Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λογοτεχνικά βραβεία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λογοτεχνικά βραβεία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 17 Απριλίου 2013

The Orphan Master's Son - Βραβείο Πούλιτζερ

 “You know the South won the war, right?”

Ανακοινώθηκε ο νικητής του φετινού Πούλιτζερ λογοτεχνίας και νικητής είναι ο Adam Johnson με το βιβλίο The Orphan Master's Son. Όπως ίσως έχετε ακούσει το βιβλίο του Johnson περιγράφει τη σύγχρονη ζωή στο μυστικοπαθές καθεστώς της Βόρειας Κορέας και, μιας και το βιβλίο δεν κυκλοφορεί στα ελληνικά, θα κάνω μια αναλυτική παρουσίασή του για όσους ενδιαφέρονται να το αναζητήσουν. Έτυχε να διαβάσω πριν αρκετούς μήνες το ογκώδες (181.000 λέξεις) κοινωνικοπολιτικό δράμα του Johnson και η κριτική μου χωρίζεται στα δύο. Ενθουσιώδης στο πρώτο μισό του βιβλίου και λίγοτερο ενθουσιώδης στο δεύτερο μισό.


Ο Jun Do μεγάλωσε σε ένα ορφανοτροφείο στη Βόρεια Κορέα, το πιο απομονωμένο και απολυταρχικό κράτος στον κόσμο, εκεί όπου οι πολίτες ζούνε σε μια δυστοπία που μοιάζει με τον κόσμο του 1984, έχοντας -αναγκαστικά- θεοποιήσει τον ηγέτη τους. Οι ζωές των ανθρώπων έχουν μηδαμινή αξία, οι εξαφανίσεις για ασήμαντες αφορμές είναι καθημερινό φαινόμενο, το ίδιο η έλλειψη τροφίμων και η απουσία ηλεκτροδότησης τις νύχτες.
   Ο Jun Do, αφού περάσει σκληρή στρατιωτική εκπαίδευση και αφού πάρει μέρος σε αποστολές απαγωγών, μαθαίνει αγγλικά και επιβιβάζεται σε ένα άθλιο αλιευτικό ως ασυρματιστής, για να παρακολουθεί και να καταγράφει ραδιοσήματα από όλο τον κόσμο. Εκεί γνωρίζεται με τα μέλη του πληρώματος και περνάει κάθε βράδυ ακούγοντας παράξενες συνομιλίες που μαγνητίζουν την περιέργειά του. Ιδιαίτερη αίσθηση τού κάνουν δύο Αμερικανίδες που κάνουν το γύρο του κόσμου κωπηλατώντας.
   Μετά από μια συνάντηση με ένα σκάφος του αμερικάνικου ναυτικού και μετά από μια  αλληλουχία σχεδόν σουρεαλιστικών γεγονότων, ο Jun Do ανακηρύσσεται ήρωας του λαού. Συμπεριλαμβάνεται σε μια μυστική διπλωματική αποστολή που ταξιδεύει στο Τέξας για ασαφείς διαπραγματεύσεις οι οποίες δεν ευδοκιμούν, και ο ήρωας με την επιστροφή του στέλνεται σε ορυχεία-φυλακές, όπου το προσδόκιμο ζωής είναι έξι μήνες.
   Το δεύτερο μέρος του βιβλίου ξεκινάει ένα χρόνο μετά, με την ανάκριση του Jun Do, ο οποίος έχει κλέψει την ταυτότητα ενός υψηλόβαθμου στελέχους της κυβέρνησης, έχει πάρει τη θέση του και κατηγορείται για τη δολοφονία της γυναίκας και των παιδιών του. Καθώς ξεδιπλώνεται η υπόθεση της απάτης, βλέπουμε το πώς ο Jun Do δολοφόνησε τον Υπουργό κατά την επίσκεψή του στη φυλακή, και απλά φόρεσε τα ρούχα του, έφτασε στο κατώφλι του σπιτιού του και ανέλαβε καθήκοντα στο γραφείο του.
   Καθώς ετοιμάζεται μια νέα διπλωματική αποστολή, αυτή τη φορά από την πλευρά των Αμερικάνων, μέσα από τις ανακοινώσεις του καθεστώτος μαθαίνουμε τη διαστρεβλωμένη άνοδο, πτώση, νέα άνοδο και νέα πτώση ενός ανθρώπου που έστω για λίγο έζησε πραγματικά ελεύθερος.

