Σάββατο, 19 Δεκεμβρίου 2009

Φίλιπ Ροθ και Ινφλουένζα Η1Ν1

ΙΝΦΛΟΥΕΝΖΑ – Η1Ν1

Του Γιάννη Πλιώτα


Απέχουμε περίπου μία εβδομάδα από τις γιορτές και παντού στην αγορά όλοι ψάχνουν να αγοράσουν δώρα για όλους ή τουλάχιστον έτσι θέλουμε να ελπίζουμε. Εγώ είμαι στο λεωφορείο από Αθήνα για Πάτρα και κρατώ σημειώσεις στο τετράδιό μου όπως όπως· για την ακρίβεια γεμίζω τη σελίδα με καλικαντζούρες που μοιάζουν με ενδείξεις σεισμογράφου. Ξεκινώ να γράφω σήμερα με αφορμή το «Ημερολόγιο Ανάγνωσης» της προηγούμενης εβδομάδας (όσοι πιστοί βιβλιόφιλοι, καλείστε να ανακαλύψετε τα θαυμαστά γραφόμενα του Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου είτε στο ομώνυμο blog του: http://areadingdiary.wordpress.com/, είτε στις σελίδες του περιοδικού Bookmarks). Ποια, όμως ήταν συγκεκριμένα η αφορμή; Οι σκέψεις του σχετικά με τον δανεισμό βιβλίων. Είμαι σίγουρος ότι πολλοί θα συμμερίζεστε την άποψή του: «ο δανεισμός οποιουδήποτε βιβλίου είναι ένα θέμα που πονάει πολύ κάθε αληθινό βιβλιόφιλο». Και συνέχισε με ένα ευφυές απόσπασμα από τον «Ζούκερμαν Δεσμώτη» του Φίλιπ Ροθ: «Ξέρεις γιατί παντρεύτηκα την Κάρολ; Της δάνεισα ένα βιβλίο κι ήξερα πως αν δεν την παντρευόμουν δεν θα το έβλεπα ποτέ ξανά».
Και ο Γιαννακόπουλος συνέχισε με μία ακόμα φράση, εξίσου χαρακτηριστική που ανήκει σε έναν άγνωστο αναγνώστη: «Μόνο οι ανόητοι δανείζουν βιβλία», παρατήρησε κάποτε συζητώντας μπροστά στα ξέχειλα ράφια της βιβλιοθήκης του, για να συμπληρώσει αμέσως μετά: «Όλα αυτά τα βιβλία άνηκαν κάποτε σε ανόητους».
Χωρίς να υποκρίνομαι τον αιρετικό, παραδόξως διατηρώ άλλου είδους σχέσης με τα βιβλία μου. Κατ’ αρχάς σχεδόν τα μισά βιβλία που διαβάζω κάθε χρόνο, ανήκουν στη Δημοτική Βιβλιοθήκη. Από τα ράφια τα παίρνω και στα ράφια τα επιστρέφω για να ξαποστάσουν. Μ’ αρέσει να πιάνω στα χέρια μου σελίδες κιτρινισμένες, σελίδες που έχουν αγγιχτεί απ’ την ιδιοσυγκρασία πολλών διαφορετικών ανθρώπων, σελίδες που έχουν επιστρέψει από ταξίδια για ν’ αφηγηθούν τις περιπέτειές τους.
Το δεύτερο που χαρακτηρίζει την κτητική διάθεσή μου για τα βιβλία, είναι μάλλον η έλλειψη οποιασδήποτε κτητικής διάθεσης. Όταν διαβάζω κάτι που μου έχει αρέσει, θέλω να το «μεταλαμπαδεύσω», να το εμπιστευτώ στα χέρια ενός φίλου. Δεν γελιέμαι. Τα περισσότερα βιβλία ή περιοδικά που δανείζω ή αργούν να επιστρέψουν ή σκονίζονται αδιάβαστα ή τα καταπίνει το σχίσμα του χρόνου, που οδηγεί στη χώρα των χαμένων αντικειμένων. Για παράδειγμα από τα οχτώ τεύχη του μουσικού περιοδικού Muzine, στο σπίτι μου έχει απομείνει μόλις ένα.
Ορισμένα, όμως βιβλία τα καταφέρνουν, βρίσκουν τον δρόμο τους και δημιουργούν σε έναν φίλο τα ίδια συναισθήματα που δημιούργησαν σε εμένα. Είναι κάτι σπάνιο που μοιράζεσαι, ένας νέος δεσμός. Σκοπός επετεύχθη! Κι αν ακόμα δεν ξανασυναντηθώ με το βιβλίο, δεν στεναχωριέμαι κι ούτε πιστεύω ότι θα είναι δυστυχισμένο μακριά μου. Κάπου μαγικά θα περιπλανιέται με τους συνοδοιπόρους του bookcrossing και όσα χειρόγραφα έμειναν ανέγγιχτα σε ένα συρτάρι. Γιατί για μένα η χειρότερη τύχη που μπορεί να έχει ένα βιβλίο, είναι να μην διαβαστεί από κανέναν.
Ανανεώνουμε το rendez vous μας για το επόμενο φύλλο, όπου θα γράψω για τα δέκα καλύτερα βιβλία που διάβασα τη χρονιά που μας πέρασε (όχι, όχι δεν διάβασα μόνο δέκα).

* Ο τίτλος του άρθρου είναι ολότελα παραπλανητικός. Συγχωρέστε αυτή τη μικρή απάτη, ήθελα απλώς να τραβήξω την προσοχή σας στη στήλη μου.
** Έχει βγάλει και καινούργιο βιβλίο ο Ροθ, την «Αγανάκτηση», αλλά δεν έχω προλάβει να τη δανειστώ ακόμα. Η δική μου πρόταση για αυτή την εβδομάδα είναι ένα από τα προηγούμενά του που έχω παρουσιάσει μέσα από τις σελίδες της Μπρίζας, η «Αντιζωή» (εκδ. Πόλις, σε μετάφραση Χριστίνας Ντόκου).
*** Ποιος έχει τον τρίτο τόμο του «Άρχοντα των Δακτυλιδιών» μου; Δυο χρόνια τον γυρεύω.

Δεν υπάρχουν σχόλια: