Τετάρτη, 31 Μαρτίου 2010

Σταυρούλα Σκαλίδη - Κρέας από σταφύλι

«Κρέας από σταφύλι»

Συνέντευξη της Σταυρούλας Σκαλίδη στον Γιάννη Πλιώτα


Σχεδόν Απρίλιος! Ο χρόνος κυλάει πολύ γρήγορα και πιθανότατα τις ώρες που θα διαβάζετε αυτές τις γραμμές εγώ θα ταξιδεύω με λεωφορείο, παρέα με ένα βιβλίο. Πηγαίνω στην Κόνιτσα να παρουσιάσω το βιβλίο του Κωνσταντίνου Μίσσιου «Η νύχτα της λευκής παπαρούνας» και αν σας φέρει ο δρόμος σας στο βορρά, η εκδήλωση γίνεται το Σάββατο 27 Μαρτίου στις 7 το απόγευμα.
Η επιλογή του «ποιο βιβλίο να διαβάσω τώρα» είναι περίπλοκη διαδικασία για όλους. Μπορεί να το έχει προτείνει ένας φίλος, να είναι κάτι που διαφημίζεται, να είναι δώρο, να είναι γνωστός ο συγγραφέας, να υπάρχει σ’ όλες τις βιτρίνες, το εξώφυλλο να είναι όμορφο ή η πλοκή στο οπισθόφυλλο μυστηριώδης. Για μένα συνήθως η επιλογή είναι συνδυασμός πολλών παραγόντων, άρα μπορεί να θεωρηθεί απολύτως τυχαία. Αν διαβάσω κάτι από έναν συγγραφέα και μου αρέσει πολύ, δεν σπεύδω να διαβάσω τα άπαντά του. Αφήνω καιρός να περάσει μέχρι να διαβάσω πάλι κάτι δικό του, να αφομοιώσω το προηγούμενο και να το απολαύσω με το πέρασμα του χρόνου. Επίσης θέλω να διαβάζω βιβλία από πολλά διαφορετικά είδη. Από ποίηση μέχρι ιστορία και από συναισθηματικά μέχρι φάνταζυ, όλοι οι καλοί χωράνε κι όλοι οι πιστοί ας προσέλθουν.
Σε κάθε περίπτωση ήμουν τυχερός γιατί έπεσε στα χέρια μου το βιβλίο της Σταυρούλας Σκαλίδη «Κρέας από σταφύλι», ένα από τα καλύτερα μυθιστορήματα που διάβασα τον τελευταίο καιρό. Κατ’ αρχάς λίγα λόγια για τη συγγραφέα. Η Σταυρούλα Σκαλίδη γεννήθηκε το 1978 στον Άγιο Αδριανό Αργολίδος και εργάζεται ως δημοσιογράφος. Από τις εκδόσεις Πόλις κυκλοφορεί και το βιβλίο της «Προδοσία και εγκατάλειψη», που τιμήθηκε με το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα του περιοδικού Διαβάζω.
Θα σταθώ σε δύο σημεία. Είναι σημαντικό ότι το προηγούμενο βιβλίο της τιμήθηκε από το Διαβάζω, δηλαδή το πιο έγκυρο λογοτεχνικό περιοδικό της χώρας. Ναι, τα βραβεία και οι διαγωνισμοί στην τέχνη είναι ένα μεγάλο κεφάλαιο για συζήτηση, αλλά η βράβευση παραμένει βράβευση. Επίσης το «Κρέας από σταφύλι» είναι το δεύτερο βιβλίο της συγγραφέως στις εκδόσεις Πόλις. Θεωρώ ότι η Πόλις ανήκει στους δύο-τρεις αξιολογότερους εκδοτικούς οίκους. Χωρίς υπερβολή θεωρώ ότι οποιοδήποτε βιβλίο έχει τη σφραγίδα αυτή, είναι αξιανάγνωστο.
Όταν λοιπόν το κράτησα ομολογώ ότι κοιταχτήκαμε με το εξώφυλλο λίγο καχύποπτα. Για κάποιο απροσδιόριστο λόγο, έβρισκα δύσκολο να συμβιβαστώ με τον τίτλο: «Κρέας από σταφύλι, μια ιστορία ωμοφαγίας». Κέντρισε, όμως την περιέργειά μου και ευθύς καταβυθίστηκα στην ιστορία. Η πρώτη σειρά του μυθιστορήματος έχει ως εξής: «Θα σου σπάσω το κεφάλι στα πλακάκια. Τ’ ακούς;».
Η αυλαία ανοίγει με τα οργισμένα λόγια του Θεόφιλου, ενός ανθρώπου που συσσωρεύει χρόνια μέσα του μίσος και αποστροφή για τη μητέρα του. Τελικά ξεσπάει και εγκαταλείπει σπίτι, οικογένεια και χωριό για να ζήσει μια άλλη ζωή, μακριά και ξένος απ’ όλους. Είναι μια ζωή πιο γαλήνια, αλλά αναγκάζεται να την πληρώσει πολύ ακριβά, ο Θεόφιλος θα μπορούσε να γίνει ήρωας σε αρχαία τραγωδία.
Το «Κρέας από σταφύλι» διαβάζεται πολύ γρήγορα, οι 133 σελίδες πέρασαν από τα χέρια μου σε λιγότερο από δύο μέρες. Η γλώσσα της Σταυρούλας Σκαλίδη είναι περίτεχνη, δείχνει η συγγραφέας ότι χειρίζεται με εκπληκτική άνεση το λόγο. Στο ίδιο άρτιο επίπεδο και η ιστορία, με τα στοιχεία που μπλέκονται να είναι στις κατάλληλες αναλογίες και αρμονικά τοποθετημένα. Κεντρικός άξονας είναι οι ενδοοικογενειακές σχέσεις και το πώς αυτές επηρεάζονται από τον απρόβλεπτο παράγοντα της τρέλας. Το δεύτερο μεγάλο ζήτημα που θίγεται είναι αυτό των ανθρώπων του περιθωρίου, αυτών που δυστυχώς είναι αόρατοι τόσο στα μάτια του κράτους, αλλά και στα δικά μας. Είναι μια δύσκολη παραδοχή και ελπίζω να βάλει τους αναγνώστες του βιβλίου σε σκέψεις.
Αν σας αρέσουν τα κλασικά αναγνώσματα της νεοελληνικής πεζογραφίας, νομίζω θα αγαπήσετε την ιστορία ωμοφαγίας όσο και εγώ. Επειδή μου άρεσε τόσο πολύ αποφάσισα να αναζητήσω την ίδια τη συγγραφέα και να μας εκθέσει τις απόψεις της περί συγγραφής και βιβλίων. Το αποτέλεσμα ήταν μια ενδιαφέρουσα ανταλλαγή ερωτήσεων.