 
Η άποψή μου: Όταν ξεκινάς ένα τόσο μεγάλο βιβλίο, αναρωτιέσαι τι μπορεί να περιμένεις. Στις πρώτες σελίδες (και τα πρώτα χρόνια του Jun Do) ήμουν μουδιασμένος. Μετά η ιστορία φτάνει στο σημείο όπου ο ήρωας γίνεται μέλος του αλιευτικού και εκεί απογειώνεται. Ήταν σαν να διάβαζα μια μοντέρνα εκδοχή των Δαιμόνων των Κυμάτων του Κίπλινγκ. Συναρπαστικές περιγραφές, ζεστά συναισθήματα, έξυπνοι και κατανοητοί συμβολισμοί, στοχασμοί πάνω στη γύμνια του ανθρώπου μπροστά στον ωκεανό. Οι ιστορίες των απλών ανθρώπων και οι κακουχίες  τους, περιγράφουν ρεαλιστικά μια άκρως απελπιστική ατμόσφαιρα. 
   Και μετά ήρθε η σπαρταριστή αποστολή των Κορεατών στο Τέξας για να συναντηθούν με τον Αμερικάνο Γερουσιαστή. Υπήρχαν άφθονες ξεκαρδιστικές στιγμές που τόνιζαν εύστοχα τη σύγκρουση μεταξύ των δύο πολιτισμών και αν το βιβλίο ολοκληρωνόταν στο πρώτο μέρος, θα το χαρακτήριζα αριστούργημα.
   Η συγγραφή του βιβλίου ήταν ένας άθλος. Ο συγγραφέας όχι μόνο έχει μελετήσει πολύ τη Βόρεια Κορέα, αλλά σε μία από τις σπάνιες εξαιρέσεις για Αμερικανούς πολίτες, είχε την τύχη να την επισκεφθεί. Έχει τεράστιο ενδιαφέρον για εμάς τους δυτικούς να διαβάζουμε για ένα τόσο διαφορετικό κράτος.
   Υπάρχουν όμως και ορισμένα μειονεκτήματα: Ενώ το πρώτο μέρος του βιβλίου διαβαζόταν πολύ ευχάριστα, με το ξεκίνημα του δεύτερου μέρους ένιωσα ότι ήταν σαν να διάβαζα ένα διαφορετικό βιβλίο. Το δηκτικό χιούμορ εξαφανίστηκε και από μια γραμμική αφήγηση σε τρίτο πρόσωπο, ο συγγραφέας διαχώρισε την πλοκή σε τρεις παράλληλες ιστορίες με εναλλασσόμενες οπτικές γωνίες. 
   Υπήρχε ενδιαφέρον, αλλά ο αναγνώστης είχε συνηθίσει σε ένα πιο απλό κείμενο και σε συνδυασμό με το μεγάλο όγκο, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να κουραστεί, να μπερδευτεί και ακόμα και να τα παρατήσει. Ειδικά η αφήγηση της προπαγανδιστικής εκδοχής της ιστορίας από τα μεγάφωνα συνέτεινε σε αυτό.
   Το μέγεθος του βιβλίου, σε συνδυασμό με το δύσκολο, πολιτικό θέμα, θα δράσουν αποτρεπτικά για το μέτριο και το μέσο αναγνώστη. Δεν μπορώ να φανταστώ ότι κάποιος που δεν γνωρίζει το όνομα Κιμ Γιονγκ Ιλ, θα βρει μεγάλο ενδιαφέρον στο Orphan Mas-ter's.
   Το εκθειαστικό γράμμα του εκδότη στην αρχή, μπορεί να αποδειχθεί δίκοπο μαχαίρι. Το πιο πιθανό είναι να ανεβάσει υπερβολικά τις προσδοκίες του αναγνώστη.  Συνολικά -και εξαιτίας του δεύτερου μέρους- καταλήγει να είναι ένα “βαρύ” βιβλίο, που σταδιακά χάνει τον ψυχαγωγικό του χαρακτήρα και μετατρέπεται σε έργο με κάφκικα χαρακτηριστικά (αναφέρομαι ειδικά στην αντικατάσταση-μεταμόρφωση του Jun Do).
   Συνολικά ένα καλό, αλλά δύσκολο βιβλίο, που απευθύνεται σε όσους ενδιαφέρονται για πιο upmarket λογοτεχνία με πολιτικοκοινωνικά στοιχεία. Κλείνοντας, παραθέτω και τρία χαρακτηριστικά αποσπάσματα του βιβλίου:

