Ξεφυλλίστε το 7ο τεύχος του Bookmarks, στο οποίο φιλοξενούμε τον Ιρλανδό συγγραφέα Paul Kearney!
EPPUR SI MUOVE
Δεκαπέντε ακόμα μέρες αφήσαμε πίσω μας και δεκαπέντε ακόμα φάνηκαν στον ορίζοντα. Όσο και να προσπαθούμε δεν μπορούμε να αλλάξουμε τη ροή του χρόνου, η γη συνεχίζει να περιστρέφεται και τα πλήθος γύρω μας να βουίζει πολυάσχολο (είναι λίγο κλισέ η παρομοίωση, το ξέρω). Όπως θα διαπιστώσετε σε αυτό το τεύχος φιλοξενούμε πολλά θαυμαστά και παράξενα, και οι οδηγίες για να σας αποκαλυφθούν είναι σχετικά απλές: υψώστε τον δείκτη του δεξιού σας χεριού και κατόπιν κατεβάστε τον ανά τακτά χρονικά διαστήματα στο αριστερό μπουτόν του ποντικιού σας. Ταυτόχρονα περιστρέψτε τους βολβούς των ματιών σας ώστε να σαρώσουν όλο το μήκος και πλάτος της οθόνης του υπολογιστή. Απομένει να αφομοιώσετε τις πληροφορίες.
Τι θα διαβάσετε; Πρώτα απ’ όλα για έναν Ιρλανδό συγγραφέα, του οποίου τα βιβλία δεν έχουν εκδοθεί ακόμα στη χώρα μας. Υποψιάζομαι πάντως ότι μετά την παρουσίασή μας θα κεντρίσει το ενδιαφέρον πολλών εκδοτικών οίκων. Μαζί με τον Paul Kearney λοιπόν έρχεται και ένας παλιός γνωστός μας, ο Ξενοφώντας. Ναι, σωστά θυμάστε απ’ το σχολείο, είναι εκείνος ο στρατηγός που έγραψε την «Κύρου Ανάβασις» και την «Κάθοδο των Μυρίων». Από το τελευταίο άντλησε έμπνευση ο Kearney και έγραψε το μυθιστόρημα φαντασίας «Ten Thousand», δηλαδή δέκα χιλιάδες, δηλαδή μύριοι (για όσους δεν θυμούνται τα αγγλικά τους). Περισσότερα διαβάστε λίγες σελίδες παρακάτω στη συνέντευξη που παραχώρησε ο συγγραφέας στην Ευθυμία Δεσποτάκη και αναζητήστε τον στην προσωπική του σελίδα: http://www.paulkearneyonline.
Έχουμε και ένα αφιέρωμα στον Χιλιανό Λουίς Σεπούλβεδα, με μια σύντομη παρουσίαση της ζωής του και κριτικές για τρία βιβλία του. Αν σας αρέσει ο Μάρκες (Γκαμπριέλ Γκαρσία κτλ) και η καλή λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία, ρίξτε μια ματιά. Όπως θα διαπιστώσετε η ατζέντα μας εκτός του ότι άλλαξε μορφή, επεκτείνεται πλέον, έτσι ώστε να ενημερώνεστε αρτιότερα για τις εκδηλώσεις που έρχονται. Σας διαβεβαιώνω ότι όσα προτείνουμε αξίζουν την προσοχή σας, ενώ για να σχηματίσετε πληρέστερη εικόνα επισκεφθείτε ηλεκτρονικά το ΕΚΕΒΙ.
Επίσης για να σας προετοιμάσουμε κατάλληλα για το Πάσχα, εξασφαλίσαμε την προδημοσίευση ενός διηγήματος της Στέργιας Κάββαλου, από τη συλλογή της «Αλτσχάιμερ Trance» που θα κυκλοφορήσει σε λίγες μέρες από τις εκδόσεις Τετράγωνο. Το όνομα του διηγήματος: «Χριστούγεννα». Εντάξει, ίσως να μην ακούγεται και πολύ επίκαιρο, αλλά τέχνη κάνουμε. Δεν χρειάζεται να τηρούμε τους τύπους.
Ο χρόνος πάλι πέρασε. Στις δέκα του Μάρτη, Θεού θέλοντος και καιρού επιτρέποντος θα μας κρατήσετε και στα χέρια σας. Ραντεβού τότε σε βιβλιοπωλεία, βιβλιοθήκες, art café, παγκάκια και μετρό. Θα κρατήσουμε απουσίες. Μην λείψει κανείς!
* Από χθες διαβάζω ξανά το «V for Vendetta». Θα ήθελα πολύ ο Άλαν Μουρ να γράψει ένα κόμικ για την κατάσταση στην Ελλάδα. Ή ο V να έκανε μερικές έκτακτες εμφανίσεις στη χώρα μας.
Έχουμε αρκετό καιρό να μιλήσουμε για ποίηση και σκέφτηκα σήμερα να προσεγγίσω το θέμα μέσω μιας συνέντευξης. Με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο αισθάνομαι ότι στις μέρες μας η ποίηση ως λογοτεχνικό είδος έχει απαξιωθεί, τουλάχιστον για το μεγαλύτερο μέρος του αναγνωστικού κοινού.
