Τετάρτη, 24 Φεβρουαρίου 2010

Δημήτρης Μουζάκης - Αυτάρεσκη Σιωπή

Δημήτρης Μουζάκης

Συνέντευξη στον Γιάννη Πλιώτα


Έχουμε αρκετό καιρό να μιλήσουμε για ποίηση και σκέφτηκα σήμερα να προσεγγίσω το θέμα μέσω μιας συνέντευξης. Με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο αισθάνομαι ότι στις μέρες μας η ποίηση ως λογοτεχνικό είδος έχει απαξιωθεί, τουλάχιστον για το μεγαλύτερο μέρος του αναγνωστικού κοινού.
Αναρωτιέμαι αν τις περασμένες δεκαετίες ο κόσμος διάβαζε ποίηση. Δεν ζούσα πριν από τριάντα ή σαράντα χρόνια για να έχω μνήμες, αλλά έχω την αίσθηση ότι η κατάσταση τότε ήταν διαφορετική. Ήταν κι εκείνα τα νόμπελ, ήταν και άλλες εποχές. Τι έχει μεσολαβήσει, όμως από τότε; Γιατί κύλησε τόσο παράξενα ο χρόνος; Σίγουρα γύρω μας υπάρχει μια γενικότερη απαξίωση των τεχνών ή τέλος πάντων υποβάθμισή τους. Ναι ξέρω, ακούγεται σαν γκρίνια, αλλά συμβαίνει. Όπως και να ‘χει η ποίηση είναι σαν να μην υπάρχει. Είναι διάφανη, αόρατη, το ίδιο και οι δημιουργοί της. Ψιθυρίζουν, αφήνουν τους στίχους τους να μιλήσουν, μα λίγοι ακούνε. Και τελικά σχεδόν όλοι όσοι διαβάζουν ποίηση, είναι και οι ίδιοι ποιητές.
Πάμε σε μία αφανή φωνή.
Γνώρισα τον Δημήτρη Μουζάκη στις λογοτεχνικές συναντήσεις που διοργανώνει κάθε Πέμπτη ο Φυσιολατρικός Όμιλος Πατρών (στην οδό Κοραή, σε περίπτωση που σας φέρει ο δρόμος σας, υπεύθυνη η ποιήτρια Άννα Νιαράκη). Ο Δημήτρης Μουζάκης γεννήθηκε το 1979 στην Αθήνα, κατάγεται απ’ την Άνδρο και είναι Βιολόγος. Τα δύο πρώτα του βιβλία ήταν η «Αδελφότητα της Θλίψης» και ο «Υδροβάτης» (2006 και 2007, εκδ. Δωδώνη), ενώ πρόσφατα κυκλοφόρησε το τελευταίο του έργο με τίτλο «Αυτάρεσκη Σιωπή» (εκδ. Ενδυμίων). Από την πρώτη στιγμή μου έκαναν εντύπωση όχι μόνο τα ποιήματα, αλλά και η προσωπικότητά του. Έτσι αποφάσισα σήμερα να σας τον συστήσω και να ακούσουμε όσα ενδιαφέροντα έχει να πει. Κατ’ αρχάς κλέψτε λίγο χρόνο, απομονωθείτε από το περιβάλλον και διαβάστε την «Αυτάρεσκη Σιωπή», το ποίημα που έδωσε και το όνομα του στη συλλογή:
Μας άφησε ο ασθενής· πράξτε τα δέοντα./ Σκάψτε το λάκκο, ανοίξτε το φέρετρο/ αγοράστε χαλί./ Όποιος πονά, ας ανέβει επάνω./ Οι υπόλοιποι/ σκουπιστείτε από κάτω με την οδύνη σας/ να με διαμεσολαβεί/ το βάθρο των αληθινών δακρύων./ Έτσι όπως προικίστηκα με αυτάρεσκη σιωπή/ πάνω από παγωμένο θα γυμνάζομαι/ πρόσωπο νεκρού/ με λέξεις πασχίζουσες τα μάτια του ν’ ανοίξουν/ στους τροπικούς που κι αυτός ακόμη/ κάποτε τους απέρριψε/ Κι εσάς/ ούτε να σας πατήσω δεν θα καταδέχομαι.

Και ήρθε η ώρα για τις ώριμες κουβέντες. Η συζήτηση που έκανα με το Δημήτρη μου άρεσε πολύ, ίσως είναι η μέχρι στιγμής αγαπημένη μου συνέντευξη. Ας ανοίξει η αυλαία λοιπόν.

- Υπάρχει ποίηση για τις μάζες ή η ποίηση απευθύνεται αποκλειστικά σε μια κλειστή ελίτ;

Ας φέρουμε στην απάντηση της ερώτησης αυτής το «μέσο άνθρωπο» ή, ακριβέστερα, το μέσο νεοέλληνα, ως ένα μέγεθος ευρισκόμενο σε δυναμική κατάσταση, τουτ’ έστιν μεταβαλλόμενο. Ο μέσος νεοέλληνας, μεταξύ άλλων, ερωτεύεται, συγκινείται και διασκεδάζει. Όταν ερωτεύεται, μπορεί να στείλει ένα SMS στο κορίτσι του που θα λέει «σε θέλω, μωρό μου». Όταν συγκινείται, μπορεί να κλάψει με τον τηλεοπτικό πόνο ενός αναξιοπαθούντος σε μια από τις εκπομπές του είδους. Όταν διασκεδάζει, μπορεί να πιει λίτρα και λίτρα αλκοόλ, μετά την πόση των οποίων δε θα μπορεί ούτε ν’ ακούσει ούτε να νιώσει ούτε καν να περπατήσει. Σε ένα εναλλακτικό σενάριο, ο μέσος νεοέλληνας θα μπορούσε να γράφει στο SMS «χαράματα πως σ’ αγαπώ στις φλέβες μου όλ’ η νύχτα ρέει», να συγκινείται (ενθυμούμενος τα νιάτα του ή τη δοξασμένη του στιγμή) στη σκιά του «θα μου πεις/και πού δεν ήταν τότε θάλασσα» ή να διασκεδάζει με το «χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία». Αν μας ενδιαφέρει η μετακίνηση (ή μήπως προώθηση;) του μέσου νεοέλληνα προς το εναλλακτικό σενάριο που περιέγραψα (των Ελυάρ, Δημουλά και Καββαδία), οφείλουμε να την προάγουμε. Η ποίηση είναι για όλους.

- Γιατί ο κόσμος δεν διαβάζει ποίηση στις μέρες μας; Μήπως τα παιδιά προκαταλαμβάνονται αρνητικά από τον τρόπο διδασκαλίας στο σχολείο; Αλήθεια, διδάσκεται η ποίηση;

Ο κόσμος έχει αφεθεί σε εμπειρίες αποχαύνωσης (ή και εκτόνωσης). Όσο, μάλιστα, εντονότερος είναι ο αποχαυνωτικός (ή ο εκτονωτικός) χαρακτήρας της εμπειρίας, τόσο πιο δημοφιλής είναι η εμπειρία αυτή. Αναζητήστε τα στοιχεία που επισημαίνω σε συνήθεις χώρους διασκέδασης μετά μουσικής, στο τηλεοπτικό τοπίο ή και σε συνωμοσιολογικά πεζογραφήματα. Είναι πολύ φυσικό η στοχαστικότητα, η υπαινικτικότητα, οι γλωσσικοί πειραματισμοί και τα λοιπά προσδιοριστικά της ποίησης να την καθιστούν ακατάλληλη προς διψώντες για αποχαυνωτικά θεάματα, ημιάγρια διασκέδαση μετά μουσικής ή βίαιες εκτονώσεις σε στάδια. Σχετικώς με τα παιδιά, νομίζω ότι τα προκαταλαμβάνει αρνητικά η ζωή, τα πρότυπά της και οι δυσκολίες της προτού αποτελειώσει την ποίηση μέσα τους η αρτηριοσκληρωτική διδασκαλία της στο σχολείο. Σε ό,τι με αφορά, πιστεύω ακράδαντα στη ζωτικότητα της επαφής με την ποίηση κατά την εκπαιδευτική διαδικασία. Μια τέτοια επαφή, όμως, δεν είναι δυνατό να αναπτύσσεται στη βάση της αηδιαστικής αποστήθισης, της βαθμοθηρίας και του ψυχαναγκασμού, αλλά της ομορφιάς, των χρωμάτων, της φύσης, του έρωτα και της συνείδησης, όπως απαιτεί η ποίηση όλων των αιώνων.

