Δευτέρα 1 Μαρτίου 2010

7o τεύχος Bookmarks - Eppur Si Muove


Ξεφυλλίστε το 7ο τεύχος του Bookmarks, στο οποίο φιλοξενούμε τον Ιρλανδό συγγραφέα Paul Kearney!

EPPUR SI MUOVE

Δεκαπέντε ακόμα μέρες αφήσαμε πίσω μας και δεκαπέντε ακόμα φάνηκαν στον ορίζοντα. Όσο και να προσπαθούμε δεν μπορούμε να αλλάξουμε τη ροή του χρόνου, η γη συνεχίζει να περιστρέφεται και τα πλήθος γύρω μας να βουίζει πολυάσχολο (είναι λίγο κλισέ η παρομοίωση, το ξέρω). Όπως θα διαπιστώσετε σε αυτό το τεύχος φιλοξενούμε πολλά θαυμαστά και παράξενα, και οι οδηγίες για να σας αποκαλυφθούν είναι σχετικά απλές: υψώστε τον δείκτη του δεξιού σας χεριού και κατόπιν κατεβάστε τον ανά τακτά χρονικά διαστήματα στο αριστερό μπουτόν του ποντικιού σας. Ταυτόχρονα περιστρέψτε τους βολβούς των ματιών σας ώστε να σαρώσουν όλο το μήκος και πλάτος της οθόνης του υπολογιστή. Απομένει να αφομοιώσετε τις πληροφορίες.

Τι θα διαβάσετε; Πρώτα απ’ όλα για έναν Ιρλανδό συγγραφέα, του οποίου τα βιβλία δεν έχουν εκδοθεί ακόμα στη χώρα μας. Υποψιάζομαι πάντως ότι μετά την παρουσίασή μας θα κεντρίσει το ενδιαφέρον πολλών εκδοτικών οίκων. Μαζί με τον Paul Kearney λοιπόν έρχεται και ένας παλιός γνωστός μας, ο Ξενοφώντας. Ναι, σωστά θυμάστε απ’ το σχολείο, είναι εκείνος ο στρατηγός που έγραψε την «Κύρου Ανάβασις» και την «Κάθοδο των Μυρίων». Από το τελευταίο άντλησε έμπνευση ο Kearney και έγραψε το μυθιστόρημα φαντασίας «Ten Thousand», δηλαδή δέκα χιλιάδες, δηλαδή μύριοι (για όσους δεν θυμούνται τα αγγλικά τους). Περισσότερα διαβάστε λίγες σελίδες παρακάτω στη συνέντευξη που παραχώρησε ο συγγραφέας στην Ευθυμία Δεσποτάκη και αναζητήστε τον στην προσωπική του σελίδα: http://www.paulkearneyonline.com/.

Έχουμε και ένα αφιέρωμα στον Χιλιανό Λουίς Σεπούλβεδα, με μια σύντομη παρουσίαση της ζωής του και κριτικές για τρία βιβλία του. Αν σας αρέσει ο Μάρκες (Γκαμπριέλ Γκαρσία κτλ) και η καλή λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία, ρίξτε μια ματιά. Όπως θα διαπιστώσετε η ατζέντα μας εκτός του ότι άλλαξε μορφή, επεκτείνεται πλέον, έτσι ώστε να ενημερώνεστε αρτιότερα για τις εκδηλώσεις που έρχονται. Σας διαβεβαιώνω ότι όσα προτείνουμε αξίζουν την προσοχή σας, ενώ για να σχηματίσετε πληρέστερη εικόνα επισκεφθείτε ηλεκτρονικά το ΕΚΕΒΙ.

Επίσης για να σας προετοιμάσουμε κατάλληλα για το Πάσχα, εξασφαλίσαμε την προδημοσίευση ενός διηγήματος της Στέργιας Κάββαλου, από τη συλλογή της «Αλτσχάιμερ Trance» που θα κυκλοφορήσει σε λίγες μέρες από τις εκδόσεις Τετράγωνο. Το όνομα του διηγήματος: «Χριστούγεννα». Εντάξει, ίσως να μην ακούγεται και πολύ επίκαιρο, αλλά τέχνη κάνουμε. Δεν χρειάζεται να τηρούμε τους τύπους.

Ο χρόνος πάλι πέρασε. Στις δέκα του Μάρτη, Θεού θέλοντος και καιρού επιτρέποντος θα μας κρατήσετε και στα χέρια σας. Ραντεβού τότε σε βιβλιοπωλεία, βιβλιοθήκες, art café, παγκάκια και μετρό. Θα κρατήσουμε απουσίες. Μην λείψει κανείς!

* Από χθες διαβάζω ξανά το «V for Vendetta». Θα ήθελα πολύ ο Άλαν Μουρ να γράψει ένα κόμικ για την κατάσταση στην Ελλάδα. Ή ο V να έκανε μερικές έκτακτες εμφανίσεις στη χώρα μας.

Τετάρτη 24 Φεβρουαρίου 2010

Δημήτρης Μουζάκης - Αυτάρεσκη Σιωπή

Δημήτρης Μουζάκης

Συνέντευξη στον Γιάννη Πλιώτα


Έχουμε αρκετό καιρό να μιλήσουμε για ποίηση και σκέφτηκα σήμερα να προσεγγίσω το θέμα μέσω μιας συνέντευξης. Με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο αισθάνομαι ότι στις μέρες μας η ποίηση ως λογοτεχνικό είδος έχει απαξιωθεί, τουλάχιστον για το μεγαλύτερο μέρος του αναγνωστικού κοινού.
Αναρωτιέμαι αν τις περασμένες δεκαετίες ο κόσμος διάβαζε ποίηση. Δεν ζούσα πριν από τριάντα ή σαράντα χρόνια για να έχω μνήμες, αλλά έχω την αίσθηση ότι η κατάσταση τότε ήταν διαφορετική. Ήταν κι εκείνα τα νόμπελ, ήταν και άλλες εποχές. Τι έχει μεσολαβήσει, όμως από τότε; Γιατί κύλησε τόσο παράξενα ο χρόνος; Σίγουρα γύρω μας υπάρχει μια γενικότερη απαξίωση των τεχνών ή τέλος πάντων υποβάθμισή τους. Ναι ξέρω, ακούγεται σαν γκρίνια, αλλά συμβαίνει. Όπως και να ‘χει η ποίηση είναι σαν να μην υπάρχει. Είναι διάφανη, αόρατη, το ίδιο και οι δημιουργοί της. Ψιθυρίζουν, αφήνουν τους στίχους τους να μιλήσουν, μα λίγοι ακούνε. Και τελικά σχεδόν όλοι όσοι διαβάζουν ποίηση, είναι και οι ίδιοι ποιητές.
Πάμε σε μία αφανή φωνή.
Γνώρισα τον Δημήτρη Μουζάκη στις λογοτεχνικές συναντήσεις που διοργανώνει κάθε Πέμπτη ο Φυσιολατρικός Όμιλος Πατρών (στην οδό Κοραή, σε περίπτωση που σας φέρει ο δρόμος σας, υπεύθυνη η ποιήτρια Άννα Νιαράκη). Ο Δημήτρης Μουζάκης γεννήθηκε το 1979 στην Αθήνα, κατάγεται απ’ την Άνδρο και είναι Βιολόγος. Τα δύο πρώτα του βιβλία ήταν η «Αδελφότητα της Θλίψης» και ο «Υδροβάτης» (2006 και 2007, εκδ. Δωδώνη), ενώ πρόσφατα κυκλοφόρησε το τελευταίο του έργο με τίτλο «Αυτάρεσκη Σιωπή» (εκδ. Ενδυμίων). Από την πρώτη στιγμή μου έκαναν εντύπωση όχι μόνο τα ποιήματα, αλλά και η προσωπικότητά του. Έτσι αποφάσισα σήμερα να σας τον συστήσω και να ακούσουμε όσα ενδιαφέροντα έχει να πει. Κατ’ αρχάς κλέψτε λίγο χρόνο, απομονωθείτε από το περιβάλλον και διαβάστε την «Αυτάρεσκη Σιωπή», το ποίημα που έδωσε και το όνομα του στη συλλογή:
Μας άφησε ο ασθενής· πράξτε τα δέοντα./ Σκάψτε το λάκκο, ανοίξτε το φέρετρο/ αγοράστε χαλί./ Όποιος πονά, ας ανέβει επάνω./ Οι υπόλοιποι/ σκουπιστείτε από κάτω με την οδύνη σας/ να με διαμεσολαβεί/ το βάθρο των αληθινών δακρύων./ Έτσι όπως προικίστηκα με αυτάρεσκη σιωπή/ πάνω από παγωμένο θα γυμνάζομαι/ πρόσωπο νεκρού/ με λέξεις πασχίζουσες τα μάτια του ν’ ανοίξουν/ στους τροπικούς που κι αυτός ακόμη/ κάποτε τους απέρριψε/ Κι εσάς/ ούτε να σας πατήσω δεν θα καταδέχομαι.

Και ήρθε η ώρα για τις ώριμες κουβέντες. Η συζήτηση που έκανα με το Δημήτρη μου άρεσε πολύ, ίσως είναι η μέχρι στιγμής αγαπημένη μου συνέντευξη. Ας ανοίξει η αυλαία λοιπόν.

- Υπάρχει ποίηση για τις μάζες ή η ποίηση απευθύνεται αποκλειστικά σε μια κλειστή ελίτ;

Ας φέρουμε στην απάντηση της ερώτησης αυτής το «μέσο άνθρωπο» ή, ακριβέστερα, το μέσο νεοέλληνα, ως ένα μέγεθος ευρισκόμενο σε δυναμική κατάσταση, τουτ’ έστιν μεταβαλλόμενο. Ο μέσος νεοέλληνας, μεταξύ άλλων, ερωτεύεται, συγκινείται και διασκεδάζει. Όταν ερωτεύεται, μπορεί να στείλει ένα SMS στο κορίτσι του που θα λέει «σε θέλω, μωρό μου». Όταν συγκινείται, μπορεί να κλάψει με τον τηλεοπτικό πόνο ενός αναξιοπαθούντος σε μια από τις εκπομπές του είδους. Όταν διασκεδάζει, μπορεί να πιει λίτρα και λίτρα αλκοόλ, μετά την πόση των οποίων δε θα μπορεί ούτε ν’ ακούσει ούτε να νιώσει ούτε καν να περπατήσει. Σε ένα εναλλακτικό σενάριο, ο μέσος νεοέλληνας θα μπορούσε να γράφει στο SMS «χαράματα πως σ’ αγαπώ στις φλέβες μου όλ’ η νύχτα ρέει», να συγκινείται (ενθυμούμενος τα νιάτα του ή τη δοξασμένη του στιγμή) στη σκιά του «θα μου πεις/και πού δεν ήταν τότε θάλασσα» ή να διασκεδάζει με το «χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία». Αν μας ενδιαφέρει η μετακίνηση (ή μήπως προώθηση;) του μέσου νεοέλληνα προς το εναλλακτικό σενάριο που περιέγραψα (των Ελυάρ, Δημουλά και Καββαδία), οφείλουμε να την προάγουμε. Η ποίηση είναι για όλους.