Ας φέρουμε στην απάντηση της ερώτησης αυτής το «μέσο άνθρωπο» ή, ακριβέστερα, το μέσο νεοέλληνα, ως ένα μέγεθος ευρισκόμενο σε δυναμική κατάσταση, τουτ’ έστιν μεταβαλλόμενο. Ο μέσος νεοέλληνας, μεταξύ άλλων, ερωτεύεται, συγκινείται και διασκεδάζει. Όταν ερωτεύεται, μπορεί να στείλει ένα SMS στο κορίτσι του που θα λέει «σε θέλω, μωρό μου». Όταν συγκινείται, μπορεί να κλάψει με τον τηλεοπτικό πόνο ενός αναξιοπαθούντος σε μια από τις εκπομπές του είδους. Όταν διασκεδάζει, μπορεί να πιει λίτρα και λίτρα αλκοόλ, μετά την πόση των οποίων δε θα μπορεί ούτε ν’ ακούσει ούτε να νιώσει ούτε καν να περπατήσει. Σε ένα εναλλακτικό σενάριο, ο μέσος νεοέλληνας θα μπορούσε να γράφει στο SMS «χαράματα πως σ’ αγαπώ στις φλέβες μου όλ’ η νύχτα ρέει», να συγκινείται (ενθυμούμενος τα νιάτα του ή τη δοξασμένη του στιγμή) στη σκιά του «θα μου πεις/και πού δεν ήταν τότε θάλασσα» ή να διασκεδάζει με το «χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία». Αν μας ενδιαφέρει η μετακίνηση (ή μήπως προώθηση;) του μέσου νεοέλληνα προς το εναλλακτικό σενάριο που περιέγραψα (των Ελυάρ, Δημουλά και Καββαδία), οφείλουμε να την προάγουμε. Η ποίηση είναι για όλους.
Ένα ακόμα δεκαπενθήμερο πέρασε για μένα, για εσάς, για όλο τον κόσμο.


Πίσω στις επάλξεις μετά τις πολυήμερες διακοπές, με μια μικρή ανασκόπηση για τη χρονιά που πέρασε, το 2009 αν το θυμάστε. Διάβασα αρκετά βιβλία τους δώδεκα τελευταίους μήνες, παλιά και καινούργια, ορισμένα εξαιρετικά και ευτυχώς λίγα μόνο που δεν άφησαν καλή γεύση στον αισθητικό ουρανίσκο μου. Μπορώ να καυχηθώ ότι δεν παράτησα κανένα βιβλίο στη μέση και ότι σχεδόν αποκλειστικά, τα δώρα που έκανα σε φίλους και γνωστούς ήταν βιβλία (χωρίς να είμαι βέβαιος ότι αυτό τους ενθουσίασε όλους). Γενικά το 2009 ήταν μια καλή χρονιά νομίζω.

Απέχουμε περίπου μία εβδομάδα από τις γιορτές και παντού στην αγορά όλοι ψάχνουν να αγοράσουν δώρα για όλους ή τουλάχιστον έτσι θέλουμε να ελπίζουμε. Εγώ είμαι στο λεωφορείο από Αθήνα για Πάτρα και κρατώ σημειώσεις στο τετράδιό μου όπως όπως· για την ακρίβεια γεμίζω τη σελίδα με καλικαντζούρες που μοιάζουν με ενδείξεις σεισμογράφου. Ξεκινώ να γράφω σήμερα με αφορμή το «Ημερολόγιο Ανάγνωσης» της προηγούμενης εβδομάδας (όσοι πιστοί βιβλιόφιλοι, καλείστε να ανακαλύψετε τα θαυμαστά γραφόμενα του Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου είτε στο ομώνυμο blog του: http://areadingdiary.wordpress.com/, είτε στις σελίδες του περιοδικού Bookmarks). Ποια, όμως ήταν συγκεκριμένα η αφορμή; Οι σκέψεις του σχετικά με τον δανεισμό βιβλίων. Είμαι σίγουρος ότι πολλοί θα συμμερίζεστε την άποψή του: «ο δανεισμός οποιουδήποτε βιβλίου είναι ένα θέμα που πονάει πολύ κάθε αληθινό βιβλιόφιλο». Και συνέχισε με ένα ευφυές απόσπασμα από τον «Ζούκερμαν Δεσμώτη» του Φίλιπ Ροθ: «Ξέρεις γιατί παντρεύτηκα την Κάρολ; Της δάνεισα ένα βιβλίο κι ήξερα πως αν δεν την παντρευόμουν δεν θα το έβλεπα ποτέ ξανά».
Το δεύτερο που χαρακτηρίζει την κτητική διάθεσή μου για τα βιβλία, είναι μάλλον η έλλειψη οποιασδήποτε κτητικής διάθεσης. Όταν διαβάζω κάτι που μου έχει αρέσει, θέλω να το «μεταλαμπαδεύσω», να το εμπιστευτώ στα χέρια ενός φίλου. Δεν γελιέμαι. Τα περισσότερα βιβλία ή περιοδικά που δανείζω ή αργούν να επιστρέψουν ή σκονίζονται αδιάβαστα ή τα καταπίνει το σχίσμα του χρόνου, που οδηγεί στη χώρα των χαμένων αντικειμένων. Για παράδειγμα από τα οχτώ τεύχη του μουσικού περιοδικού Muzine, στο σπίτι μου έχει απομείνει μόλις ένα.