- Υπάρχουν σύγχρονοι σπουδαίοι Έλληνες ποιητές; Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σας;

Δεν ξέρετε πόσο έχει υποφέρει η ποίηση από την ανάγκη των ποιητών να χαρακτηρισθούν «σπουδαίοι», γι’ αυτό με ρωτάτε. Θα σας δώσω, όμως, κάποια ονόματα σύγχρονων ποιητών, μόνο και μόνο για να τοποθετηθώ απέναντι σε κατεστημένες στο λογοτεχνικό σινάφι αντιλήψεις: Δημήτρης Κάββουρας, Κώστας Σοφιανός, Διονύσης Καψάλης, Σωτήρης Παστάκας, Γιάννης Κυριαζής, Γιάννης Στίγκας, Δημήτρης Σολδάτος, Γιάννης Λειβαδάς, Γιάννης Πατίλης, Γιάννης Τόλιας, Αργύρης Χιόνης, Θεοδόσης Βολκώφ, Ιωάννης Τσίρκας, Σοφία Κολοτούρου. Αγαπημένοι μου ποιητές είναι ο Κωνσταντίνος Καβάφης, ο Οδυσσέας Ελύτης και η Κική Δημουλά.

- Πόσο δύσκολο είναι για έναν ποιητή να μεταγγίσει τα γραπτά του στους αναγνώστες; Οι μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι δεν εκδίδουν ποίηση, πολλοί μικροί προσπαθούν απλώς να εκμεταλλευτούν τους δημιουργούς, υπάρχει αχτίδα ελπίδας; Είναι το διαδίκτυο μια κάποια λύσις;

Οι αναγνώστες είναι ανύπαρκτοι. Οι ιθύνοντες απαθανατισμού της ποίησης (ανθολόγοι, μεγαλοεκδότες, επιμελητές εκδόσεων, περιοδικάρχες, διοικητικά συμβούλια ιδρυμάτων, επιτροπές απονομής βραβείων) συνιστούν ένα σχετικώς κλειστό, αναξιοκρατικό, εσωστρεφές και ακάθαρτο κύκλωμα. Οι έμποροι είναι έμποροι και ως τέτοιοι λειτουργούν. Το διαδίκτυο είναι ένας χώρος ελεύθερης έκφρασης, αλλά τούτο το χαρακτηριστικό του δεν επαρκεί για μια σημαντική αλλαγή στα λογοτεχνικά δρώμενα. Δεν είμαι αισιόδοξος, αλλά είμαι επίμονος.

- Θεωρείτε ότι η ποίησή σας ανήκει σε κάποιο ρεύμα; Ποια στοιχεία τη χαρακτηρίζουν;

Η ποίησή μου δεν ανήκει σε κανένα ρεύμα. Χαρακτηρίζεται από την απόπειρα ανάδειξης του σώματος και των εκφράσεών του, τη σημασία του ελαχίστου στην άντληση εσωτερικής δύναμης, την από δωματίου αντίληψη του κόσμου, την προσέγγιση της συμπεριφοράς μέσα από τη βιολογία του σώματος, τη φυσιολατρεία, την καχυποψία απέναντι σε διανοητικά και ψυχολογικά αντανακλαστικά, την αναπαρθένευση της στοχαστικότητας μέσα από τη βλάσφημη αμφισβήτηση, την αέναη σκέψη ως το δραστικό συστατικό της επαναστατικής κυοφορίας, την εμπεδωμένη ματαιότητα μες στο άπειρο σύμπαν της τυχαιότητας, τη μέθη της αχαλίνωτης φαντασίας. Παρασύρθηκα, προφανώς, και σας μίλησα για τις μεγάλες μου φιλοδοξίες. Όπως και να ’χει, έτσι θέλω την ποίησή μου.

- Λίγοι αγαπημένοι σας στίχοι; Τι διαβάσατε πρόσφατα και σας έκανε εντύπωση;

«Αν όλος ο χρόνος είν’ διαρκώς παρών/ τότε όλος ο χρόνος παραμένει αλύτρωτος». Πρόκειται για δυο στίχους του Τ.Σ. Έλιοτ. «Θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τον καλπασμό», ένας στίχος από το «Μονόγραμμα» του Οδυσσέα Ελύτη. Να μην ξεχάσω, όμως, και την αγαπημένη Κική Δημουλά: «Αν η φαντασία δε σκηνοθετούσε/ Υπαρκτόν θηριώδη τον έρωτα/ Ποτέ καμιά πραγματικότης/ Δε θα μας είχε αγαπήσει». Προσφάτως διάβασα το εξής (μιλάει ο Νάνος Βαλαωρίτης σε Αθηναϊκή εφημερίδα), το οποίο μου έκανε εντύπωση: «Με έπεισαν μαζί με τον Μίνω Αργυράκη να δεχτώ την υποψηφιότητα, αν και λόγω της σχέσης μου με την ομάδα του Μπρετόν δεν έβλεπα με καλό μάτι τα βραβεία. Υποψήφιος ωστόσο ήταν και ο Μίλτος Σαχτούρης, και όταν τελικά βγήκαν τα αποτελέσματα οι ψήφοι διαιρέθηκαν ανάμεσα στον Σαχτούρη και σε μένα και δεν δόθηκε το βραβείο. Μέχρις εκεί καλά, αλλά ο Ελύτης είχε ψηφίσει υπέρ του Σαχτούρη. Μετά μου είπε πως είχε δεχθεί πιέσεις.» Φαίνεται πως ούτε οι μυθικές φυσιογνωμίες γλίτωσαν τις πιέσεις.

- Ποιοι είναι οι στόχοι ενός ποιητή στη σύγχρονη ελληνική, πεζή πραγματικότητα;

Ενός ποιητή, αγνοώ. Η ποίηση με βαπτίζει καθημερινά στην εσωτερική ηρεμία, στη δημιουργική ηδονή, στην απόλαυση της δροσιάς των πετάλων και του απαλόπνοου πρωινού ανέμου, στις γεύσεις που απειρίζονται πάνω από μια κούπα ζεστού, μυρωδάτου καφέ, στο πείσμα κάποιας αλλαγής εαυτού που ’ναι του κόσμου αλλαγή. Η γραφή επιστρέφει ως ανάγκη παρουσίασης αυτής της διαβίωσης.

- Μπορεί να μεταφραστεί ένα ποίημα; Μπορεί να μεταφερθεί στον κινηματογράφο; Μπορεί να γίνει πίνακας ζωγραφικής ή γλυπτό;

Μπορεί. Το ποίημα είναι ποίημα και έχει φτιαχτεί με λέξεις, όμως η ποίηση μπορεί να ταξιδέψει και σ’ άλλα μέσα έκφρασης.

- Αν ζούσατε πριν πενήντα χρόνια θα γράφατε έμμετρα; Ποια είναι η άποψή σας για την ομοιοκαταληξία στη νεοελληνική ποίηση;

Ο Βωδελαίρος έγραψε ότι ο ρυθμός και η ρίμα καλύπτουν τις προαιώνιες ανάγκες του ανθρώπου για μονοτονία, συμμετρία κι έκπληξη. Ο δρόμος, όμως, ικανοποίησης των αναγκών αυτών δεν περνά αποκλειστικώς από το ρυθμό και τη ρίμα. Ο Ελύτης, γράφοντας «Όλα τα κυπαρίσσια δείχνουνε μεσάνυχτα/ Όλα τα δάχτυλα/ Σιωπή» σίγουρα εξυπηρετεί τη συμμετρία και την έκπληξη με τον αισθησιασμό του. Συμμετρία κι έκπληξη, για να αναφέρω ένα ακόμη παράδειγμα, βρίσκουμε και στο προσφάτως εκδοθέν ποίημα του Σωτήρη Παστάκα (από τη συλλογή Όρος Αιγάλεω την οποία και διάβασα πρόσφατα): «Να στρίψω ένα τσιγάρο/ και να το πιω τώρα ή να στρίψω/ ένα τσιγάρο και να το πιω μετά;/ Το στρίβω τώρα, το αποφάσισα,/ για να τ’ ανάψω όταν ο ιδρώτας/ από τις μασχάλες σου θα μπορεί/ να ξεγελάσει και τους μπάτσους.» Συμμετρία κι έκπληξη και εδώ, λοιπόν, όχι μόνο δια του αισθησιασμού αλλά και δια της συμπλοκής εικονικών διπόλων που ενυπάρχουν στο υποσυνείδητο (μασχάλη/μπάτσος ή ιδρώτας/μπάτσος ή μπάτσος/έρωτας). Η ρίμα και το μέτρο, βεβαίως, δημιουργούσαν και δημιουργούν εντελώς φαιδρούς οπαδισμούς τύπου εικονολατρών και εικονομάχων, με τους πλειοψηφούντες ελευθερόστιχους να υποτιμούν ως ιλαρούς τους θιασώτες των παραδοσιακών μορφών και τους δεύτερους να αμύνονται με την αδιαφορία τους απέναντι στην ελευθερόστιχη ποίηση, σα θαρραλέοι και Θερμοπυλοφύλακες της γνήσιας ποιητικής. Σε ό,τι με αφορά, προτιμώ ως γραφιάς τον ελεύθερο στίχο και ως αναγνώστης προτιμώ την ποίηση σε όλη της την ποικιλομορφία. Αν ζούσα πριν από πενήντα χρόνια δεν ξέρω αν θα έγραφα, αλλά θα ήθελα να γνωρίσω πολλούς που έγραφαν τότε.