- Γιατί ο κόσμος δεν διαβάζει ποίηση στις μέρες μας; Μήπως τα παιδιά προκαταλαμβάνονται αρνητικά από τον τρόπο διδασκαλίας στο σχολείο; Αλήθεια, διδάσκεται η ποίηση;

Ο κόσμος έχει αφεθεί σε εμπειρίες αποχαύνωσης (ή και εκτόνωσης). Όσο, μάλιστα, εντονότερος είναι ο αποχαυνωτικός (ή ο εκτονωτικός) χαρακτήρας της εμπειρίας, τόσο πιο δημοφιλής είναι η εμπειρία αυτή. Αναζητήστε τα στοιχεία που επισημαίνω σε συνήθεις χώρους διασκέδασης μετά μουσικής, στο τηλεοπτικό τοπίο ή και σε συνωμοσιολογικά πεζογραφήματα. Είναι πολύ φυσικό η στοχαστικότητα, η υπαινικτικότητα, οι γλωσσικοί πειραματισμοί και τα λοιπά προσδιοριστικά της ποίησης να την καθιστούν ακατάλληλη προς διψώντες για αποχαυνωτικά θεάματα, ημιάγρια διασκέδαση μετά μουσικής ή βίαιες εκτονώσεις σε στάδια. Σχετικώς με τα παιδιά, νομίζω ότι τα προκαταλαμβάνει αρνητικά η ζωή, τα πρότυπά της και οι δυσκολίες της προτού αποτελειώσει την ποίηση μέσα τους η αρτηριοσκληρωτική διδασκαλία της στο σχολείο. Σε ό,τι με αφορά, πιστεύω ακράδαντα στη ζωτικότητα της επαφής με την ποίηση κατά την εκπαιδευτική διαδικασία. Μια τέτοια επαφή, όμως, δεν είναι δυνατό να αναπτύσσεται στη βάση της αηδιαστικής αποστήθισης, της βαθμοθηρίας και του ψυχαναγκασμού, αλλά της ομορφιάς, των χρωμάτων, της φύσης, του έρωτα και της συνείδησης, όπως απαιτεί η ποίηση όλων των αιώνων.

- Υπάρχουν σύγχρονοι σπουδαίοι Έλληνες ποιητές; Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σας;

Δεν ξέρετε πόσο έχει υποφέρει η ποίηση από την ανάγκη των ποιητών να χαρακτηρισθούν «σπουδαίοι», γι’ αυτό με ρωτάτε. Θα σας δώσω, όμως, κάποια ονόματα σύγχρονων ποιητών, μόνο και μόνο για να τοποθετηθώ απέναντι σε κατεστημένες στο λογοτεχνικό σινάφι αντιλήψεις: Δημήτρης Κάββουρας, Κώστας Σοφιανός, Διονύσης Καψάλης, Σωτήρης Παστάκας, Γιάννης Κυριαζής, Γιάννης Στίγκας, Δημήτρης Σολδάτος, Γιάννης Λειβαδάς, Γιάννης Πατίλης, Γιάννης Τόλιας, Αργύρης Χιόνης, Θεοδόσης Βολκώφ, Ιωάννης Τσίρκας, Σοφία Κολοτούρου. Αγαπημένοι μου ποιητές είναι ο Κωνσταντίνος Καβάφης, ο Οδυσσέας Ελύτης και η Κική Δημουλά.

- Πόσο δύσκολο είναι για έναν ποιητή να μεταγγίσει τα γραπτά του στους αναγνώστες; Οι μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι δεν εκδίδουν ποίηση, πολλοί μικροί προσπαθούν απλώς να εκμεταλλευτούν τους δημιουργούς, υπάρχει αχτίδα ελπίδας; Είναι το διαδίκτυο μια κάποια λύσις;

Οι αναγνώστες είναι ανύπαρκτοι. Οι ιθύνοντες απαθανατισμού της ποίησης (ανθολόγοι, μεγαλοεκδότες, επιμελητές εκδόσεων, περιοδικάρχες, διοικητικά συμβούλια ιδρυμάτων, επιτροπές απονομής βραβείων) συνιστούν ένα σχετικώς κλειστό, αναξιοκρατικό, εσωστρεφές και ακάθαρτο κύκλωμα. Οι έμποροι είναι έμποροι και ως τέτοιοι λειτουργούν. Το διαδίκτυο είναι ένας χώρος ελεύθερης έκφρασης, αλλά τούτο το χαρακτηριστικό του δεν επαρκεί για μια σημαντική αλλαγή στα λογοτεχνικά δρώμενα. Δεν είμαι αισιόδοξος, αλλά είμαι επίμονος.

- Θεωρείτε ότι η ποίησή σας ανήκει σε κάποιο ρεύμα; Ποια στοιχεία τη χαρακτηρίζουν;

Η ποίησή μου δεν ανήκει σε κανένα ρεύμα. Χαρακτηρίζεται από την απόπειρα ανάδειξης του σώματος και των εκφράσεών του, τη σημασία του ελαχίστου στην άντληση εσωτερικής δύναμης, την από δωματίου αντίληψη του κόσμου, την προσέγγιση της συμπεριφοράς μέσα από τη βιολογία του σώματος, τη φυσιολατρεία, την καχυποψία απέναντι σε διανοητικά και ψυχολογικά αντανακλαστικά, την αναπαρθένευση της στοχαστικότητας μέσα από τη βλάσφημη αμφισβήτηση, την αέναη σκέψη ως το δραστικό συστατικό της επαναστατικής κυοφορίας, την εμπεδωμένη ματαιότητα μες στο άπειρο σύμπαν της τυχαιότητας, τη μέθη της αχαλίνωτης φαντασίας. Παρασύρθηκα, προφανώς, και σας μίλησα για τις μεγάλες μου φιλοδοξίες. Όπως και να ’χει, έτσι θέλω την ποίησή μου.

- Λίγοι αγαπημένοι σας στίχοι; Τι διαβάσατε πρόσφατα και σας έκανε εντύπωση;

«Αν όλος ο χρόνος είν’ διαρκώς παρών/ τότε όλος ο χρόνος παραμένει αλύτρωτος». Πρόκειται για δυο στίχους του Τ.Σ. Έλιοτ. «Θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τον καλπασμό», ένας στίχος από το «Μονόγραμμα» του Οδυσσέα Ελύτη. Να μην ξεχάσω, όμως, και την αγαπημένη Κική Δημουλά: «Αν η φαντασία δε σκηνοθετούσε/ Υπαρκτόν θηριώδη τον έρωτα/ Ποτέ καμιά πραγματικότης/ Δε θα μας είχε αγαπήσει». Προσφάτως διάβασα το εξής (μιλάει ο Νάνος Βαλαωρίτης σε Αθηναϊκή εφημερίδα), το οποίο μου έκανε εντύπωση: «Με έπεισαν μαζί με τον Μίνω Αργυράκη να δεχτώ την υποψηφιότητα, αν και λόγω της σχέσης μου με την ομάδα του Μπρετόν δεν έβλεπα με καλό μάτι τα βραβεία. Υποψήφιος ωστόσο ήταν και ο Μίλτος Σαχτούρης, και όταν τελικά βγήκαν τα αποτελέσματα οι ψήφοι διαιρέθηκαν ανάμεσα στον Σαχτούρη και σε μένα και δεν δόθηκε το βραβείο. Μέχρις εκεί καλά, αλλά ο Ελύτης είχε ψηφίσει υπέρ του Σαχτούρη. Μετά μου είπε πως είχε δεχθεί πιέσεις.» Φαίνεται πως ούτε οι μυθικές φυσιογνωμίες γλίτωσαν τις πιέσεις.

- Ποιοι είναι οι στόχοι ενός ποιητή στη σύγχρονη ελληνική, πεζή πραγματικότητα;

Ενός ποιητή, αγνοώ. Η ποίηση με βαπτίζει καθημερινά στην εσωτερική ηρεμία, στη δημιουργική ηδονή, στην απόλαυση της δροσιάς των πετάλων και του απαλόπνοου πρωινού ανέμου, στις γεύσεις που απειρίζονται πάνω από μια κούπα ζεστού, μυρωδάτου καφέ, στο πείσμα κάποιας αλλαγής εαυτού που ’ναι του κόσμου αλλαγή. Η γραφή επιστρέφει ως ανάγκη παρουσίασης αυτής της διαβίωσης.

- Μπορεί να μεταφραστεί ένα ποίημα; Μπορεί να μεταφερθεί στον κινηματογράφο; Μπορεί να γίνει πίνακας ζωγραφικής ή γλυπτό;

Μπορεί. Το ποίημα είναι ποίημα και έχει φτιαχτεί με λέξεις, όμως η ποίηση μπορεί να ταξιδέψει και σ’ άλλα μέσα έκφρασης.

- Αν ζούσατε πριν πενήντα χρόνια θα γράφατε έμμετρα; Ποια είναι η άποψή σας για την ομοιοκαταληξία στη νεοελληνική ποίηση;

Ο Βωδελαίρος έγραψε ότι ο ρυθμός και η ρίμα καλύπτουν τις προαιώνιες ανάγκες του ανθρώπου για μονοτονία, συμμετρία κι έκπληξη. Ο δρόμος, όμως, ικανοποίησης των αναγκών αυτών δεν περνά αποκλειστικώς από το ρυθμό και τη ρίμα. Ο Ελύτης, γράφοντας «Όλα τα κυπαρίσσια δείχνουνε μεσάνυχτα/ Όλα τα δάχτυλα/ Σιωπή» σίγουρα εξυπηρετεί τη συμμετρία και την έκπληξη με τον αισθησιασμό του. Συμμετρία κι έκπληξη, για να αναφέρω ένα ακόμη παράδειγμα, βρίσκουμε και στο προσφάτως εκδοθέν ποίημα του Σωτήρη Παστάκα (από τη συλλογή Όρος Αιγάλεω την οποία και διάβασα πρόσφατα): «Να στρίψω ένα τσιγάρο/ και να το πιω τώρα ή να στρίψω/ ένα τσιγάρο και να το πιω μετά;/ Το στρίβω τώρα, το αποφάσισα,/ για να τ’ ανάψω όταν ο ιδρώτας/ από τις μασχάλες σου θα μπορεί/ να ξεγελάσει και τους μπάτσους.» Συμμετρία κι έκπληξη και εδώ, λοιπόν, όχι μόνο δια του αισθησιασμού αλλά και δια της συμπλοκής εικονικών διπόλων που ενυπάρχουν στο υποσυνείδητο (μασχάλη/μπάτσος ή ιδρώτας/μπάτσος ή μπάτσος/έρωτας). Η ρίμα και το μέτρο, βεβαίως, δημιουργούσαν και δημιουργούν εντελώς φαιδρούς οπαδισμούς τύπου εικονολατρών και εικονομάχων, με τους πλειοψηφούντες ελευθερόστιχους να υποτιμούν ως ιλαρούς τους θιασώτες των παραδοσιακών μορφών και τους δεύτερους να αμύνονται με την αδιαφορία τους απέναντι στην ελευθερόστιχη ποίηση, σα θαρραλέοι και Θερμοπυλοφύλακες της γνήσιας ποιητικής. Σε ό,τι με αφορά, προτιμώ ως γραφιάς τον ελεύθερο στίχο και ως αναγνώστης προτιμώ την ποίηση σε όλη της την ποικιλομορφία. Αν ζούσα πριν από πενήντα χρόνια δεν ξέρω αν θα έγραφα, αλλά θα ήθελα να γνωρίσω πολλούς που έγραφαν τότε.

- Για να γράψει κάποιος χρειάζεται μόνο έμπνευση και συναίσθημα ή και τεχνική; Πόσο δουλεύετε τα ποιήματα σας;

Χρειάζεται να έχεις στο μυαλό σου τον αναγνώστη, όχι για να του πεις αυτό που θέλει ν’ ακούσει, αλλά για να θυμάσαι πόσο δύσκολο είναι να πεις κάτι πόχει τόση σημασία, ώστε ο αναγνώστης να ερωτευθεί από το στόμα σου. Τα ποιήματά μου δεν τα δουλεύω όσο θα έπρεπε.