- Γιατί χαρακτηρίζετε το «Κρέας από σταφύλι», μια ιστορία ωμοφαγίας;

Γιατί είναι. Και ομοφαγίας. Οι ήρωές μου τρώνε τις σάρκες τους μεταξύ τους, κυριολεκτικά και μεταφορικά, για χάρη και εξαιτίας των συναισθημάτων τους. Τρώγονται ζωντανοί, ωμοί, καθημερινά, κατασπαράζοντας τελικά τον ίδιο τους τον εαυτό.

- Ποιος μπορεί να βοηθήσει άστεγους ανθρώπους σαν το Θεόφιλο; Είναι ευθύνη αποκλειστικά της πολιτείας; Έχουμε όλοι ευθύνες και σε ποιο βαθμό;

Σας αντιγυρίζω την ερώτηση. Και την απευθύνω και σ’ όποιον τυχόν διαβάσει αυτές τις γραμμές. Ας το απαντήσει ο καθένας μόνος του, είναι δική του υπόθεση. Η απάντηση για μένα είναι “Εγώ σε κάθε βαθμό που αντιλαμβάνομαι”. Πριν φτάσουμε στις ευθύνες, ας τους δούμε πρώτα ότι ζουν γύρω μας, μαζί μας, χωρίς εμάς. Είναι το πρώτο βήμα. Ας τους δούμε, γιατί υποκρινόμαστε εύκολα ότι δεν υπάρχουν. Επειδή εγώ τους βλέπω -όχι πάντα κι εγώ- ήθελα να έχω κι άλλους μάρτυρες σ´ αυτό που αντικρίζω. Να μοιραστώ το βάρος. Μπορεί να είναι “ποταπός” τρόπος η λογοτεχνία και κυρίως αναποτελεσματικός, αλλά αυτόν έχω.

- Είναι λίγο τετριμμένη ερώτηση, αλλά πάντα είμαι περίεργος να μάθω: είναι κάποιοι από τους ήρωες σας πραγματικά πρόσωπα;

Τι εννοείτε εσείς “πραγματικά”; Όλοι οι ήρωές μου είναι φτιαγμένοι από υλικά της προσωπικής μου αλήθειας και αντίληψης του κόσμου, άρα έχουν υπάρξει για μένα, τουλάχιστον στη φαντασία μου. Φυσικά για να είναι αληθοφανείς στηρίζονται σε στοιχεία ρεαλιστικής πραγματικότητας “τι φοράνε, τι τρώνε, πώς ζουν, τι επαγγέλλονται”, αρκούν όμως αυτά για να κάνουν ένα πρόσωπο “πραγματικό”; Νομίζω ότι ένα κοπλιμέντο που μπορεί να μου κάνει κάποιος, είναι ότι κάτι, κάποιον του θυμίζουν οι ήρωές μου, αλλά δεν είναι σε θέση ποτέ να προσδιορίσει ποιον και τι...

- Πώς θα περιγράφατε την επίδραση που είχε σε εσάς η αποδοχή του «Προδοσία και Εγκατάλειψη» από τους κριτικούς;

Αιφνιδιάστηκα. Από εκεί και πέρα, αν αρκούσαν οι επισημάνσεις των κριτικών, τότε όλοι θα ήταν αξεπέραστοι λογοτέχνες. Κι εκείνοι οι συγγραφείς που αγνοήθηκαν από την κριτική όσο ζούσαν και αποθεώθηκαν πάλι από την κριτική μετά το θάνατό τους;

- Πόση σημαντική είναι μία βράβευση για έναν πρωτοεμφανιζόμενο συγγραφέα; Κρύβονται κίνδυνοι;

Εσείς αν κερδίσετε ένα δημοσιογραφικό βραβείο, μετά θα γράψετε καλύτερα ή χειρότερα; Απλώς αποκτά κανείς την αίσθηση ότι τον “είδαν”, ότι παρουσιάστηκε το έργο του και δεν πέρασε απαρατήρητο. Στην αρχή αυτό ίσως να είναι μια ενθάρρυνση, στην πορεία δεν ξέρω, μπορεί να θέλω να είμαι “αθέατη”, αν αυτό μου επιτρέπει να παρατηρώ καλύτερα, να διαβάζω καλύτερα και να γράφω καλύτερα και φυσικά να ζω καλύτερα. Ποιος ξέρει; Επικίνδυνο είναι ακόμη και να καθόμαστε άπραγοι μέσα στο σπίτι μας, όλο και κάτι θα μας συμβεί.

- Μια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουν;

Προτιμώ να κάνω εγώ ερωτήσεις και ιδίως τις πιο τετριμμένες και απλές και τόσο προφανείς που ίσως κάποιοι τις παραλείπουν -δημοσιογραφική αρχή αυτή- λαμβάνεις τις πιο αναπάντεχες απαντήσεις κάποτε και μπορεί να βγάλεις και “είδηση”.