“Where we are from,”he said. “Stories are factual. If a farmer is declared a music virtuoso by thestate, everyone had better start calling him maestro. And secretly, he’d bewise to start practicing the piano. For us, the story is more important thanthe person. If a man and his story are in confl ict, it is the man who mustchange.” Here, Dr. Song took a sip of juice, and the fi nger he lifted trembledslightly. “But in America, people’s stories change all the time. InAmerica, it is the man who matters.”


και

“Do you know of Christ?” 
Jun Do nodded. “I’ve been briefed on him.”


και

The Dear Leader regarded Ga with a lookof wonder. “You never did tell me, there’s one thing I’ve always been curiousabout— just how did you get out of that prison?”
Ga thought about reminding the Dear Leader that they live in a landwhere people have been trained to accept any reality presented to them.He considered sharing how there was only one penalty, the ultimate one,for questioning reality, how a citizen could fall into great jeopardy for simply noticing that realities had changed. Even a warden wouldn’t risk that.
  

> Διαβάστε περισσότερα για το βιβλίο στη wikipedia.
> Παραγγείλτε το βιβλίο από το Amazon.

Παρασκευή 2 Σεπτεμβρίου 2011

προβλέψεις για το Man Booker Prize


Το λογοτεχνικό Man Booker Prize απονέμεται κάθε χρόνο στο καλύτερο μυθιστόρημα συγγραφέα που κατοικεί στη βρετανική κοινοπολιτεία. Παλιότερα έχουν βραβευτεί έργα όπως ο Άγγλος Ασθενής (1992) και τα Απομεινάρια μιας μέρας (1989). Στις 6 Σεπτεμβρίου ανακοινώνεται η μικρή λίστα των φετινών υποψηφίων η οποία θα αποτελείται από έξι βιβλία (και 18 Οκτωβρίου ο νικητής).

Χωρίς να έχω άριστη εικόνα όλων των υποψηφιοτήτων σκέφτηκα να κάνω μία πρόβλεψη για την τελική εξάδα, ώστε σε περίπτωση που ευστοχήσω να μπορώ να πω ότι αν συνωμοτήσω πάρα πολύ με τον εαυτό μου, υπάρχει πιθανότητα να κερδίσω το σύμπαν. Έτσι χωρίς πολλά-πολλά, ορίστε: Julian Barnes, Allan Hollinghurst, Carol Birch, A. D. Miller, D. J. Taylor και Sebastian Berry.



Ένα από τα αουτσάιντερ είναι το Half Blood Blues του Esi Edugyan, που διαπραγματεύεται την ιστορία μίας μπάσταρδης τζαζ μπάντας στη Γερμανία, λίγο πριν ο Χίτλερ ξεκινήσει την επιχείρηση Λευκή. Δύσκολο βιβλίο, που δεν έχει αυτοσκοπό να ψυχαγωγήσει τον αναγνώστη, αλλά με αρκετά πολιτικά νοήματα ώστε να μην περνά απαρατήρητο.

Προσωπικά θα ήθελα να βρει τρόπο να μπει στην εξάδα το The Last Hundred Days του Patrick McGuiness, ένα πολιτικό μυθιστόρημα με φόντο τη Ρουμανία του 1989, που σίγουρα θα εκτιμήσουν όσοι έχουν ανταλλάξει ανέκδοτα με πρωταγωνιστές τον Λένιν, τον Στάλιν, τον Τσαουσέσκου τον Χόνεκερ και τα άλλα παιδιά.