- Μερικοί στίχοι σας;

Δοκιμάζεται των τεράτων η υπομονή/ Όταν απ’ τη βροχή περιμένεις/ Να στρώσει ό,τι το χιόνι.
Και κυρίως: Σβήστε τ’ όνομά μου/ για να γράψετε ένα στίχο./ Ό,τι αγάπησα ήταν ποίηση/ αλλιώς δε θα μπορούσα να το πω.

Σας ευχαριστώ.

Τρίτη 16 Φεβρουαρίου 2010

6ο Τεύχος Bookmarks - Δρόλαπας



Ξεφυλλίστε το 6ο τεύχος του Bookmarks, στο οποίο φιλοξενούμε τον διάσημο συγγραφέα Valerio Massimo Manfredi!

Και μία γεύση από το editorial:

ΔΡΟΛΑΠΑΣ

Από πάντα ήθελα να δώσω αυτή την επικεφαλίδα σε ένα editorial- νομίζω μου διασφαλίζει λίγα ακόμα κυβικά εκατοστά αιωνιότητας. Ο «δρόλαπας» είναι εξεζητημένη λέξη, πλην απολαυστική. Όσο για το τι σημαίνει (αν δεν γνωρίζετε, όπως κι εγώ πριν λίγο καιρό): Είναι η κατακλυσμική καταιγίδα, το κατά Καρκαβίτσα αστραπόβροντο. Αλλά μεταφορικά θα μπορούσε να είναι και η διαβόητη οικονομική κρίση ή η αδάμαστη μπόρα που μαίνεται στο μυαλό καθενός.

Με το τεύχος που διαβάζετε αυτή τη στιγμή στην οθόνη του υπολογιστή σας, επιστρέφουμε δυναμικά στις επάλξεις, αν και έχοντας απολέσει (προσωρινά) την υφή μας. Προκειμένου να μείνουμε πιστοί στο ραντεβού με τους αναγνώστες και χωρίς να χρειαστεί να καταβυθιστούμε οικονομικά, αποφασίσαμε για τον επόμενο μήνα το Bookmarks να κυκλοφορεί αποκλειστικά σε ηλεκτρονική μορφή. Στο facebook, στο site μας, σε blogs, forums και tweets, με κάθε τρόπο και με κάθε μέσο, θα προσπαθήσουμε (και με τη βοήθειά σας) να κερδίσουμε νέους αναγνώστες για εμάς και τα βιβλία που μας άρεσαν. Στα βιβλιοπωλεία θα κυκλοφορήσουμε πάλι στις 3 Μαρτίου.

Αναγνωρίζω ότι ξεχωριστή αίγλη έχει το έντυπο, αλλά τουλάχιστον θα συνεχίσουμε να σας προσφέρουμε την απαραίτητη, τετραγωνισμένη ενημέρωση για τα σημαντικότερα τεκταινόμενα στο χώρο του βιβλίου. Ως απόδειξη στο σημερινό τεύχος φιλοξενούμε μεταξύ πολλών θεμάτων και μια αποκλειστική συνέντευξη του διάσημου Ιταλού συγγραφέα Valerio Massimo Manfredi, ο οποίος έχει ασχοληθεί με τα φιδογυριστά μονοπάτια της αρχαίας ιστορίας μας και λογίζεται πλέον μακρινός απόγονος του Ομήρου και του Ξενοφώντα.

Στα υπόλοιπα νέα, ελπίζω στο διάστημα που λείπαμε για διακοπές να διαβάσατε κι εσείς αξιόλογα βιβλία όπως εγώ, όσα πρόλαβε ο καθένας. Μπορεί για μερικούς ακόμα και το ένα βιβλίο το μήνα να φαντάζει βουνό πελώριο, αλλά εσείς που διαβάζετε το Bookmarks σίγουρα τα καταφέρνετε πολύ καλύτερα. Αν θέλετε χρησιμοποιήστε ως παράδειγμα προς έμπνευση τη συντάκτριά μας την Ευθυμία Δεσποτάκη, η οποία μέσα στο 2009 διάβασε όχι λιγότερα από 130 βιβλία (περισσότερες λεπτομέρειες για αυτό το αστρονομικών διαστάσεων εγχείρημα διαβάστε και στο ιστολόγιό της, το «Διαβάζοντας το βιβλίο των συμβάντων»).

Αυτά από μένα. Τη φλυαρία μου ακολουθούν θαυμαστές, πολύχρωμες σελίδες, κάθε μια εισιτήριο για μαγικό προορισμό. Και αν αισθανθείτε την επικοινωνίας ανάγκη, διόλου μη διστάσετε να στείλετε γράμμα ηλεκτρονικό.

*Το πρώτο βιβλίο που βρέθηκε στα χέρια μου το 2010 ήταν το πολύ καλό «Ένας γέρος που διάβαζε ιστορίες αγάπης» του Λουίς Σεπούλβεδα (μετάφραση Αχιλλέα Κυριακίδη- εκδ. Opera).

**Τα «λίγα κυβικά εκατοστά αιωνιότητας» είναι από ένα ποίημα της Άννας Νιαράκη.

Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 2010

Αγνοούμενος - 39 στοιχεία

Από την Κύπρο… στην άκρη του κόσμου

Του Γιάννη Πλιώτα


Ένα ακόμα δεκαπενθήμερο πέρασε για μένα, για εσάς, για όλο τον κόσμο.
Αυτές τις μέρες διαβάζω ένα βιβλίο που μου αρέσει πολύ. Είναι το ιστορικό μυθιστόρημα «Η ιστορία του Διάφανου Βασιλιά» της Rosa Montero (μτφ. Ντίνας Σιδέρη - εκδ. Άγκυρα), αλλά δεν θα γράψω αναλυτική κριτική μιας και είμαι ακόμα στη μέση. Είναι μια ιπποτική ιστορία στη Γαλλία του 12ο αιώνα, με σπαθιά, περιπέτειες, τραγελαφικά περιστατικά, δεσποσύνες, σταυροφόρους και ένα μυστηριώδες παραμύθι που όποιος το αφηγείται τον βρίσκει κάποια μεγάλη συμφορά. Και όλα αυτά ξεκινούν όταν ένα κορίτσι μεταμφιέζεται σε πολεμιστή και συναντά μια μάγισσα. Περισσότερα στο μέλλον.
Σήμερα θα γράψω για δύο αντίθετου ύφους βιβλία, που απευθύνονται σε εντελώς διαφορετικούς αναγνώστες. Το πρώτο είναι για βετεράνους στοχαστές, το δεύτερο για έφηβους. Ελπίζω να τα βρείτε ενδιαφέροντα. Στο επόμενο φύλλο θα μιλήσουμε -μετά από καιρό- για ποίηση και θα φιλοξενήσουμε τη συνέντευξη ενός ανθρώπου που έχει επιλέξει να κλειστεί σε μια ιδιότυπη «αυτάρεσκη σιωπή».

«Ο Αγνοούμενος», Άρτεμις Στασινοπούλου-Φρύζη (εκδ. Κ. Μ. Ζαχαράκης, 2009)
Ο «Αγνοούμενος» της φιλολόγου Άρτεμις Στασινοπούλου-Φρυζή είναι ένα έργο για τα γεγονότα της Κύπρου το 1974. Ανήκει στο κομμάτι της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας που σταδιακά ανακαλύπτει τη συγκεκριμένη θλιβερή περίοδο της ιστορίας μας- θυμίζω το «Κόκκινο στην Πράσινη γραμμή» του Βασίλη Γκουρογιάννη, που ακούστηκε πολύ τη χρονιά που πέρασε.
Ο «Αγνοούμενος» πάντως δύσκολα θα χαρακτηριζόταν αμιγώς μυθιστόρημα, θα έλεγα ότι τα στοιχεία μυθοπλασίας σε μεγάλο βαθμό απουσιάζουν. Είναι περισσότερο ένα δοκίμιο και ένας στοχασμός της συγγραφέως πάνω στην ατελή ανθρώπινη φύση.
Κεντρικός χαρακτήρας είναι ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης, ένας νέος που φτάνει στην Κύπρο την ημέρα της εισβολής του Αττίλα. Ο Ευαγόρας αιχμαλωτίζεται κατά τη διάρκεια του πολέμου και τελικά καταφέρνει να γλιτώσει με ψεύτικη ταυτότητα. Σημειώνω ότι ο ήρωας φέρει το όνομα του δεκαοχτάχρονου μαχητή της ΕΟΚΑ που το 1957 εκτελέστηκε από τους Άγγλους. Κομβική ιδέα του βιβλίου και επαναλαμβανόμενο μοτίβο είναι η «Εσχάτη», που συμβολίζει πολλά: από την εσχάτη των ποινών, μέχρι την εσχάτη προδοσία και την εσχάτη του κόσμου.
Ο «Αγνοούμενος» δεν είναι ένα εύκολο βιβλίο. Ο έντονα ποιητικός λόγος του, σε συνδυασμό με τις πολυεπίπεδες, αφηρημένες περιγραφές και τους περίτεχνους συμβολισμούς που χρησιμοποιεί η Στασινοπούλου, θα αποθαρρύνουν οποιονδήποτε αναζητά να διαβάζει κάτι ανάλαφρο πριν κοιμηθεί. Για όποιον η φιλοσοφία είναι το στοιχείο του όμως, θ’ ανακαλύψει στις σελίδες του μικρούς θησαυρούς.

«Τα 39 στοιχεία: Ο λαβύρινθος των σκελετών», Rick Riordan (μτφ. Μαρία Αγγελίδου - Άγκυρα, 2009)
Τα «39 στοιχεία» του Rick Riordan είναι μια σειρά εφηβικών βιβλίων η οποία ξεκινάει στην Αμερική και καλεί τους νεαρούς αναγνώστες σε μία περιπέτεια ως την άκρη του κόσμου. Ξεκίνησα να το διαβάζω από περιέργεια και για να μελετήσω όχι μόνο τα τριάντα εννιά στοιχεία της υπόθεσης, αλλά και εκείνα τα στοιχεία που μπορούν να συνθέσουν ένα best seller. Η παγκόσμια εκδοτική σκηνή ψάχνει τον επόμενο Χάρυ Πότερ, αλλά πέρα από την τετραλογία του «Λυκόφωτος» τίποτα δεν έχει καταφέρει έστω να τον πλησιάσει.
Πίσω στα «39 στοιχεία». Πρόκειται για μια ενδιαφέρουσα διαδραστική ιστορία, της οποίας ο πρώτος τόμος κυκλοφόρησε πρόσφατα στη χώρα μας από τις εκδόσεις Άγκυρα. Η σειρά θα αποτελείται συνολικά από δέκα βιβλία, με το καθένα να είναι γραμμένο από διαφορετικό συγγραφέα φαντασίας (ο Rick Riordan που έγραψε το πρώτο έγινε πολύ γνωστός στην Αμερική με το «Ο Πέρσι Τζάκσον και οι Ολύμπιοι»). Το επόμενο βιβλίο της σειράς κυκλοφορεί στις 26 Φεβρουαρίου.
Οι κεντρικοί ήρωες είναι δύο αδέρφια 14 και 11 ετών (η βιβλιοφάγος Έιμι και το ζιζάνιο ο Νταν), που γίνονται κληρονόμοι και ταυτόχρονα κοινωνοί ενός μυστικού απ’ το οποίο κρέμεται η τύχη του κόσμου. Αλλά για να φτάσουν στο μυστικό πρέπει να απαρνηθούν δύο εκατομμύρια δολάρια και να ανακαλύψουν τριάντα εννιά στοιχεία. Στο «Λαβύρινθο των σκελετών» τα δύο παιδιά φτάνουν στο Παρίσι, ακολουθώντας τα βήματα του Βενιαμίν Φραγκλίνου προς το δεύτερο στοιχείο. Παντού παραμονεύουν θανάσιμοι κίνδυνοι, γιατί μακρινοί συγγενείς κυνηγούν το ίδιο μυστικό και είναι αποφασισμένοι να χρησιμοποιήσουν κάθε μέσο προκειμένου να το αποκτήσουν.
Όποιος το διαβάσει δεν θ’ αργήσει να διαπιστώσει ότι έχει πολλά κινηματογραφικά στοιχεία, που προετοιμάζουν το δρόμο για τη μεταφορά της σειράς στη μεγάλη οθόνη (το 2011 το πρώτο μέρος στους κινηματογράφους από την Dreamworks και ίσως σε σκηνοθεσία Spielberg). Αν έπρεπε να χαρακτηρίσω το βιβλίο με λίγες λέξεις, θα έλεγα ότι είναι ξεκάθαρα ένα «Χαμένο Σύμβολο» για μικρές ηλικίες.
Συνολικά τα «39 στοιχεία» είναι μια καλογραμμένη περιπέτεια που θα τη σύστηνα σε όσους θέλουν να κάνουν δώρο σε αγόρια και κορίτσια στην ηλικία των ηρώων. Μου άρεσε ιδιαίτερα δε, η καλαίσθητη έκδοση με το σκληρό εξώφυλλο.