- Μπορεί να ζήσει κάποιος αποκλειστικά από τη συγγραφή στη χώρα μας; Πιστεύετε ότι το βιβλίο θα επηρεαστεί από την οικονομική κρίση;

Προφανώς ορισμένοι άνθρωποι ζουν και από τα βιβλία. Πού να ξέρω; Ένα από τα ισχυρότερα ταμπού αυτή τη στιγμή στο δυτικό κόσμο θεωρούνται οι ερωτήσεις περί των οικονομικών αποδοχών κάποιου, αλλά στην Ελλάδα δεν ντρεπόμαστε καθόλου να ρωτάμε, όσο άκομψο κι αν είναι. Όλοι με ρωτάνε πόσα λεφτά έβγαλα από το πρώτο βιβλίο. Δεν ζω από τη συγγραφή, αλλά από τη δημοσιογραφία, έντεκα χρόνια τώρα. Δεν γράφω λογοτεχνία για να βγάλω λεφτά, υπάρχουν πολύ πιο εύκολοι και ανώδυνοι τρόποι για να κερδίσει κάποιος της ζωή του, χωρίς να παίζει κορώνα-γράμματα με τον εαυτό του.
Νομίζω ότι αυτοί που διάβαζαν, συνεχίζουν να διαβάζουν, ίσως με λίγο πιο αυστηρά προσωπικά κριτήρια από παλιότερα να επιλέγουν τα βιβλία τους. Ίσως και πάλι. Μπορεί να μην έχεις περισσότερα λεφτά να διαθέσεις, αλλά άμα διαβάζεις, είναι εξάρτηση, δεν το απαρνιέσαι με τίποτα. Τα τελευταία μου λεφτά θα τα έδινα για ένα βιβλίο. Άλλωστε αυτοί που απέκτησαν λεφτά τα προηγούμενα χρόνια εύκολα, αγόρασαν τζιπ και μεζονέτες και όχι βιβλία, υποψιάζομαι...

- Διαβάζετε περισσότερους Έλληνες ή ξένους συγγραφείς; Ποιοι είναι μερικοί απ’ τους αγαπημένους σας; Υπάρχει κάποιο βιβλίο που σας έχει επηρεάσει πρώτα ως άνθρωπο και μετά ως συγγραφέα;

Διαβάζω συνεχώς και τα πάντα. Προφανώς έχω διαβάσει περισσότερο ξένη λογοτεχνία. Με “κατέκτησε” πρόσφατα ο Lawrence Durrell, που τον ανακάλυψα λόγω “Αλεξανδρινού Κουαρτέτου”. Θαυμάζω ιδιαίτερα το Θανάση Τριαρίδη από σύγχρονους έλληνες λογοτέχνες. Με συγκινεί η γραφή του Μισέλ Φάις, του Σωτήρη Δημητρίου, του Κυριάκου Αθανασιάδη και πολλών άλλων που προφανώς αδικώ. Οτιδήποτε διαβάζω με επηρεάζει με κάποιον τρόπο. Ακόμη κι αν το αντιμετωπίζω αρνητικά, ως αποφυγή. Γιατί διαχωρίζετε τον άνθρωπο και το συγγραφέα; Το ίδιο πρόσωπο είναι. Είμαστε ό,τι γράφουμε κι όπως το γράφουμε. Απλώς στη ζωή μας έχουμε περισσότερους περιορισμούς απ´ ό,τι στη γραφή.

- Είναι ηλεκτρονικό το μέλλον των βιβλίων; Διαβάζετε e-books;

Είναι σίγουρα ηλεκτρονικό το μέλλον του Τύπου και στη συνέχεια και του βιβλίου, φαντάζομαι. Το χαρτί ακόμη για μένα κάνει άριστα τη δουλειά του. Απλώς δεν έχει τύχει να προμηθευτώ e-book, ίσως είναι θέμα χρόνου. Το σπίτι μου κατακλύζεται από βιβλία, λέτε σε λίγο να χωράνε όλα σε ένα φλασάκι;

- Είσαστε τακτική blogger. Πόσο έχει βοηθήσει το διαδίκτυο τους νέους συγγραφείς; Θα διαβάζατε ένα βιβλίο που δημοσιεύεται σε συνέχειες σ’ ένα ιστολόγιο;

Έχω μπλογκ, όπως κάποιος θα είχε τηλέφωνο. Ένα μέσο επικοινωνίας είναι απλώς, τίποτε άλλο. Και βιβλία να μην έγραφα, θα είχα ιστολόγιο, γιατί είναι μια δημιουργική απασχόληση. Σαν να καλλιεργώ έναν διαδικτυακό κήπο. Δεν έχει σχέση με τη συγγραφή.
Δεν έχω την υπομονή να διαβάσω ένα βιβλίο σε συνέχειες. Σαν σίριαλ, ας πούμε; Μια χαρά διαβάζω όμως διαδικτυακές ολοκληρωμένες εκδόσεις είτε τυπώνοντάς τες είτε διαβάζοντας από την οθόνη, γιατί σου το επιτρέπει η γραφή και η δομή τους.

- Πόσο δύσκολο (ή εύκολο) είναι για έναν συγγραφέα να κάνει κριτική σε βιβλία συναδέλφων;

Πόσο δύσκολο ή εύκολο είναι εσείς να μου απευθύνετε ερωτήσεις, από τη στιγμή που είστε συνάδελφος δημοσιογράφος; Πόσο δύσκολο ή εύκολο θα ήταν για σας αν ήμουν νηπιαγωγός; Θα είχε διαφορά; Δηλαδή είναι εύκολο να γράφει κάποιος κριτικά για το έργο κάποιου που είναι οδοντίατρος ή βιβλιοπώλης ή καθηγητής ή δάσκαλος; Είναι δύσκολο γενικά, γιατί εκτίθεσαι εσύ ο ίδιος που γράφεις για τα βιβλία, αποκαλύπτεται ο εαυτός σου -σχεδόν το ίδιο όσο και του συγγραφέα τον οποίο έχεις να αντιμετωπίσεις κριτικά-, οι προθέσεις σου. Είναι αρκετά άγριο αυτό. Ένας συγγραφέας μπορεί να μην αποκαλύψει τις προθέσεις του, αλλά ένας κριτικός είναι υποχρεωμένος απέναντι στον εαυτό του και τη στοιχειώδη δημοσιογραφική δεοντολογία, αλλιώς θα θεωρηθεί κακόβουλος, αναξιόπιστος.

- Κάποτε ο Δημήτριος Καμπούρογλου είπε το εξής: «Εις τον τόπον μας δεν αρκεί να γνωρίζη να γράφη κανείς, πρέπει να γνωρίζουν και οι άλλοι να διαβάζουν.» Θα θέλατε να μας το σχολιάσετε;

Ξέρετε για να φτάσει κάποιος να γράψει λογοτεχνία, πρώτα έχει διαβάσει λογοτεχνία, έχει μαγευτεί απ´ αυτή και μετά επειδή κατακλύζεται από λογοτεχνία, γράφει. Βρίσκει τον εαυτό του εκεί, ανάμεσα στις λέξεις. Οτιδήποτε άλλο μου φαίνεται μικρόψυχο. Άλλωστε δεν είμαστε μόνον ο τόπος μας σ´ αυτόν τον κόσμο.