Τετάρτη 24 Αυγούστου 2011

Νικολά Βερντάν-Το ραντεβού της Θεσσαλονίκης


Τελειώνουν σιγά-σιγά οι σελίδες του καλοκαιριού που όπως πάντα μας αφήνει με γλυκόπικρες αναμνήσεις. Λογικά έχετε ακόμα λίγο ελεύθερο χρόνο στη διάθεσή σας και προτείνω με αυτήν εδώ την ανάρτηση να τον αξιοποιήσετε διαβάζοντας ένα εξαιρετικό βιβλίο. Τον Ελληνοελβετό Νικολά Βερντάν είχα την τύχη να τον γνωρίσω τον Μάιο, στη διεθνή έκθεση βιβλίου Θεσσαλονίκης. Εκείνες τις μέρες κυκλοφορούσε μεταφρασμένη στα ελληνικά και παρουσιαζόταν η πρώτη νουβέλα του "Το ραντεβού της Θεσσαλονίκης" από τις εκδόσεις Χαραμάδα, του καλού φίλου Νεκτάριου Λαμπρόπουλου.

Το βιβλίο (Le rendez-vous de Thessalonique ο πρωτότυπος τίτλος) είχε κυκλοφορήσει το 2005 στην Ελβετία από τον εκδοτικό οίκο Bernard Campiche Editeur και τιμήθηκε με το βραβείο Bibliomedia Suisse. Στις μέρες της έκθεσης εκτίμησα τον Νικολά ως άνθρωπο και λίγο καιρό αργότερα, μόλις ξεκίνησα να διαβάζω το Ραντεβού, τον εκτίμησα και ως συγγραφέα.

Η γραφή του χαράζει εικόνες στο μυαλό, η πλοκή του πεσιμιστική, το ταξίδι του πρωταγωνιστή θλίβει, αλλά ταυτόχρονα καλεί σε απελευθέρωση από συμβάσεις και την ψυχρή καθημερινότητα. Παράλληλα ο Βερντάν θέλει να δείξει ξεκάθαρα ότι όταν μισούμε τους γύρω μας γινόμαστε δυστυχισμένοι. Ένας ήρωας χωρίς προορισμό και χωρίς ισορροπίες, ο Λορέντζο, αποφασίζει να εγκαταλείψει τη ζωή του και να αναζητήσει στην Ελλάδα τον φίλο του Θέμη που έχει εξαφανιστεί.

Ειλικρινά, ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα φέτος, το συστήνω χωρίς καμία επιφύλαξη, ενώ στα πολύ θετικά μετράω και την άψογη, λυρική μετάφραση της Μαρίας Χρηστίδου. Δυστυχώς ζούμε σε μία περίοδο που πολλά ωραία πράγματα δεν λαμβάνουν την προσοχή που τους αξίζει. Θα ήθελα πολύ να διαβάσω και άλλα έργα του Νικολά Βερντάν, ειδικά το τελευταίο του, το Saga, που αναφέρεται στη ζωή του Λε Κορμπυζιέ και για το οποίο μας μίλησε με τόση αγάπη. Για περαιτέρω ανάγνωση σας παραπέμπω στη συνέντευξη που έδωσε ο συγγραφέας στην Κυριακή Τσολάκη και την εφημερίδα Μακεδονία. Κλείνοντας, θα αντιγράψω λίγες γραμμές από το βιβλίο.


"Ο Θέμης έλεγε συχνά ότι πρέπει να ακούς το ταξίδι σου- κυρίως να μην του εναντιώνεσαι. Αν η πορεία σου σε βγάλει κάπου που δεν το περιμένεις, ε λοιπόν ναι, είσαι στο σωστό δρόμο. Καταλάβαινα πολύ καλά τι ήθελε να πει. Οι χάρτες είναι απατηλοί, μας ξεγελούν με τις καθορισμένες αποστάσεις και τις προτεινόμενες διαδρομές τους. Μας ξαναφέρνουν στον ίσιο δρόμο. Ενώ το να ταξιδεύεις είναι ένας υπέροχος τρόπος να αφήνεσαι ελεύθερος."