Παρασκευή 29 Ιανουαρίου 2010

Βραχονησίδα - Νίκος Μουρατίδης

Μετά την αστική απόγνωση

Συνέντευξη στον Γιάννη Πλιώτα


Ο Νίκος Μουρατίδης μιλάει στην Μπρίζα για το νέο του βιβλίο με τίτλο «Βραχονησίδα» και όχι μόνο. Του αρέσει να ξεφεύγει από φόρμες, βαριέται να κάνει πράγματα χωρίς ενδιαφέρον μόνο για το χρήμα και απευθύνει κάλεσμα προς νέους, ρηξικέλευθους συγγραφείς



Καλημέρα.
Ανοίγω για φέτος των κύκλων των συνεντεύξεων της στήλης με έναν συγγραφέα, που πιστεύω ότι τα λεγόμενά του θα κινήσουν την περιέργεια σας. Ορισμένους ίσως τους ξενίσει η επιλογή, αλλά στα στενεμένα όρια της νεοελληνικής πεζογραφίας δεν νομίζω ότι υπάρχει χώρος για προκαταλήψεις. Σήμερα λοιπόν στα Ράφια αναρτάται ο Νίκος Μουρατίδης- ναι, ο γνωστός από τους τηλεοπτικούς δέκτες. Όχι γιατί είναι αναγνωρίσιμη περσόνα, αλλά γιατί διάβασα το τελευταίο βιβλίο του και μου άρεσε. Γράφει καλά δηλαδή; Ναι. Και εκτός από αυτό βοηθάει και άλλους να εκδώσουν τα έργα τους, στο νεοσύστατο εκδοτικό του οίκο, το «Τετράγωνο».
Στα γενικά, ο Νίκος Μουρατίδης γεννήθηκε στη Νίκαια του Πειραιά, σπούδασε κινηματογράφο, αλλά ασχολήθηκε με τη μουσική. Έχει γράψει σενάρια για τηλεοπτικές σειρές, το μυθιστόρημα «Αθήνα-Θεσσαλονίκη», δύο παιδικά με ήρωα το μικρό Αλκιβιάδη (εκδ. Καστανιώτη) και τη συλλογή διηγημάτων «Εγώ ήμουν αντράκι».
Τη «Βραχονησίδα» τη διάβασα σε τρεις μέρες. Είναι ένα αξιόλογο κοινωνικό μυθιστόρημα, στο οποίο θα απέδιδα το χαρακτηρισμό “literature for the masses”, χωρίς να κρύβω ίχνος ειρωνείας σ’ αυτή την πρόταση. Χαρακτηρίζεται από στρωτή, λιτή αφήγηση και μία ιστορία που κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη απ’ την αρχή ως το τέλος. Παράλληλα ο συγγραφέας επιχειρεί να μοιραστεί προσωπικούς προβληματισμούς πάνω στο σύγχρονο τρόπο ζωής.
Δύο στενά συνδεδεμένες οικογένειες ταλανίζονται από εύρος προβλημάτων, σαν όλα αυτά που αντιμετωπίζουμε (ή κινδυνεύουμε να αντιμετωπίσουμε) καθημερινά. Οικονομικά, μόλυνση, υποβάθμιση ζωής, έλλειψη παιδείας, ναρκωτικά, κατάπτωση ιδεολογιών, οτιδήποτε. Η λίστα θα μπορούσε να συνεχίζεται μέχρι το τέλος της σελίδας. Απέναντι σε αυτό τον ορυμαγδό, ο Μανόλης, ένας καλοκάγαθος αστός, θέτει σε εφαρμογή ένα σιωπηλό σχέδιο «σωτηρίας». Ονειρεύεται όχι απλώς να εγκαταλείψει την πόλη-κτήνος, αλλά να μετακομίσουν οι δύο οικογένειες σε ένα απομονωμένο νησάκι στα βορειοανατολικά παράλια της Λέσβου. Η «Βραχονησίδα» είναι μια καταγραφή της αστικής απόγνωσης.
Οι χαρακτήρες του βιβλίου είναι απόλυτα ευδιάκριτοι και σκιαγραφημένοι ορθά μέσω των συχνών αναδρομών στο παρελθόν τους. Τα κίνητρά τους σαγηνευμένα από μια Ουτοπία και ταυτόχρονα ορθολογιστικά. Βρήκα εξαιρετικά ενδιαφέρουσα την εναλλαγή μεταξύ τριτοπρόσωπης και πρωτοπρόσωπης αφήγησης και μου άρεσε η αμεσότητα που απέπνεε το κείμενο. Κλείνοντας το βιβλίο έμεινα με την αίσθηση ότι δεν θα πρόσθετα ούτε μία τελεία στο κείμενο.












Ομολογώ ότι αφορμή για τη συνέντευξη ήταν το εικονοκλαστικό απόσπασμα που θα διαβάσετε παρακάτω, αλλά αιτία ήταν η «Βραχονησίδα» ως έργο συνολικά. Όλα τα υπόλοιπα θα εξηγηθούν στη συζήτησή μου με τον Νίκο Μουρατίδη. Του αρέσει να ξεφεύγει από φόρμες, βαριέται να κάνει πράγματα χωρίς ενδιαφέρον μόνο για το χρήμα και απευθύνει κάλεσμα προς νέους, ρηξικέλευθους συγγραφείς.
«Η τηλεόραση ποτέ δεν ήταν το φόρτε μου και σπανίως βλέπω κάτι. Τα τελευταία χρόνια μάλιστα, που είχαν ξεφτιλιστεί και τα θέματα και οι εκπομπές, δεν θέλω να δω τίποτα πια. Είχα καταλήξει ότι τελικά όλοι αυτοί που δουλεύουν στην τηλεόραση ζουν τόσο πολύ μέσα στα σκουπίδια, που δεν τα μυρίζουν πια. Δεν τους ενοχλεί η δυσοσμία. Ούτε την Άννα την ενδιέφερε ποτέ η τηλεόραση, ευτυχώς. Υποστηρίζει μάλιστα ότι η τηλεόραση σε μεγάλο ποσοστό παράγει και προωθεί, με επικίνδυνες συνέπειες, μια νέα μορφή υποκουλτούρας.»


- Χωρίς να γίνετε διδακτικό το ύφος της “Βραχονησίδας”, στο βιβλίο καταγράφονται από το Μανόλη [τον κεντρικό χαρακτήρα] σαφείς δηκτικές επισημάνσεις πάνω στον τρόπο ζωής του σύγχρονου ανθρώπου. Φέρνω σαν παράδειγμα την αποστροφή του για τα mass media. Είναι και δικές σας απόψεις αυτές;

Λογικό δεν είναι, αυτά που υποστηρίζουν οι ήρωες μου να είναι δικά μου πιστεύω; Φυσικά και θέλω να σταθώ κριτικά απέναντι στα μέσα μαζικής πληροφόρησης, δηλαδή της τηλεόρασης. Έχει καταντήσει πολύ επικίνδυνος ο ρόλος της. Είδατε τι έγινε στο τέλος του βιβλίου…

- Θα προτιμούσατε μία εναλλακτική πραγματικότητα χωρίς την εφεύρεση της τηλεόρασης ή έχετε την ελπίδα ότι η κατάσταση μπορεί να βελτιωθεί; Τελικά φταίει το μέσο ή ο τρόπος χειρισμού του;

Ο τρόπος. Σκέφτομαι, δεν υπάρχει κάποιος καναλάρχης που να πει: «Εγώ στο κανάλι μου δεν θέλω σκουπίδια. Εγώ στο κανάλι μου δεν θα δείξω αυτά τα πράγματα, θα δείξω τα άλλα». Η τηλεόραση σαν συσκευή ή σαν εφεύρεση δεν μας κάνει κακό. Υποτίθεται ότι ενημερώνει και ψυχαγωγεί. Αμ δε…

- Οι δύο οικογένειες στο βιβλίο παρουσιάζονται απηυδισμένες από τη ζωή στην Αθήνα. Εσείς θα ακολουθούσατε ποτέ το παράδειγμά τους και να καταφύγετε απομονωμένος σε μια βραχονησίδα;

Με μια καλή παρέα, άνετα. Δεν ξέρω αν θα το έκανα στα τριάντα μου, αλλά τώρα που έχω δει και έχω ζήσει το κόλπο, φεύγω και για βραχονησίδα και για βουνό, ακόμα και για ακριτικό χωριό. [γέλια]

- Πόσο δύσκολο είναι ένας άνθρωπος που έχει συνδεθεί τόσο στενά με την τηλεόραση (και επιτρέψτε μου να πω: όχι με το αξιολογότερο/ποιοτικότερο πρόσωπό της), να γίνει αποδεκτός ως συγγραφέας; Σκεφτήκατε ποτέ να γράψετε με ψευδώνυμο;

Όχι, δεν σκέφτηκα να γράψω με ψευδώνυμο. Δεν μου αρέσουν τα ψεύδη και τα ψεύτικα. Το ότι τα πέντε τελευταία χρόνια της ζωής μου συμμετέχω σε κριτική επιτροπή μουσικών talent show δεν ακυρώνει ό,τι άλλο έχω κάνει. Επίσης αν κάποιοι θεωρούν πταίσμα τη συμμετοχή μου δεν με αφορά. Έχω ρίξει πολύ δουλειά στη ζωή μου, [στο www.nikosmouratidis.gr μπορείτε να δείτε τα πάντα], και δεν επιτρέπω σε κανένα να με κρίνει επιπόλαια.

- Ποιο ήταν το τελευταίο βιβλίο που παρατήσατε στη μέση και γιατί;

Του Πάνου Καρνέζη το «Πάρτι γενεθλίων». Με κούρασε, ή μάλλον με απογοήτευσε. Μου άρεσαν τόσο πολύ οι «Μικρές ατιμίες» του!

- Ποιο βιβλίο θεωρείτε υπερεκτιμημένο;

Πολλά. Πάρα πολλά. Το «Όταν έκλαψε ο Νίτσε» για παράδειγμα;

- Διαβάζετε περισσότερο Έλληνες ή ξένους συγγραφείς;

Διαβάζω γενικά ό,τι μου κάνει εντύπωση χαζεύοντας στα βιβλιοπωλεία και φυσικά βιβλία για τα οποία έχω διαβάσει κάποια καλή κριτική από ανθρώπους που εκτιμώ. Δίπλα στο κομοδίνο μου μπορείτε να βρείτε από αυτοβιογραφίες μέχρι αστυνομικά και από λογοτεχνία μέχρι δοκίμια.