- Θα δοκιμάζατε να γράψετε ένα βιβλίο σε εντελώς διαφορετικό είδος; Πχ ένα έργο επιστημονικής φαντασίας ή ένα ιστορικό μυθιστόρημα; Ο επιτυχημένος συγγραφέας πρέπει να ταυτίζεται με τις επιθυμίες του αναγνωστικού του κοινού;

Τι θεωρείτε “επιτυχημένο συγγραφέα” εσείς; Εγώ εκείνον που καταφέρνει με ό,τι γράφει, να αγγίξει την ψυχή έστω ενός άλλου ανθρώπου εκεί έξω -να βρεθεί μέσα στην καρδιά του- και το πιθανότερο είναι να μην το μάθει και ποτέ. Τι σχέση έχει η λογοτεχνία με την επιτυχία; Η λογοτεχνία υποθάλπει και πολεμά μαζί μια διαρκώς ανανεούμενη ματαιότητα. Πολλοί από τους “επιτυχημένους συγγραφείς”, αν τους ορίζετε εσείς με βάση τις πωλήσεις τους, είναι ήδη πεθαμένοι, πώς ακολουθούν τις επιθυμίες του αναγνωστικού τους κοινού; Μήπως οι αναγνώστες δεν είναι αυτοί που τελικά ακολουθούν τους συγγραφείς και όχι το αντίστροφο;

- Τι γράφετε αυτή την περίοδο;

Κάτι που είναι στα σπάργανα ακόμα και άρα πολύ πρόωρο να εκτεθεί δημοσίως.

*Φωτογραφία της συνέντευξης:
Ύδρα Πάρντος

Κυριακή, 14 Μαρτίου 2010

Λουίς Σεπούλβεδα

Ένα μικρό αφιέρωμα στον σπουδαίο Χιλιανό λογοτέχνη.


O Λουίς Σεπούλβεδα (Luis Sepúlveda) γεννήθηκε στις 4 Οκτωβρίου 1949 στο Οβάλε της Χιλής. Πήγε σχολείο στο Σαντιάγο και μετά σπούδασε θέατρο στο Εθνικό Πανεπιστήμιο. Το 1969 κέρδισε μια πενταετή υποτροφία για να συνεχίσει τις σπουδές του στη Μόσχα, αλλά λίγους μήνες αργότερα του αφαιρέθηκε για ανάρμοστη συμπεριφορά.
Ο Σεπούλβεδα ήταν πολιτικά ενεργός από τα μαθητικά χρόνια και επί Σαλβαδόρ Αλιέντε ανέλαβε καθήκοντα συμβούλου στο υπουργείο πολιτισμού. Μετά το πραξικόπημα του Αουγκούστο Πινοσέτ το 1973, ο Σεπούλβεδα φυλακίστηκε για δυόμιση χρόνια, αλλά έπειτα από παρέμβαση της Διεθνούς Αμνηστίας, η ποινή του μετατράπηκε σε κατ’ οίκον περιορισμό.
Κατάφερε να δραπετεύσει και έζησε στην παρανομία για περίπου ένα χρόνο. Με τη βοήθεια φίλων οργάνωσε μια θεατρική ομάδα, την πρώτη πολιτιστική ένδειξη αντίστασης ενάντια στο καθεστώς. Όμως λίγο καιρό μετά συνελήφθη για δεύτερη φορά και καταδικάστηκε σε ισόβια με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας.
Ξανά με την παρέμβαση της Διεθνούς Αμνηστίας η ποινή του μετατράπηκε σε οχτώ χρόνια εξορίας και το 1977 εγκατάλειψε τη Χιλή με προορισμό τη Σουηδία όπου θα δίδασκε ισπανική φιλολογία. Στην πρώτη στάση του αεροπλάνου, στο Μπουένος Άιρες της Αργεντινής απέδρασε και κατάφερε να εισέλθει παράνομα στην Ουρουγουάη, την οποία σύντομα αναγκάστηκε επίσης να εγκαταλείψει εξαιτίας της έκρυθμης πολιτικής κατάστασης. Πέρασε στη Βραζιλία, μετά στην Παραγουάη και τελικά εγκαταστάθηκε στο Κίτο του Εκουαδόρ. Η κατάσταση σε όλη την Ήπειρο ήταν έκρυθμη. Στο Κίτο ανέλαβε να διευθύνει το θέατρο «Alliance Française», ίδρυσε μια δική του θεατρική εταιρεία και πήρε μέρος σε αποστολές της UNESCO, οι οποίες προσπαθούσαν να εκτιμήσουν το αντίκτυπο του αποικισμού στους Ινδιάνους Σουάρ. Όσα συνέλλεξε στις αποστολές και η αγάπη του για τον Αμαζόνιο αντικατοπτρίζονται πολύ εύγλωττα και στα έργα του.
Κατά τη διάρκεια των αποστολών έζησε μαζί με τους Σουάρ για εφτά μήνες και σχημάτισε τη γνώμη ότι η Λατινική Αμερική είναι μία πολυπολιτιστική και πολυγλωσσική ήπειρος, όπου ο Μαρξισμός-Λενινισμός τον οποίο είχε διδαχθεί δεν μπορούσε να εφαρμοστεί σε έναν γηγενή πληθυσμό που εξαρτάται τόσο άμεσα από το φυσικό περιβάλλον. Δούλεψε σε στενή συνεργασία με Ινδιάνικους οργανισμούς και οργάνωσε το πρώτο σχέδιο καταπολέμησης του αναλφαβητισμού φυλών που ζουν στις Άνδεις.
Το 1979 κατατάχθηκε στη διεθνή ταξιαρχία «Σιμόν Μπολίβαρ» που πολεμούσε στη Νικαράγουα και μετά την επικράτηση της επανάστασης έφυγε για την Ευρώπη. Εξαιτίας του θαυμασμού του για τη ρομαντική γερμανική λογοτεχνία (τη γλώσσα την είχε μάθει στη φυλακή) πήγε στο Αμβούργο, όπου εργάστηκε ως δημοσιογράφος ταξιδεύοντας στη Νότιο Αμερική και την Αφρική. Από το 1982 έως το 1987 έγινε μέλος πληρώματος πλοίων της Greenpeace και αργότερα συνέχισε να εργάζεται ως συντονιστής για την ίδια οργάνωση. Από τότε μέχρι σήμερα τα γραπτά του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες και τα βιβλία του τον έχουν καταξιώσει ως έναν από τους μεγάλους λατινοαμερικάνους συγγραφείς.
Στο τέλος του άρθρου θα βρείτε μια αναλυτική λίστα με τα έργα του που έχουν μεταφραστεί στη χώρα μας, ενώ ακολουθεί η κριτική για ένα έξοχο βιβλίο του που διάβασα πρόσφατα.

