη, αχανής και ποικίλη. Σε ευσεβιστική, λαϊκή ή έντεχνη αφήγηση, ρεαλιστική ή αλληγορική εκδοχή, ο ζωομορφισμός στην τέχνη της αφήγησης έχει αφήσει έντονα χνάρια: Όμηρος, Παλαιά Διαθήκη, Αίσωπος, Λα Φοντέν, Λόντον, Μπλέικ, Πόου, Βερν, Μέλβιλ, Κάφκα, Χεμινγουέυ, Όργουελ, Μπόρχες, Ιονέσκο, Κορτάσαρ, Πελέβιν, αλλά και Ροΐδης, Μητσάκης, Λασκαράτος, Καρκαβίτσας, Κόντογλου, Πεντζίκης, Τσίρκας κ.ά.
Φυσικά, μια ιστορία με ζώα δεν εξαντλείται στην τρέχουσα αστική ζωοφιλία, ειδικά στις μέρες μας, με την εξαφάνιση σπάνιων ειδών της πανίδας, τα πειραματόζωα ή τα μεταλλαγμένα ζώα. Φωτεινή ή ζοφερή χροιά, δραματικός ή ειρωνικός τόνος, φαντασιωτικό ή ρεαλιστικό πλαίσιο είναι απλώς αφορμές ώστε να καθρεφτιστούμε και να μιλήσουμε για τον εαυτό μας και τον κόσμο.
Αυτό είναι το νέο πλαίσιο γραφής του Hotel 2009, μια ιστορία όπου θα πρωταγωνιστούν ζώα. Για τέταρτη συνεχή χρονιά, μετά τα Hotel Βιζυηνός, Μετανάστευση και Internet. Σ’ αυτό το νέο λογοτεχνικό παιχνίδι συμμετέχουν οι πεζογράφοι Άντζελα Δημητρακάκη, Ισίδωρος Ζουργός, Δημήτρης Σωτάκης, Κώστας Γκαζής (ο νικητής του Hotel Internet), ενώ το όλο εγχείρημα θα φωτίσει από θεωρητική σκοπιά η κριτικός λογοτεχνίας Λίνα Πανταλέων.
Δεκτές γίνονται συμμετοχές που θα έχουν ημερομηνία αποστολής έως την 30ή Ιουνίου 2009 (σφραγίδα ταχυδρομείου). Τέλη Σεπτεμβρίου θα ανακοινωθεί ο βραχύς κατάλογος των 12 διακριθέντων. Αρχές Νοεμβρίου, σε ειδική εκδήλωση, θα παρουσιαστεί ο συλλογικός τόμος των 6+4 διηγημάτων, όπου θα μάθουμε και το όνομα του βραβευόμενου διηγηματογράφου. Δικαίωμα συμμετοχής έχουν όσοι δεν έχουν εκδώσει πεζογραφικό βιβλίο. Τα διηγήματα πρέπει να είναι σε έντυπη μορφή, δακτυλογραφημένα με μονό διάστιχο και να συνοδεύονται από CD με το κείμενο σε ηλεκτρονική μορφή. Οι ενδιαφερόμενοι θα πρέπει να στείλουν κείμενα των 5.000-7.000 λέξεων, καθώς κι ένα βιογραφικό τους με στοιχεία επικοινωνίας, ταχυδρομικά στις Εκδόσεις Πατάκη στη διεύθυνση Παναγή Τσαλδάρη 38, 104 37 Αθήνα, με την ένδειξη «Για το διαγωνισμό διηγήματος», υπόψη του κ. Γιώργου Πάντσιου. Χορηγός επικοινωνίας είναι η Athens Voice, ενώ ο διαγωνισμός διεξάγεται υπό την αιγίδα του WWF Ελλάς.»
Καλή επιτυχία σε όλους όσοι πάρουν μέρος και συγχαρητήρια στον εκδοτικό οίκο για την διοργάνωση του διαγωνισμού.