- Ποιο βιβλίο ζηλεύετε τόσο ώστε να θέλατε να το είχατε γράψει εσείς;

Ε, τώρα! Τι ερωτήσεις είναι αυτές; Κι αν σας πω το «Αναζητώντας το χαμένο χρόνο» τι θα καταλάβετε; Είναι τόσα πολλά τα βιβλία που μας έχουν ταξιδέψει όταν είμαστε παιδιά, στην εφηβεία και μετά όταν πια μεγαλώνουμε… Ζηλεύω πάααααααααρα πολλά βιβλία.

- Πόσο σημαντικό ρόλο παίζει το marketing στις πωλήσεις;

Δεν έχω ιδέα. Είμαι πολύ καινούργιος στο χώρο των εκδόσεων για να προλάβω να μάθω τα κόλπα του marketing. Και σας πληροφορώ θα προσπαθήσω να τα αποφύγω όσο μπορώ. Μ’ αρέσει να κάνω μερικά πράγματα… Κόντρα.

- Για ποιο λόγο αποφασίζει κάποιος να γίνει εκδότης;

Από μια ανάγκη διαφορετικής επικοινωνίας. Εγώ για παράδειγμα ήθελα να αποδεσμευτώ από τους μεγάλους εκδοτικούς οίκους και τις απαιτήσεις τους για να εκδίδω μερικά βιβλία που σε άλλη περίπτωση δεν θα είχαν τύχη. Ξέρετε πόσοι νέοι άνθρωποι υπάρχουν που δεν μπορούν να βρουν την άκρη τους γιατί οι μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι «καίγονται» να κυκλοφορήσουν μόνο best seller;

- Ποιοι είναι οι στόχοι του «Τετραγώνου»; Θα δεχόσασταν να θυσιάσετε μέρος αυτών των στόχων, υπό την πίεση της εμπορικότητας;

Μπα, βαριέμαι να κάνω πράγματα που δεν έχουν ενδιαφέρον μόνο και μόνο για το χρήμα και την εμπορική επιτυχία. Για να καταλάβετε, θα βγάλω μια ποιητική συλλογή και μια συλλογή από Νανουρίσματα -πραγματικά αριστουργήματα και τα δύο- που αν και όλοι μου λένε ότι είναι αντιεμπορικά είδη, εγώ θα τα βγάλω σε υπερπολυτελείς εκδόσεις. Έτσι για να τονίσω την σπουδαιότητα τους αλλά και για να πάω και κόντρα.

- Πόσο ανοιχτό είναι το «Τετράγωνο» σε νέους συγγραφείς; Είναι στις προθέσεις σας να επικεντρωθείτε σε συγκεκριμένα είδη λογοτεχνίας;

Όχι θέλω να βγάζω τα πάντα, που όμως στο είδος τους θα είναι πρωτότυπα και ενδιαφέροντα. Και μυθιστορήματα, και διηγήματα και παιδικά… Τα πάντα. Βρίσκω λοιπόν την ευκαιρία τώρα απ’ αυτή τη κουβέντα μας να πω ότι θέλουμε να μας στέλνουν οι νέοι άνθρωποι χειρόγραφα τους. Για περισσότερες λεπτομέρειες www.ekdoseistetragono.gr.

- Ετοιμάζετε τώρα κάποια νέα κυκλοφορία;

Βεβαίως και θα σας αρέσει πολύ. Μια νέα κοπέλα, η Στέργια Κάββαλου μού έφερε μια συλλογή από θαυμάσια διηγήματα με τίτλο «Αλτσχάϊμερ trance». Κυκλοφορούν 15 Μαρτίου. Βγάζω και δύο παιδικά πασχαλιάτικα.

- Θα μας πείτε δύο λόγια για το άλλο βιβλίο σας, το “Εγώ ήμουν αντράκι”;

Είναι δέκα ιστορίες που μας τις διηγούνται δέκα αγόρια και που η μία μπαίνει μ’ ένα περίεργο τρόπο μέσα στην άλλη. Γράφοντας το, ήθελα να μάθω τι ακριβώς αναζητούν όλα αυτά τα πρόσωπα που εμπλέκονται με συγγενείς, φίλους, ξένους, μνήμες, έρωτα, θάνατο, ναρκωτικά και σεξ; Την ευτυχία, την αναγνώριση ή τον πλούτο; Και κατέληξα ότι οτιδήποτε κι αν ψάχνουν, όλοι συμμετέχουν σ’ ένα «παιχνίδι» που κινείται γύρω απ’ την ανάγκη τους για επαφή και για την αναζήτηση στο νόημα του έρωτα.

- Τι γράφετε αυτή την περίοδο; Σας ενδιαφέρει να πειραματίζεστε με τη γραφή σας;

Τώρα δεν γράφω τίποτα. Το περασμένο καλοκαίρι ξεκίνησα ένα ερωτικό μυθιστόρημα που εκτυλίσσεται στις Σπέτσες τη δεκαετία του ’70, και σήμερα. Όμως τον Σεπτέμβριο το έκλεισα στο συρτάρι. Θα το ξαναπιάσω μόλις ησυχάσω λίγο απ’ τις υπόλοιπες δουλειές μου. Η συγγραφή θέλει απομόνωση. Όσο για πειραματισμούς δεν έχω μπει ακόμα στην διαδικασία. Προς το παρόν θέλω να μάθω να αφηγούμαι όσο το δυνατόν καλύτερα τις ιστορίες μου.

Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2010

Τα καλύτερα του 2009!

Τα δέκα συν… αγαπημένα βιβλία της χρονιάς

Του Γιάννη Πλιώτα


Πίσω στις επάλξεις μετά τις πολυήμερες διακοπές, με μια μικρή ανασκόπηση για τη χρονιά που πέρασε, το 2009 αν το θυμάστε. Διάβασα αρκετά βιβλία τους δώδεκα τελευταίους μήνες, παλιά και καινούργια, ορισμένα εξαιρετικά και ευτυχώς λίγα μόνο που δεν άφησαν καλή γεύση στον αισθητικό ουρανίσκο μου. Μπορώ να καυχηθώ ότι δεν παράτησα κανένα βιβλίο στη μέση και ότι σχεδόν αποκλειστικά, τα δώρα που έκανα σε φίλους και γνωστούς ήταν βιβλία (χωρίς να είμαι βέβαιος ότι αυτό τους ενθουσίασε όλους). Γενικά το 2009 ήταν μια καλή χρονιά νομίζω.

Σήμερα σας παρουσιάζω επιγραμματικά μία άτυπη λίστα με όσα μου έκαναν τη μεγαλύτερη εντύπωση το 2009 και εκδόθηκαν σχετικά πρόσφατα (δεν θέλω να ανακαλύψω την Αμερική και να σας προτείνω το «Εκατό χρόνια μοναξιά» για παράδειγμα). Δεν σημαίνει απαραίτητα ότι οι επιλογές μου θα αρέσουν και σε εσάς, αλλά αν πέσει στα χέρια σας κάποιο από αυτά τα βιβλία, θα πρότεινα να το ξεκινήσετε. Χωρίς τυμπανοκρουσίες, ας ξεκινήσουμε για τα δέκα αγαπημένα της χρονιάς, σε απόλυτα τυχαία σειρά και με έμφαση σε σύγχρονους Έλληνες συγγραφείς.

Πρώτο στη λίστα: «Η λονδρέζικη μέρα της Λώρας Τζάκσον», του Χρήστου Χρυσόπουλου από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Είναι ένα βιβλίο που είχα παρουσιάσει αναλυτικά το Φεβρουάριο και είχαμε φιλοξενήσει στην Μπρίζα μια αποκλειστική συνέντευξη του συγγραφέα. Διαβάζοντας την πρώτη κιόλας σελίδα είχα συνειδητοποιήσει ότι πρόκειται για ένα πολύ ιδιαίτερο και πολύ ποιοτικό βιβλίο. Συνοπτικά, ένα απόσπασμα από τη ζωή της ποιήτριας Λώρας Τζάκσον δίνει την αφορμή στο Χρυσόπουλο να αναζητήσει χαμένους ποιητικούς δρόμους. Πριν λίγες μέρες το βιβλίο βραβεύθηκε από την Ακαδημία Αθηνών ως το καλύτερο μυθιστόρημα της χρονιάς.
Δεύτερο: «Αν ήταν όλα… αλλιώς», της Αλκυόνης Παπαδάκη από τις εκδόσεις Καλέντη. Ανάμεσα στα μεγάλα ευπώλητα της χρονιάς και υποψήφιο για το βραβείο αναγνωστών. Τα πάθη μιας οικογένειας, δοσμένα με γλυκόπικρο τρόπο και παραδοσιακό ύφος.
Κατάφερα να χωρέσω στη λίστα δύο βιβλία με συγγραφείς που έχουν το ίδιο όνομα: ακολουθεί «Ο ήχος του ακάλυπτου», της Κάλλιας Παπαδάκη από τις εκδόσεις Πόλις. Μια συλλογή διηγημάτων που περιστρέφονται γύρω από τον ακάλυπτο χώρο μιας πολυκατοικίας. Θα βρείτε ομοιότητες με τη ζωή σας.
Τέταρτο ένα κόμικ που έχω επαινέσει επανειλημμένα. «Logicomix» φυσικά από τον Απόστολο Δοξιάδη και τον Χρίστο Παπαδημητρίου. Μεγάλη επιτυχία και στην Αμερική (πρώτο στη λίστα των best sellers των New York Times) για μια ιστορία πάνω στην υπέρτατη λογική, που οδηγεί στην τρέλα.
Στο νούμερο πέντε ένα βιβλίο από το 2008, το «Μεταξύ συρμού και αποβάθρας», της Έλενας Μαρούτσου από τον Καστανιώτη. Μια σύγχρονη ιστορία αναζήτησης της αγάπης με φόντο τους πίνακες του Μαγκρίτ και την ποίηση του Τάσου Λειβαδίτη. Μην αναρωτιέστε για το πώς συνδέονται όλα αυτά. Απλώς διαβάστε το.
Ακολουθεί ένα γνήσιο τέκνο της Μεσσηνιακής γης, ο Νίκος Αραπάκης με το «Και στη μέση η θάλασσα», από τις εκδόσεις Μπατσιούλας. Σχεδόν «ιστορικό» μυθιστόρημα για τις σχέσεις δύο γειτονικών λαών, που μοιάζουν με τους Τούρκους και τους Έλληνες. Όπως συνέβαινε, οι ξένες δυνάμεις και οι δουλοπρεπείς ηγέτες τους σχεδιάζουν να τους ρίξουν στη δίνη ενός πολέμου.
Στην έβδομη θέση το εκπληκτικό «Οριζόντιο ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες», του ποιητή Αργύρη Χιόνη. Ταξιδέψτε με τις μικρές ιστορίες για να βρεθείτε στην Ακαλακούμπα χορεύοντας ρούμπα.
Συνεχίζω με το βαρύ πυροβολικό της σύγχρονης αμερικανικής μυθιστοριογραφίας, τον Φίλιπ Ροθ. Δυστυχώς ακόμα δεν του έχουν δώσει νόμπελ του ανθρώπου, εγώ διάβασα την «Αντιζωή», από τις εκδόσεις Πόλις, εσείς διαβάστε οποιοδήποτε δικό του και ταυτιστείτε με τον κυνικό κλασικό ήρωα των βιβλίων του, τον Ζούκερμαν.
Στην ένατη θέση ένα βιβλίο για να σας τρομοκρατήσει. «Ιός» του πρωτοπόρου Scott Sigler από τις εκδόσεις Πλατύπους.
Καταπατώντας την έννοια του top-10, στη δέκατη θέση συνωστίζονται πέντε βιβλία, που το καθένα θα ήταν κρίμα να μείνει εκτός της λίστας μου. Το κόμικ «Watchmen» του Άλαν Μουρ που μεταφράστηκε πρώτη φορά στη χώρα μας από τις εκδόσεις Anubis, το βιβλιοφιλικό «Μυστικό της τελευταίας σελίδας» του Νίκου Χρύσσου (Καστανιώτης), η συλλογή διηγημάτων «Ο βυθός είναι δίπλα» του επίσης Μεσσήνιου Νίκου Αδάμ Βουδούρη (Πατάκης), ένα ελληνικό φάνταζυ «Ο Λέκγουελ και οι ξεχασμένοι θεοί», του Κωνσταντίνου Μίσσιου (Διόπτρα) και το εξαιρετικό ιστορικό μυθιστόρημα «Σκοτώστε τον Ρόμελ» του δάσκαλου Στίβεν Πρέσφιλντ (Πατάκης).
Ποιο ήταν το πρώτο βιβλίο που διάβασα το 2010; Το «Ένας γέρος που διάβαζε ιστορίες αγάπης» του Λουίς Σεπούλβεδα από τις εκδόσεις Άγρα. Ήταν δώρο και αποδείχθηκε καλό βιβλίο, ενώ για να γράψω τη στήλη έκανα ένα μικρό διάλειμμα από τη «Βραχονησίδα» του Νίκου Μουρατίδη, ο οποίος με έχει εκπλήξει ευχάριστα. Ραντεβού σε δύο εβδομάδες σε κάποιο διαφορετικό σημείο όπου θα συναντήσετε τη Μπρίζα. Και σας υπόσχομαι ότι τότε θα διαβάσετε μία πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη.