Ένας γέρος που διάβαζε ιστορίες αγάπης, Μτφ: Αχιλλέας Κυριακίδης (Opera, 1996)

Το «Ένας γέρος που διάβαζε ιστορίες αγάπης» είναι το πρώτο βιβλίο που διάβασα το 2010 και θα έλεγα ότι προοιωνίζει μια πολύ καλή αναγνωστική χρονιά. Είναι μια νουβέλα που διαβάζεται γρήγορα (125 σελίδες) και για λίγες ώρες θα σας ταξιδέψει στα δάση του Αμαζονίου, στο μεταίχμιο δύο κόσμων. Από τη μία οι πρωτόγονοι και απλοϊκοί ιθαγενείς και από την άλλη ο πολιτισμένος άνθρωπος που καταφθάνει μέσα σε ατμόπλοια, κραδαίνει πυροβόλα και κουβαλά σφραγίδες και βουλοκέρια εξουσίας.
Σε αυτό το πολιτιστικό απώτατο όριο, τα χνώτα λευκών και μιγάδων ανακατεύονται, δημιουργώντας μία υγρή ατμόσφαιρα, πρόσφορη για ανάπτυξη ιστοριών με χρώμα σουρεαλιστικό, σχεδόν μεταφυσικό. Όποιος είχε την τύχη να διαβάσει Μάρκες καταλάβει για τι ακριβώς μιλάω, άλλωστε σε κάθε σελίδα που διάβαζα διαπίστωνα πόσο κοντά στο πνεύμα του μεγάλου δασκάλου κινείται ο Σεπούλβεδα. Ίδια συνταγή πολυσχιδών περιγραφών, κλασικά ονόματα σιδηρόδρομοι και σκηνές που διαπνέονται από ίσες δόσεις ειρωνείας και παλαβομάρας. Αν ανήκετε σε όσους παράτησαν απαυδισμένοι το «Εκατό χρόνια μοναξιά», τότε αξίζει να δοκιμάσετε την τύχη σας με το «Ένα γέρος που διάβαζε ιστορίες αγάπης».
Κλασικό δείγμα λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας από έναν συγγραφέα που τα βιβλία του διαδίδονται όλο και περισσότερο από στόμα σε στόμα τα τελευταία χρόνια. Η υπόθεση δεν είναι τόσο σημαντική, όσο η εποχή και οι χώρες που περιγράφονται. Ένα θηλυκό αιλουροειδές διψασμένο για εκδίκηση, αρχίζει να επιτίθεται στους πιονέρους που ζούνε στις όχθες του Αμαζονίου. Για να δώσει λύση η τοπική εξουσία, αναγκάζεται να στραφεί στον σοφό γέρο, που διαβάζει μανιωδώς βιβλία με ιστορίες αγάπης και έχει ζήσει τη μισή ζωή του ως ιθαγενής. Νομίζω ο γέρος πρωταγωνιστής να είναι ο άνθρωπος που ο Σεπούλβεδα θα ήθελε να είναι.

Τα μεταφρασμένα του έργα στη χώρα μας:
* Η σκιά του εαυτού μας (2009)
* Το λυχνάρι του Αλαντίν (2009)
* Το ημερολόγιο ενός ευαίσθητου killer (2008)
* Η ιστορία του γάτου που έμαθε σ´ ένα γλάρο να πετάει (2007)
* Το ημερολόγιο ενός ευαίσθητου killer (2007)
* Τα χειρότερα παραμύθια των αδελφών Γκριμ (2006)
* Σημειώσεις εν καιρώ πολέμου(2004)
* Η τρέλα του Πινοτσέτ(2003)
* Όνομα ταυρομάχου (2003)
* Χρονικά του περιθωρίου (2000)
* Hot line. Γιακαρέ (1998)
* Patagonia Express (1998)
* Αν δεν έχεις πού να κλάψεις (1998)
* Το ημερολόγιο ενός ευαίσθητου killer (1998)
* Ένας γέρος που διάβαζε ιστορίες αγάπης (1996)
* Ο κόσμος του τέλους του κόσμου (1996)

Παρασκευή, 5 Μαρτίου 2010

Μητροπολιτικές Ιστορίες


Οι Μητροπολιτικές Ιστορίες είναι ένα free press που κυκλοφορεί στην Αθήνα.
Για το 5ο τεύχος τους με προσκάλεσαν να διασκευάσω ένα γνωστό παραμύθι, ώστε να διαδραματίζεται στη σύγχρονη Αθήνα. Επέλεξα το "Χάνσελ και Γκρέτελ". Το παραμύθι που έγραψα ονομάζεται "Αστροναυτικές Ιστορίες".


ΑΣΤΡΟΝΑΥΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Του Γιάννη Πλιώτα

Ο Χάρης είχε παράξενες ιδέες και αλλόκοτη συμπεριφορά· οι συμμαθητές του τον κορόιδευαν. Μερικές φορές έφταιγαν το πολύχρωμο ντύσιμο ή οι ιστορίες που έγραφε στο θρανίο. Αλλά τις περισσότερες φορές έφταιγαν τα βιβλία. Γιατί; Από εκεί αντλούσε τις παράξενες ιδέες. Και διάβαζε πολύ.
Η αδερφή του ονομαζόταν Κατερίνα. Δυο τάξεις μικρότερη, ντροπαλή, μελετηρή, χωρίς εξάρσεις χαρακτήρα ή περιττές πρωτοβουλίες από αυτές που αναστατώνουν κηδεμόνες και καθηγητές. Αν έμπλεκε ήταν εξαιτίας του Χάρη. Ο Χάρης κατέβαζε μια ιδέα (παράξενη) και ξαφνικά μπλεκόταν και η Κατερίνα, επειδή απλώς ακολουθούσε. Τον εμπιστευόταν περισσότερο απ’ οποιονδήποτε και γι’ αυτό πολύ στεναχωριόταν όταν ο πατριός τους τού φερνόταν σκληρά.
Μια φορά ήταν Κυριακή απόγευμα, μια απ’ τις συνηθισμένες Κυριακές στο καταθλιπτικό σπίτι τους. Είχαν τελειώσει με τα μαθήματα, αλλά δεν μπορούσαν να βγουν έξω να παίξουν. Ήταν τιμωρημένοι από την προηγούμενη μέρα, που ο πατριός μανιασμένος έσκισε στα δύο το «Από τη γη στη Σελήνη». Όχι ότι ο Χάρης είχε εκφράσει ποτέ τη διάθεση να γίνει αστροναύτης, αλλά κατά τον κύριο Ιωαννίδη τα παιδιά δεν έπρεπε να διαβάζουν ανοησίες. Ο πατριός διάβαζε μόνο ποίηση, αραιά και πού. Όχι τίποτα σπουδαίους λογοτέχνες, μόνο μέτριους ώστε να μην αδικείται πολύ στη σύγκριση.
Όπως και να ‘χε, Χάρης και Κατερίνα βαριόταν ο καθένας στο δωμάτιό του, έχοντας μπροστά την προοπτική μιας απόλυτα ανιαρής μέρας. Κατά τη διάρκεια των τιμωριών η μόνη ψυχαγωγία που επιτρεπόταν ήταν η τηλεόραση, μιας και σύμφωνα με τη γυναίκα του πατριού «θα ήταν βάναυσο να τους την απαγορέψει». Όμως τα δύο αδέλφια δεν έβλεπαν τηλεόραση, παρά μόνο σε dvd κανένα ντοκιμαντέρ με κροκόδειλους και φίδια (αγαπημένο εκείνο με το τρομακτικό Μαύρο Μάμπα).
Η Κατερίνα ξεφύλλιζε ακόμα μια φορά το Δον Κιχώτη, όταν η πόρτα του δωματίου άνοιξε αργά-αργά. Ένας αναψοκοκκινισμένος Χάρης μπήκε νυχοπατώντας και της έκανε νόημα να μην μιλήσει. «Τι συμβαίνει;» ψιθύρισε η Κατερίνα. Ο Χάρης την κοίταξε στα μάτια και είπε συνωμοτικά: «Κατερίνα, μια περιπέτεια ανοίγεται. Άσε να μοιραστώ μαζί σου τη μπόρα που μαίνεται στο μυαλό μου».
Με τέτοιες σαιξπηρικές φράσεις ξεκινούσαν οι μπελάδες. Τη μία αναζητούσαν τα Γελάδια του Ήλιου στο κοντινό άλσος, την άλλη κυνηγούσαν τον απέθαντο Κοσέι, ενώ μια φορά έσκαψαν στον ακάλυπτο για τα κόκαλα του Μπαρμπαρόσα.
«Περιπέτεια;!» ενθουσιάστηκε η Κατερίνα. Ο Χάρης ατένισε τον ουρανό έξω από το παράθυρο: «Μια περιπέτεια που θα μας οδηγήσει στην… απαγορευμένη γνώση». Η Κατερίνα σταμάτησε με την παλάμη έναν τρομαγμένο ήχο που θα ‘βγαινε απ’ το στόμα της. Τι τους επιφύλασσε η μοίρα;
***
Το να το σκάσουν κατά τη διάρκεια του μακρόσυρτου μεσημεριανού ύπνου του κυρίου Ιωαννίδη ήταν εύκολο. Αλλά το να καταφέρουν να ταξιδέψουν ως εκεί όπου κρυβόταν ο θησαυρός της απαγορευμένης γνώσης, φάνταζε Οδύσσεια. Για να φτάσουν στ’ ανήλιαγα φαράγγια που περικυκλώνονται από θεόρατα τσιμεντένια δέντρα, έπρεπε να διασχίσουν τρία ρουμάνια, εννιά βουνά και είκοσι εφτά χώρες. Υπογείως.
Ανάμεσα σε δύο τραντάγματα του βαγονιού η Κατερίνα έσκυψε στο αυτί του Χάρη: «Φοβάμαι». Ο Χάρης κοίταξε γύρω τους. Απέναντι κοιμόταν ένας ξεδοντιασμένος γέρος. Δίπλα καθόταν μία κυρία με λάφυρα σε δίχτυα και χαρτοσακούλες. Πάνω από τα κεφάλια τους κρεμόταν ένας μαύρος, ολοφάνερα απεσταλμένος του μέγα βεζίρη της Αβησσυνίας. Απ’ το στόμα του ξεδοντιασμένου έτρεχαν σάλια.
Πρώτα τα δυο παιδιά πετάχτηκαν κι αναδύθηκαν στην επιφάνεια. Τα πεζοδρόμια γεμάτα από κόσμο, στις λεωφόρους βιαστικά αυτοκίνητα. Έκανε κρύο, τα πάντα γκρίζα. Η Κατερίνα είχε αρχίσει να πεινάει. «Και τώρα; Πού πάμε;» ρώτησε διστακτικά. Ο Χάρης ύψωσε λίγο το κεφάλι. Κτήρια και άνθρωποι έκρυβαν τη θέα προς όλες τις κατευθύνσεις. Ήταν όλα τόσο διαφορετικά απ’ το χάρτη που είχε δει στο ίντερνετ. Από ένστικτο έδειξε προς έναν δρόμο που ανηφόριζε, εγκλωβισμένος σε κάγκελα. «Ιδού!» αναφώνησε με αβέβαιη βεβαιότητα. Η Κατερίνα ακολούθησε νοερά το χέρι: «Και πώς θα βρούμε το δρόμο να γυρίσουμε πίσω;» Ο Χάρης έδειξε να περιμένει αυτή την ερώτηση από την υπαρχηγό του. Με μια θεατρινίστικη κίνηση τράβηξε ένα μάτσο χαρτιά από το μπουφάν του. Αυτάρεσκα έδειξε την πρώτη σελίδα στην Κατερίνα. Άναυδη διάβασε την πρώτη σειρά του ανορθόγραφου χειρόγραφου με ορθάνοιχτα μάτια: «Δεν είναι οι οτρηροί στίχοι που συγγράφω/ αλλά όσα κάνω που με χαρακτιρίζουν». Ήταν τα ποιήματα του πατριού. Άξαφνα αποκαλύφθηκε η μεγαλοφυΐα του σχεδίου.