Κυριακή 27 Δεκεμβρίου 2009

Bookmarks - πέμπτο τεύχος!


Πέμπτο τεύχος του Bookmarks σε βιβλιοπωλεία και βιβλιοκαφέ όλης της χώρας. Αν δεν το προλάβατε, μπορείτε να το ξεφυλλίσετε ηλεκτρονικά και εδώ! Και μία μικρή γεύση με το editorial:


«Χείμαρρος οι λέξεις
Κι εγώ ανίκανος να στήσω ένα φράγμα
Το ποίημα να τροφοδοτήσω»

Έτσι αισθάνομαι μερικές φορές όταν πιάνω το μολύβι, όμως τα πιο απλά πράγματα είναι και τα πιο όμορφα. Αποφάσισα ότι σήμερα το editorial θα έχει χρώμα ημερολογίου. Ξεκινώ λοιπόν ακούγοντας το soundtrack από τις «Ώρες»- βρίσκω πως όλες οι μελωδίες του Philip Glass είναι μαγευτικές, με βοηθούν να ταξιδέψω σε μία χώρα παραμυθιού. Οι προηγούμενες δέκα ημέρες ήταν πολύ έντονες, παρόλα αυτά εφηύρα χρόνο και κατάφερα να διαβάσω ένα βιβλίο παιδικής λογοτεχνίας («39 στοιχεία» - Rick Riordan) και ένα βιβλίο για τα γεγονότα της Κύπρου («Αγνοούμενος» - Άρτεμις Στασινοπούλου). Επίσης παρακολούθησα και δύο παρουσιάσεις βιβλίων που η κάθε μία για το δικό της λόγο με εντυπωσίασε («Διακοπές στην πραγματικότητα» - Χάρης Βλαβιανός και «Η ασθένεια της πεταλούδας» - Γιάννης Παπαγιάννης).

Το προηγούμενο Σάββατο διάβασα με ενδιαφέρον τα άρθρα της Καθημερινής, που έθιγαν το ζήτημα της κριτικής βιβλίων στα free press. Δεν χρειάζεται να κρύβω τη θέση μας, άλλωστε μια γρήγορη ματιά στις σελίδες του Bookmarks αρκεί. Γράφουμε αποκλειστικά και μόνο για βιβλία που έχουμε διαβάσει και το τι διαβάζουμε δεν επηρεάζεται από τις διαφημίσεις.

Τα σημαντικά νέα, όμως των ημερών είναι άλλα: βρισκόμαστε ένα βήμα πριν τις γιορτές. Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά, Χίονι, Στολίδια, ένας Άγιος ντυμένος σαν μπουκάλι από cola και πολλά Μελομακάρονα. «Να μια δέουσα αφορμή για ένα μικρό διάλειμμα!» σκεφτήκαμε χαμογελαστοί και έτσι θα μας βρείτε πάλι στη θέση μας στις 13 Ιανουαρίου.

Στο εορταστικό τεύχος που κρατάτε δημοσιεύουμε τις επιλογές της συντακτικής ομάδας για τη χρονιά που πέρασε, έτσι ώστε αν δεν έχετε αποφασίσει ακόμα για δώρα να εμπνευστείτε αναλόγως. Φιλοξενούμε επίσης τον Κάρολο Ντίκενς και μία συνέντευξη του Γιάννη Καλπούζου, νικητή του φετινού βραβείου αναγνωστών, όχι για να είμαστε μες στην επικαιρότητα, αλλά γιατί χαιρόμαστε που κέρδισε το «Ιμαρέτ».

Κλείνω με μια παράκληση. Αφήστε με τον νέο χρόνο μία χαραμάδα ανοιχτή για να μπουν ακόμα περισσότερα βιβλία στην καθημερινότητά σας. Στο μετρό, στο γραφείο (κρυφά), στο κομοδίνο δίπλα στο κρεβάτι και φυσικά μπροστά στην τηλεόραση (με τη συσκευή κλειστή έτσι;).

Από ψυχής καλές αναγνώσεις!

*Οι στίχοι του προλόγου είναι της Αγγελικής Μικρού.

** Γράφω τις τελευταίες λέξεις από αυτά που διαβάζετε, περιμένοντας αργά και βασανιστικά να έρθει το 083 στην ουρά του ταχυδρομείου. Το χαρτάκι με έχει ξεγελάσει γράφοντας ότι ο μέσος χρόνος αναμονής είναι 19 λεπτά.

*** Για τις γιορτές προτείνω κάτι πολύ αγαπημένο κι ας είναι εκτός κλίματος, «Οι στρατιώτες της Σαλαμίνας» του Χαβιέρ Θέρκας (μτφ. Ελισώ Λογοθέτη – εκδ. Πατάκης).

Τετάρτη 23 Δεκεμβρίου 2009

Bookmarks - τέταρτο τεύχος!


Αν και από χθες κυκλοφορεί και το πέμπτο τεύχος μας, ανεβάζω έστω και καθυστερημένα το εξώφυλλο του τέταρτου τεύχους, μαζί με το link για να το διαβάσετε online, καθώς και το editorial που έγραψα.


Einai ta ilektronika vivlia mia kapoia lysis?


Νομίζω ότι θα έπρεπε να ονομάσω το σημερινό editorial scripta manent. Για ακόμα μία φορά ανάμεσα σε δύο διαδοχικές φορές που ακουμπάει το μολύβι μου στο χαρτί, έχω αλλάξει θέση κατά μερικά μέτρα. Πάλι γεμίζω γραμμές στο λεωφορείο, πάλι ο χρόνος λιγοστεύει σαν νερό που κυλάει σε κλεψύδρα και σαν λοιπές φιλολογικές παρομοιώσεις. Το σημερινό θέμα, όμως δεν είναι οι συγκοινωνίες, αλλά ο ηλεκτρισμός ή μάλλον μία μακρινή επίπτωση της ανακάλυψης του.
Όταν συζητάω με συναδέλφους συγγραφείς, πάντα μου αρέσει να μαθαίνω τη γνώμη τους για το μέλλον του βιβλίου. Στο μυαλό των περισσότερων αυτό το θέμα συνδέεται με τη διαβόητη οικονομική κρίση, αλλά για εμάς τους ξεροκέφαλους στο bookmarks, εξακολουθεί να μην μας απασχολεί και το ίδιο συναίσθημα μοιραζόμαστε με πολλούς εκεί έξω (ελπίζω).
Η δική μου ερώτηση, λοιπόν, έχει ως επίκεντρο το βιβλίο ως μορφή, δηλαδή τη μετεξέλιξή του ως αντικείμενο. Στον καιρό μας ήδη διαδίδεται σε μορφή αρχείου για τον υπολογιστή. Η γενιά μου αρχίζει να συνηθίζει την ανάγνωση μπροστά στην οθόνη. Άραγε σε λίγα χρόνια θα μετεξελιχθεί οριστικά σε ένα ηλεκτρονικό μαραφέτι, του οποίου μόνο τη διάφανη πλαστική επιφάνεια θα αγγίζουμε; Και τι θα σημάνει η απώλεια της αίσθησης του γυρίσματος των σελίδων; Σίγουρα για μερικούς θα μεταφραστεί σε λιγότερα σχισίματα στα δάχτυλα- εμού συμπεριλαμβανομένου. Θα δρομολογηθούν, όμως και σημαντικότερες εξελίξεις; Υποψιάζομαι πως ναι, χωρίς να είμαι σε θέση να ιχνηλατήσω το εύρος τους.
Πολλοί άνθρωποι του χώρου των εκδόσεων, υποστηρίζουν ότι η παραδοσιακή τυπογραφία αντέχει και πιθανότατα θα αντέξει στις λυσσαλέες επιθέσεις της δαιμονικής τεχνολογίας. Μιλώντας με τον Αμερικάνο συγγραφέα Scott Sigler, αναθεώρησα ένα μέρος των δικών μου απόψεων. Ο Sigler, που είναι πρωτοπόρος στο θέμα του δωρεάν διαδικτυακού διαμοιρασμού των έργων του, θεωρεί δεδομένο ότι το μέλλον της λογοτεχνίας δεν βρίσκεται καν στους e-readers (σαν το kindle), αλλά στα smart phones. Δυσκολεύομαι να συμφωνήσω μαζί του, αλλά δεν θα το απέκλεια. Απομένει στο χρόνο να λύσει τη διαφωνία.
Μέχρι να συμβεί αυτό επιμένω να γράφω σε χαρτί κι έπειτα να δακτυλογραφώ και επιμένουμε να σας αναζητούμε σε απτή μορφή κάθε εβδομάδα σε βιβλιοπωλεία και art cafe όλης της χώρας. Σήμερα εκτός από στήλες, συζητήσεις, αναλύσεις κι επικρίσεις, φιλοξενούμε ως πόλη της περιφέρειας τη Νάντη, καθώς και τη συνέντευξη μίας συγγραφέως η οποία έχει γεννηθεί το 1985. Ραντεβού την επόμενη εβδομάδα πιθανότατα σε άλλο σημείο και άλλη ώρα, όπου θα διαβάσετε ένα πλούσιο αφιέρωμα με τις αναγνωστικές προτιμήσεις της συντακτικής μας ομάδας για τη χρονιά που κλείνει.

* Για όσους αγαπούν τη λογοτεχνία τρόμου, η δική μου πρόταση για αυτή την εβδομάδα είναι το βιβλίο «Ιός» του Scott Sigler (εκδ. Πλατύπους, σε μετάφραση Βίκυς Μυλωνοπούλου). Αν θέλετε να κάνετε δώρο σε μικρότερες ηλικίες, προτείνω ένα από τα αγαπημένα μου βιβλία, τον «Πύργο των Καρπαθίων» του Ιούλιου Βερν (εκδ. Άγκυρα, σε μετάφραση Αννίκας Φερτάκη). ** Το εμού είναι ένα πουλί της Αυστραλίας.

Σάββατο 19 Δεκεμβρίου 2009

Φίλιπ Ροθ και Ινφλουένζα Η1Ν1

ΙΝΦΛΟΥΕΝΖΑ – Η1Ν1

Του Γιάννη Πλιώτα


Απέχουμε περίπου μία εβδομάδα από τις γιορτές και παντού στην αγορά όλοι ψάχνουν να αγοράσουν δώρα για όλους ή τουλάχιστον έτσι θέλουμε να ελπίζουμε. Εγώ είμαι στο λεωφορείο από Αθήνα για Πάτρα και κρατώ σημειώσεις στο τετράδιό μου όπως όπως· για την ακρίβεια γεμίζω τη σελίδα με καλικαντζούρες που μοιάζουν με ενδείξεις σεισμογράφου. Ξεκινώ να γράφω σήμερα με αφορμή το «Ημερολόγιο Ανάγνωσης» της προηγούμενης εβδομάδας (όσοι πιστοί βιβλιόφιλοι, καλείστε να ανακαλύψετε τα θαυμαστά γραφόμενα του Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου είτε στο ομώνυμο blog του: http://areadingdiary.wordpress.com/, είτε στις σελίδες του περιοδικού Bookmarks). Ποια, όμως ήταν συγκεκριμένα η αφορμή; Οι σκέψεις του σχετικά με τον δανεισμό βιβλίων. Είμαι σίγουρος ότι πολλοί θα συμμερίζεστε την άποψή του: «ο δανεισμός οποιουδήποτε βιβλίου είναι ένα θέμα που πονάει πολύ κάθε αληθινό βιβλιόφιλο». Και συνέχισε με ένα ευφυές απόσπασμα από τον «Ζούκερμαν Δεσμώτη» του Φίλιπ Ροθ: «Ξέρεις γιατί παντρεύτηκα την Κάρολ; Της δάνεισα ένα βιβλίο κι ήξερα πως αν δεν την παντρευόμουν δεν θα το έβλεπα ποτέ ξανά».
Και ο Γιαννακόπουλος συνέχισε με μία ακόμα φράση, εξίσου χαρακτηριστική που ανήκει σε έναν άγνωστο αναγνώστη: «Μόνο οι ανόητοι δανείζουν βιβλία», παρατήρησε κάποτε συζητώντας μπροστά στα ξέχειλα ράφια της βιβλιοθήκης του, για να συμπληρώσει αμέσως μετά: «Όλα αυτά τα βιβλία άνηκαν κάποτε σε ανόητους».
Χωρίς να υποκρίνομαι τον αιρετικό, παραδόξως διατηρώ άλλου είδους σχέσης με τα βιβλία μου. Κατ’ αρχάς σχεδόν τα μισά βιβλία που διαβάζω κάθε χρόνο, ανήκουν στη Δημοτική Βιβλιοθήκη. Από τα ράφια τα παίρνω και στα ράφια τα επιστρέφω για να ξαποστάσουν. Μ’ αρέσει να πιάνω στα χέρια μου σελίδες κιτρινισμένες, σελίδες που έχουν αγγιχτεί απ’ την ιδιοσυγκρασία πολλών διαφορετικών ανθρώπων, σελίδες που έχουν επιστρέψει από ταξίδια για ν’ αφηγηθούν τις περιπέτειές τους.
Το δεύτερο που χαρακτηρίζει την κτητική διάθεσή μου για τα βιβλία, είναι μάλλον η έλλειψη οποιασδήποτε κτητικής διάθεσης. Όταν διαβάζω κάτι που μου έχει αρέσει, θέλω να το «μεταλαμπαδεύσω», να το εμπιστευτώ στα χέρια ενός φίλου. Δεν γελιέμαι. Τα περισσότερα βιβλία ή περιοδικά που δανείζω ή αργούν να επιστρέψουν ή σκονίζονται αδιάβαστα ή τα καταπίνει το σχίσμα του χρόνου, που οδηγεί στη χώρα των χαμένων αντικειμένων. Για παράδειγμα από τα οχτώ τεύχη του μουσικού περιοδικού Muzine, στο σπίτι μου έχει απομείνει μόλις ένα.
Ορισμένα, όμως βιβλία τα καταφέρνουν, βρίσκουν τον δρόμο τους και δημιουργούν σε έναν φίλο τα ίδια συναισθήματα που δημιούργησαν σε εμένα. Είναι κάτι σπάνιο που μοιράζεσαι, ένας νέος δεσμός. Σκοπός επετεύχθη! Κι αν ακόμα δεν ξανασυναντηθώ με το βιβλίο, δεν στεναχωριέμαι κι ούτε πιστεύω ότι θα είναι δυστυχισμένο μακριά μου. Κάπου μαγικά θα περιπλανιέται με τους συνοδοιπόρους του bookcrossing και όσα χειρόγραφα έμειναν ανέγγιχτα σε ένα συρτάρι. Γιατί για μένα η χειρότερη τύχη που μπορεί να έχει ένα βιβλίο, είναι να μην διαβαστεί από κανέναν.
Ανανεώνουμε το rendez vous μας για το επόμενο φύλλο, όπου θα γράψω για τα δέκα καλύτερα βιβλία που διάβασα τη χρονιά που μας πέρασε (όχι, όχι δεν διάβασα μόνο δέκα).

* Ο τίτλος του άρθρου είναι ολότελα παραπλανητικός. Συγχωρέστε αυτή τη μικρή απάτη, ήθελα απλώς να τραβήξω την προσοχή σας στη στήλη μου.
** Έχει βγάλει και καινούργιο βιβλίο ο Ροθ, την «Αγανάκτηση», αλλά δεν έχω προλάβει να τη δανειστώ ακόμα. Η δική μου πρόταση για αυτή την εβδομάδα είναι ένα από τα προηγούμενά του που έχω παρουσιάσει μέσα από τις σελίδες της Μπρίζας, η «Αντιζωή» (εκδ. Πόλις, σε μετάφραση Χριστίνας Ντόκου).
*** Ποιος έχει τον τρίτο τόμο του «Άρχοντα των Δακτυλιδιών» μου; Δυο χρόνια τον γυρεύω.

Πέμπτη 10 Δεκεμβρίου 2009

Bookmarks - Τρίτο τεύχος στα βιβλιοπωλεία!


Δεύτερο τεύχος του bookmarks, στα βιβλιοπωλεία όλης της χώρας.
Μπορείτε να το ξεφυλλίσετε ηλεκτρονικά εδώ ή να δείτε τη λίστα διανομής.

Ακολουθεί το editorial:


ΙΝΦΛΟΥΕΝΖΑ - Η1Ν1

Είμαι στο λεωφορείο από Αθήνα για Πάτρα και κρατώ σημειώσεις στο τετράδιό μου όπως όπως· για την ακρίβεια γεμίζω τη σελίδα με καλικαντζούρες που μοιάζουν με ενδείξεις σεισμογράφου. Ξεκινώ να γράφω σήμερα με αφορμή το «ημερολόγιο ανάγνωσης» της προηγούμενης εβδομάδας (όσοι ανοίγετε το Bookmarks πρώτη φορά, θα ανακαλύψετε παρακάτω τη θαυμαστή στήλη του Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου). Ποια, όμως ήταν συγκεκριμένα η αφορμή; Οι σκέψεις του σχετικά με τον δανεισμό βιβλίων. Είμαι σίγουρος ότι πολλοί θα συμμερίζεστε την άποψή του: «ο δανεισμός οποιουδήποτε βιβλίου είναι ένα θέμα που πονάει πολύ κάθε αληθινό βιβλιόφιλο». Και συνέχισε με ένα ευφυές απόσπασμα από τον «Ζούκερμαν Δεσμώτη» του Φίλιπ Ροθ: «Ξέρεις γιατί παντρεύτηκα την Κάρολ; Της δάνεισα ένα βιβλίο κι ήξερα πως αν δεν την παντρευόμουν δεν θα το έβλεπα ποτέ ξανά».

Χωρίς να υποκρίνομαι τον αιρετικό, παραδόξως διατηρώ άλλου είδους σχέσης με τα βιβλία μου. Κατ’ αρχάς σχεδόν τα μισά βιβλία που διαβάζω κάθε χρόνο, ανήκουν στη Δημοτική Βιβλιοθήκη. Από τα ράφια τα παίρνω και στα ράφια τα επιστρέφω για να ξαποστάσουν. Μ’ αρέσει να πιάνω στα χέρια μου σελίδες κιτρινισμένες, σελίδες που έχουν αγγιχτεί απ’ την ιδιοσυγκρασία πολλών διαφορετικών ανθρώπων, σελίδες που έχουν επιστρέψει από ταξίδια για ν’ αφηγηθούν τις περιπέτειές τους.

Το δεύτερο που χαρακτηρίζει την κτητική διάθεσή μου για τα βιβλία, είναι μάλλον η έλλειψη οποιασδήποτε κτητικής διάθεσης από μέρους μου. Όταν διαβάζω κάτι που μου έχει αρέσει, θέλω να το «μεταλαμπαδεύσω», να το εμπιστευτώ στα χέρια ενός φίλου. Δεν γελιέμαι. Τα περισσότερα βιβλία ή περιοδικά που δανείζω ή αργούν να επιστρέψουν ή σκονίζονται αδιάβαστα ή τα καταπίνει το σχίσμα του χρόνου, που οδηγεί στη χώρα των χαμένων αντικειμένων. Για παράδειγμα από τα οχτώ τεύχη του Muzine, στο σπίτι μου έχει απομείνει μόλις ένα.

Ορισμένα, όμως βιβλία τα καταφέρνουν, βρίσκουν τον δρόμο τους και δημιουργούν σε έναν φίλο τα ίδια συναισθήματα που δημιούργησαν σε εμένα. Είναι κάτι σπάνιο που μοιράζεσαι, ένας νέος δεσμός. Σκοπός επετεύχθη! Κι αν ακόμα δεν ξανασυναντηθώ με το βιβλίο, δεν στεναχωριέμαι κι ούτε πιστεύω ότι θα είναι δυστυχισμένο μακριά μου. Κάπου μαγικά θα περιπλανιέται με τους συνοδοιπόρους του bookcrossing και όσα χειρόγραφα έμειναν ανέγγιχτα σε ένα συρτάρι. Γιατί για μένα η χειρότερη τύχη που μπορεί να έχει ένα βιβλίο, είναι να μην διαβαστεί από κανέναν.

* Ο τίτλος του άρθρου είναι ολότελα παραπλανητικός. Συγχωρέστε αυτή τη μικρή απάτη, ήθελα απλώς να τραβήξω την προσοχή σας στο editorial μας.

** Έχει βγάλει και καινούργιο βιβλίο ο Ροθ, την «Αγανάκτηση», αλλά δεν έχω προλάβει να τη δανειστώ ακόμα. Η δική μου πρόταση για αυτή την εβδομάδα είναι ένα από τα προηγούμενά του, η «Αντιζωή» (εκδ. Πόλις, σε μετάφραση Χριστίνας Ντόκου).

*** Ποιος έχει τον τρίτο τόμο του «Άρχοντα των Δακτυλιδιών» μου; Δυο χρόνια τον γυρεύω.


Σάββατο 5 Δεκεμβρίου 2009

Bookmarks - δεύτερο τεύχος!


Δεύτερο τεύχος του bookmarks, στα βιβλιοπωλεία όλης της χώρας.
Μπορείτε να το ξεφυλλίσετε ηλεκτρονικά και εδώ, ενώ μπορείτε να επισκεφτείτε και το υπό κατασκευή site μας.