Για να βρουν το δρόμο της επιστροφής, καθώς θα εισχωρούσαν στις στενές χαραμάδες των δρόμων θα σκόρπιζαν πίσω τους σελίδες απ’ την ποιητική συλλογή του πατριού. Κανείς δεν θα μάζευε παλιόχαρτα και αν τύχαινε κάποιος φιλότεχνος να διαβάσει όσα έγραφαν, σίγουρα θα τα παρατούσε στη θέση τους.
Έστριψαν δεξιά, έστριψαν αριστερά, χώθηκαν κάτω από παρκαρισμένα αυτοκίνητα και πέρασαν από σωρούς με χαρτόνια. Τους ακολούθησαν αδέσποτα, μαύροι υπόνομοι παραλίγο να τους καταπιούν και θυμωμένοι περαστικοί γαύγισαν επειδή τους έκοψαν το δρόμο. Σε κάθε γωνία άφηναν και μια σελίδα με στομφώδη τίτλο. «Σιωπηρά αυταπάρνηση», «Άδραστος παραπομπή», «Ακροτελεύτιο Αστραπόβροντο».
Αφού προσπέρασαν ομάδες κατάφρακτων ιπποτών του βασιλιά που φρουρούσαν όλα τα περάσματα και αλαργινούς, μαυροντυμένους επαναστάτες, έφτασαν σε μια πλατεία. Οι πολυκατοικίες αποτραβήχτηκαν κι ένα ξέφωτο σχηματίστηκε. Δεν ήταν μεγάλο κι ούτε έβοσκαν ελάφια στο κάτω από τραπεζάκια στριμωγμένο γρασίδι. Αλλά εκεί υπήρχε το εκπληκτικότερο θέαμα στον κόσμο. Αυτό που έπρεπε να φοράς τα μάτια του Χάρη και της Κατερίνας για ν’ αντικρίσεις.
Στο κέντρο του ξέφωτου φύτρωνε ένα σπιτάκι φτιαγμένο εξ ολοκλήρου από βιβλία, σελίδες, εξώφυλλα κι οπισθόφυλλα! Ένας θησαυρός στη μέση του αφιλόξενου κόσμου, αιώνες κρυμμένος απ’ τους αδαείς. Ο Χάρης παρ’ ότι ήξερε ότι παραμόνευε κίνδυνος, διόλου δεν δίστασε. Κατευθύνθηκε προς το σπιτάκι, να θαυμάσει τα βιβλία που σχημάτιζαν φράχτη, τοίχους, παράθυρα, στέγη, καμινάδα.
Μα δεν πρόλαβε καλά-καλά να τραβήξει έναν τόμο με τίτλο «Έγκλημα και τιμωρία», όταν είδε μέσα απ’ τον ορυμαγδό των βιβλίων να ξεπροβάλει ένα ζαρωμένο πρόσωπο με ελιές, δασιά φρύδια και γαμψή μύτη. Σίγουρα μάγισσα.
«Τι γυρεύετε εδώ;» απαίτησε να μάθει με κορακίστικη φωνή. «Ψάχνετε σοβαρά βιβλία να ξεστραβωθείτε ή σαχλαμάρες για να κάψετε το κεφάλι σας;»
Τα δύο παιδιά κοκάλωσαν. Τι έψαχναν άραγε;
Ο Χάρης σαν μεγαλύτερος κοίταξε την αναμαλλιασμένη μάγισσα και ομολόγησε: «Φτάσαμε στο μαγικό ξέφωτο για να πάρουμε ένα μέρος των τοίχων. Ή έστω λίγη στέγη».
Η γριά έβηξε μερικά δευτερόλεπτα μέσα σ’ ένα βρώμικο μαντήλι και μετά έβαλε τα χέρια στη μέση: «Α, ώστε έτσι; Έπρεπε να ‘μασταν σε άλλες εποχές και να δούμε αν θα γλυτώνατε με κάτι λιγότερο από δυο μπερντάκια. Έχετε χάρη, όμως. Καλύτερα να μοιραστώ το σπίτι μου μαζί σας, παρά να σας αφήσω να αποβλακώνεστε. Και πού ξες; Μπορεί αφού ένα μέρος του σπιτιού μου ζήσει στο δικό σας σπίτι, να αισθάνομαι κι εγώ σαν να έχω το δικό μου».
Τα δύο παιδιά συμφώνησαν κουνώντας τα κεφάλια τους, χωρίς να καταλάβουν όλα τα λόγια της μάγισσας. Εκείνη έχωσε το ροζιασμένο χέρι της στον αριστερό τοίχο και αφού αναμόχλευσε τις στοίβες, τράβηξε δύο βιβλία με ξεθωριασμένα εξώφυλλα: ήταν οι «Χίλιες και μια νύχτες» και το «Γύρω από τη Σελήνη». Οι στοίβες ταλανίστηκαν, αλλά τελικά στάθηκαν όρθιες.
«Αυτά εδώ είναι για του λόγου σας», δήλωσε και αμέσως πρόσθεσε καχύποπτα: «Είναι πέντε ευρώ».
Ο Χάρης κι η Κατερίνα κοιτάχτηκαν απορημένοι, σχεδόν απελπισμένοι.
Η μάγισσα ξεφύσηξε: «Εντάξει μικρά διαβολάκια. Πέντε χρυσά νομίσματα εννοούσα».
Τα πρόσωπα των παιδιών φωτίστηκαν κι ο Χάρης ανέσυρε από την τσέπη του ένα χιλιοδιπλωμένο χαρτονόμισμα. Η μάγισσα το εξαφάνισε στο μανίκι της. Με σεβασμό τους παρέδωσε τα βιβλία. Για ελάχιστα χαμογέλασε αφήνοντας να φανούν δύο σειρές δόντια καμωμένα από μαύρα μαργαριτάρια και είπε: «Να γυρίσετε τώρα γρήγορα σπίτι. Όταν πέφτει σκοτάδι βγαίνουν δράκοντες και βρικολάκοι».
Τα παιδιά κατένευσαν και με δέος της έσφιξαν το χέρι. Ήταν μια καλή μάγισσα.
Τρέχοντας ακολούθησαν μαζεύοντας τα ανέγγιχτα ποιήματα από το ξέφωτο μέχρι το σταθμό του υπόγειου ποταμού. Με λίγη τύχη θα προλάβαιναν να επιστρέψουν πριν το ρολόι στο σαλόνι σημάνει έξι.
Πίσω η άστεγη μάγισσα έριξε μια ματιά στον αναποφάσιστο ουρανό και ευχήθηκε να μη βρέξει, για να ζήσει κι αυτή μια ακόμα νύχτα καλύτερα.

Δευτέρα, 1 Μαρτίου 2010

7o τεύχος Bookmarks - Eppur Si Muove


Ξεφυλλίστε το 7ο τεύχος του Bookmarks, στο οποίο φιλοξενούμε τον Ιρλανδό συγγραφέα Paul Kearney!

EPPUR SI MUOVE

Δεκαπέντε ακόμα μέρες αφήσαμε πίσω μας και δεκαπέντε ακόμα φάνηκαν στον ορίζοντα. Όσο και να προσπαθούμε δεν μπορούμε να αλλάξουμε τη ροή του χρόνου, η γη συνεχίζει να περιστρέφεται και τα πλήθος γύρω μας να βουίζει πολυάσχολο (είναι λίγο κλισέ η παρομοίωση, το ξέρω). Όπως θα διαπιστώσετε σε αυτό το τεύχος φιλοξενούμε πολλά θαυμαστά και παράξενα, και οι οδηγίες για να σας αποκαλυφθούν είναι σχετικά απλές: υψώστε τον δείκτη του δεξιού σας χεριού και κατόπιν κατεβάστε τον ανά τακτά χρονικά διαστήματα στο αριστερό μπουτόν του ποντικιού σας. Ταυτόχρονα περιστρέψτε τους βολβούς των ματιών σας ώστε να σαρώσουν όλο το μήκος και πλάτος της οθόνης του υπολογιστή. Απομένει να αφομοιώσετε τις πληροφορίες.

Τι θα διαβάσετε; Πρώτα απ’ όλα για έναν Ιρλανδό συγγραφέα, του οποίου τα βιβλία δεν έχουν εκδοθεί ακόμα στη χώρα μας. Υποψιάζομαι πάντως ότι μετά την παρουσίασή μας θα κεντρίσει το ενδιαφέρον πολλών εκδοτικών οίκων. Μαζί με τον Paul Kearney λοιπόν έρχεται και ένας παλιός γνωστός μας, ο Ξενοφώντας. Ναι, σωστά θυμάστε απ’ το σχολείο, είναι εκείνος ο στρατηγός που έγραψε την «Κύρου Ανάβασις» και την «Κάθοδο των Μυρίων». Από το τελευταίο άντλησε έμπνευση ο Kearney και έγραψε το μυθιστόρημα φαντασίας «Ten Thousand», δηλαδή δέκα χιλιάδες, δηλαδή μύριοι (για όσους δεν θυμούνται τα αγγλικά τους). Περισσότερα διαβάστε λίγες σελίδες παρακάτω στη συνέντευξη που παραχώρησε ο συγγραφέας στην Ευθυμία Δεσποτάκη και αναζητήστε τον στην προσωπική του σελίδα: http://www.paulkearneyonline.com/.

Έχουμε και ένα αφιέρωμα στον Χιλιανό Λουίς Σεπούλβεδα, με μια σύντομη παρουσίαση της ζωής του και κριτικές για τρία βιβλία του. Αν σας αρέσει ο Μάρκες (Γκαμπριέλ Γκαρσία κτλ) και η καλή λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία, ρίξτε μια ματιά. Όπως θα διαπιστώσετε η ατζέντα μας εκτός του ότι άλλαξε μορφή, επεκτείνεται πλέον, έτσι ώστε να ενημερώνεστε αρτιότερα για τις εκδηλώσεις που έρχονται. Σας διαβεβαιώνω ότι όσα προτείνουμε αξίζουν την προσοχή σας, ενώ για να σχηματίσετε πληρέστερη εικόνα επισκεφθείτε ηλεκτρονικά το ΕΚΕΒΙ.

Επίσης για να σας προετοιμάσουμε κατάλληλα για το Πάσχα, εξασφαλίσαμε την προδημοσίευση ενός διηγήματος της Στέργιας Κάββαλου, από τη συλλογή της «Αλτσχάιμερ Trance» που θα κυκλοφορήσει σε λίγες μέρες από τις εκδόσεις Τετράγωνο. Το όνομα του διηγήματος: «Χριστούγεννα». Εντάξει, ίσως να μην ακούγεται και πολύ επίκαιρο, αλλά τέχνη κάνουμε. Δεν χρειάζεται να τηρούμε τους τύπους.

Ο χρόνος πάλι πέρασε. Στις δέκα του Μάρτη, Θεού θέλοντος και καιρού επιτρέποντος θα μας κρατήσετε και στα χέρια σας. Ραντεβού τότε σε βιβλιοπωλεία, βιβλιοθήκες, art café, παγκάκια και μετρό. Θα κρατήσουμε απουσίες. Μην λείψει κανείς!

* Από χθες διαβάζω ξανά το «V for Vendetta». Θα ήθελα πολύ ο Άλαν Μουρ να γράψει ένα κόμικ για την κατάσταση στην Ελλάδα. Ή ο V να έκανε μερικές έκτακτες εμφανίσεις στη χώρα μας.