Και μία γεύση από το editorial:

Αντί-ποίηση

"Χρόνια ο ουρανός ήτανε ένα δύσκολο χαρτί κρυμμένο μεσ΄ στην τσέπη μου"

Ο παραπάνω συγκινητικός στίχος είναι του σπουδαίου Μίλτου Σαχτούρη. Αν ψάχνετε να βρείτε τι δουλειά έχει εδώ, η εξήγηση είναι μάλλον απλή. Λειτουργεί ως στολίδι για τον πρόλογο του δεύτερου τεύχους του Bookmarks και παράλληλα ως αφορμή για να αναζητήσετε και αυτή την εβδομάδα λίγη από την κρυμμένη ομορφιά των λέξεων γύρω σας. Μπορεί να κρύβεται καλά κάτω από την πολύβουη ροή της καθημερινότητας, αλλά η ομορφιά υπάρχει για όσους είναι αποφασισμένοι να την αναζητήσουν.
Πιστεύω ότι δεν έχετε ανοίξει τυχαία τις σελίδες μας, αν και αυτή τη στιγμή σίγουρα μας διαβάζετε σε ένα τυχαίο μέρος. Μπορεί να είστε στην ουρά του βιβλιοπωλείου, στη στάση του λεωφορείου, στο βαγόνι του μετρό, στο ταξί που διασχίζει την πόλη απ' τη μια άκρη στην άλλη, στο ασανσέρ, σε κυλιόμενες σκάλες ή και ξαπλωμένοι ανάσκελα στο κρεβάτι σας. Όμως όπου κι αν βρίσκεστε τα μάτια σας ταξιδεύουν στις γραμμές και στις εικόνες μας, η Γη γυρίζει και μαζί της γυρίζουμε κι εμείς, ο καθένας για τους δικούς του σκοπούς και με τα δικά του όνειρα. Όπου κι αν βρίσκεστε θα διαβάζετε αυτά που έγραψα πριν λίγες μέρες, ολοκληρώνοντας μία μορφή ετεροχρονισμένης συνομιλίας. Δηλαδή όχι ακριβώς συνομιλίας, περισσότερο ένας μονόλογος είναι (στον οποίο μπορείτε να αποκριθείτε μέσω mail).
Στην πρώτη μας παράσταση για τον Δεκέμβριο θα διαβάσετε πολλά και θαυμαστά στις σελίδες που ακολουθούν. Almanac, συνεντεύξεις, ημερολόγιο ανάγνωσης, σούπερ-ήρωες, το δεύτερο μέρος του αφιερώματος στο βραβείο αναγνωστών, κριτικές, νέα, ατζέντα, παράξενα βιβλία, όσα έγραψαν οι καλεσμένοι μας, τα Γιάννενα, το βιβλιόφωνο, χίλια δυο και χίλια ακόμα. Κρατήστε ό,τι σας αγγίξει και πάνω απ' όλα αυτό που γράφει στο εξώφυλλο: "οι σκιές μοιάζουν σκοτεινές, για τα παιδιά είναι παιχνίδι". Δεν είναι βαθυστόχαστο και ούτε παίρνουμε όρκο ότι είναι μια μεγάλη αλήθεια, αλλά είναι κάτι που μας αρέσει. Η μεταμορφωτική δύναμη της φαντασίας είναι απεριόριστη και σε αυτή ακουμπάμε την πίστη μας. Στο τέλος της ημέρας και ενώ σιγά σιγά οι ρυθμοί επιβραδύνοντα όλοι συλλογιζόμαστε όσα κάναμε, είδαμε και αισθανθήκαμε τις προηγούμενες ώρες. Όπως και να 'χει κανείς δεν μπορεί να μας πτοήσει.

"Και σιωπηλά σαν τα βιβλία το φως της μέρας κλείνει"


*Ο τελευταίος στίχος είναι του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη. Μαζί με τον στίχο του Σαχτούρη τους συνάντησα στο μυθιστόρημα του Νίκου Χρυσού "Το μυστικό της τελευταίας σελίδας" (εκδ. Καστανιώτη). Αυτή είναι η δική μου πρόταση για αυτή την εβδομάδα.
** Τον τίτλο αντι-ποίηση τον έχω κλέψει από την καλή φίλη μου Άννα Νιαράκη.

3 Δεκεμβρίου - Βιολονίστας / Αν ήταν όλα αλλιώς

>

Τις τελευταίες εβδομάδες δουλεύω πολύ για το Bookmarks, το free press για το βιβλίο, αλλά ανάμεσα σε όλα όσα έπρεπε να γίνουν, βρήκα το χρόνο να διαβάσω μέσα σε οκτώ μέρες δύο βιβλία, τα οποία είναι υποψήφια για το φετινό βραβείο αναγνωστών. Το συγκεκριμένο βραβείο απονέμεται από το ΕΚΕΒΙ (εθνικό κέντρο βιβλίου) σε συνεργασία με τις 230 λέσχες ανάγνωσης σε Ελλάδα και Κύπρο. Περισσότερες λεπτομέρειες για τον «διαγωνισμό», καθώς και τα δεκαπέντε υποψήφια βιβλία αναλυτικά μπορείτε να αναζητήσετε και στη σχετική σελίδα http://www.ekebi.gr. Τα δύο βιβλία που διάβασα από ορισμένους θα κατατάσσονταν στη δημοφιλή «γυναικεία» λογοτεχνία, προσωπικά μου άρεσαν, ενώ τη σεζόν που μας πέρασε πέτυχαν πολύ σημαντικές πωλήσεις. Πρόκειται για τον «Βιολονίστα» του Κώστα Καρακάση (συγγραφέας του «Ευτυχώς δεν γεννήθηκα όμορφη») και για το «Αν όταν όλα αλλιώς» της Αλκυόνης Παπαδάκη. Το πρώτο από εκδόσεις Ψυχογιός, το δεύτερο από εκδόσεις Καλέντη.

Ο «Βιολονίστας» του Κώστα Καρακάση είναι μια ιστορία αγάπης και μουσικής, με πολλές σκηνές που θυμίζουν ταινίες του παλιού καλού ελληνικού κινηματογράφου, ακριβώς δηλαδή η εποχή που διαδραματίζεται και η κεντρική ιστορία. Ένας βιολονίστας που παίζει στο δρόμο για να συντηρηθεί, συναντάει τυχαία μία πάμπλουτη κληρονόμο. Αυτή πιστεύει στο ταλέντο του και αναδεικνύεται στον προσωπικό του Μαικήνα. Ο άσημος Έλληνας μέσα σε μικρό χρονικά διάστημα εκτινάσσεται σε δυσθεώρητα ύψη δόξας καταπλήσσοντας τα πλήθη με την δεξιοτεχνία του, ένα ταλέντο που έχει κληρονομήσει από τους προγόνους του. Καθώς η σχέση μεταξύ του Ίωνα και της Αλκυόνης αναπτύσσεται, μαθαίνουμε μέσα από εκτενείς αναδρομές στο παρελθόν για την οικογένεια του βιολονίστα και τη μακρά πορεία της, η οποία ξεκινά τέσσερις γενιές πριν στην Κωνσταντινούπολη. Περιστατικά ξεχασμένα ανακατεύονται με το παρόν της αφήγησης και οι πολλές ιστορικές αναφορές κάνουν τους ήρωες ορισμένες στιγμές να δίνουν την εντύπωση ότι παίζουν τους ρόλους τους σε ένα χρονογράφημα και όχι σε μυθιστόρημα. Τελικά ο βιολονίστας επιστρέφει στην Ελλάδα στη σύγχρονη εποχή, μια αφορμή για να ψάξει στις κρυφές σελίδες της μνήμης του.

Συνολικά η γνώμη μου για το «Βιολονίστα» είναι θετική. Διαβάζεται πολύ εύκολα, σαν βιβλίο με κράτησε και νομίζω ο μέσος αναγνώστης (αν υπάρχει) δεν θα απογοητευτεί- το αντίθετο μάλιστα. Ο Καρακάσης μου έδωσε την εντύπωση ενός bon viveur της συγγραφής, ενός ευπατρίδη που θα μπορούσε κάλλιστα να είναι και ο ίδιος μέρος της πλοκής του βιβλίου του. Διατήρησα μόνο λίγες ενστάσεις ως προς το ότι σε μερικά σημεία διάβαζα για κρίσιμα περιστατικά που έδεναν τόσο όμορφα, που με έκαναν να σκεφτώ ότι είναι πολύ καλά για να είναι αληθινά. Αλλά αυτή είναι η ατμόσφαιρα παραμυθιού που θέλησε να δημιουργήσει ο συγγραφέας και το σέβομαι. Το τέλος ήταν γλυκόπικρο όπως ακριβώς το φανταζόμουν και το ανέμενα.

Ξεκινώντας να διαβάζω το βιβλίο της Αλκυόνης Παπαδάκη, ομολογώ ότι είχα τοποθετήσει κάπως χαμηλά τον πήχη των προσδοκιών μου, χωρίς να είμαι βέβαιος γιατί. Και όπως αποδείχθηκε η κρίση μου ήταν άδικη. Ίσως επειδή είχε πουλήσει πάρα πολύ (δεν είναι αρνητικό αυτό φυσικά) και δεν είχε τύχει να συναντήσω κανέναν για να μου πει τη γνώμη του (πάντα εμπιστεύομαι σχεδόν τυφλά τις γνώμες των φίλων). Το γεγονός αυτό θα οφείλεται στο ότι οι κατεξοχήν αναγνώστες του βιβλίου είναι μεγαλύτερης ηλικίας και μάλλον αυτό το γεγονός συνέβαλε στο να με εκπλήξει ευχάριστα το «Αν ήταν όλα… αλλιώς».

Η ιστορία εκτυλίσσεται σε ένα επαρχιακό σπίτι, με ήρωες που περιγράφονται με χρώματα περισσότερο ανάλαφρα απ’ ότι αντικρίζουμε στην πραγματικότητα, και αυτό μου άρεσε πολύ. Οικογενειακά δράματα και δυσάρεστες καταστάσεις παρουσιάζονται με τρόπο που τραβάει τον αναγνώστη πολύ μακριά από τη μελαγχολία. Παράλληλα η Παπαδάκη επιλέγει να επεμβαίνει συχνά πυκνά στο κείμενο, είτε σχολιάζοντας με ανάλαφρο ύφος τα τεκταινόμενα, είτε συμπυκνώνοντας σε λίγες γραμμές ένα «ηθικό» δίδαγμα που έχει προκύψει από όσα συμβαίνουν.

Το «Αν ήταν όλα… αλλιώς» χαρακτηρίζεται από εξαίρετη γραφή που την ένιωσα να κυλάει σαν ρυάκι και δηκτικό χιούμορ που σε πολλά σημεία με έκανε να γελάσω με την καρδιά μου. Ευχαριστήθηκα την ανάγνωση και έπιασα τον εαυτό μου να συγκρίνει αποσπάσματα των ιστοριών με τις αγαπημένες «Μικρές ατιμίες» του Καρνέζη. Ως επίλογο θα χρησιμοποιήσω μερικά λόγια της Παπαδάκη, νομίζω κατάλληλα για να περιγράψουν τα βιβλία της: «Όταν κατάλαβα πως δεν μπορούσα ν’ αλλάξω τον κόσμο, είπα: εντάξει θ’ αλλάξω τον εαυτό μου. Πολύ το διασκέδασα που την πάτησα κι εκεί. Τελικά σκέφτομαι, προς τον παρόν δηλαδή γιατί πάντα το ψάχνω, πως επανάσταση είναι να’ χεις τα μάτια της ψυχής σου ανοιχτά, να επιμένεις, ν’ αγαπάς τη ζωή και να φροντίζεις να μην τη μολύνεις με το πέρασμά σου».

Αυτά για την ώρα. Ραντεβού σε δύο εβδομάδες, λίγο πριν τις γιορτές. Ως τότε καλές αναγνώσεις.