- Για να γράψει κάποιος χρειάζεται μόνο έμπνευση και συναίσθημα ή και τεχνική; Πόσο δουλεύετε τα ποιήματα σας;

Χρειάζεται να έχεις στο μυαλό σου τον αναγνώστη, όχι για να του πεις αυτό που θέλει ν’ ακούσει, αλλά για να θυμάσαι πόσο δύσκολο είναι να πεις κάτι πόχει τόση σημασία, ώστε ο αναγνώστης να ερωτευθεί από το στόμα σου. Τα ποιήματά μου δεν τα δουλεύω όσο θα έπρεπε.

- Μερικοί στίχοι σας;

Δοκιμάζεται των τεράτων η υπομονή/ Όταν απ’ τη βροχή περιμένεις/ Να στρώσει ό,τι το χιόνι.
Και κυρίως: Σβήστε τ’ όνομά μου/ για να γράψετε ένα στίχο./ Ό,τι αγάπησα ήταν ποίηση/ αλλιώς δε θα μπορούσα να το πω.

Σας ευχαριστώ.

Τρίτη, 16 Φεβρουαρίου 2010

6ο Τεύχος Bookmarks - Δρόλαπας



Ξεφυλλίστε το 6ο τεύχος του Bookmarks, στο οποίο φιλοξενούμε τον διάσημο συγγραφέα Valerio Massimo Manfredi!

Και μία γεύση από το editorial:

ΔΡΟΛΑΠΑΣ

Από πάντα ήθελα να δώσω αυτή την επικεφαλίδα σε ένα editorial- νομίζω μου διασφαλίζει λίγα ακόμα κυβικά εκατοστά αιωνιότητας. Ο «δρόλαπας» είναι εξεζητημένη λέξη, πλην απολαυστική. Όσο για το τι σημαίνει (αν δεν γνωρίζετε, όπως κι εγώ πριν λίγο καιρό): Είναι η κατακλυσμική καταιγίδα, το κατά Καρκαβίτσα αστραπόβροντο. Αλλά μεταφορικά θα μπορούσε να είναι και η διαβόητη οικονομική κρίση ή η αδάμαστη μπόρα που μαίνεται στο μυαλό καθενός.

Με το τεύχος που διαβάζετε αυτή τη στιγμή στην οθόνη του υπολογιστή σας, επιστρέφουμε δυναμικά στις επάλξεις, αν και έχοντας απολέσει (προσωρινά) την υφή μας. Προκειμένου να μείνουμε πιστοί στο ραντεβού με τους αναγνώστες και χωρίς να χρειαστεί να καταβυθιστούμε οικονομικά, αποφασίσαμε για τον επόμενο μήνα το Bookmarks να κυκλοφορεί αποκλειστικά σε ηλεκτρονική μορφή. Στο facebook, στο site μας, σε blogs, forums και tweets, με κάθε τρόπο και με κάθε μέσο, θα προσπαθήσουμε (και με τη βοήθειά σας) να κερδίσουμε νέους αναγνώστες για εμάς και τα βιβλία που μας άρεσαν. Στα βιβλιοπωλεία θα κυκλοφορήσουμε πάλι στις 3 Μαρτίου.

Αναγνωρίζω ότι ξεχωριστή αίγλη έχει το έντυπο, αλλά τουλάχιστον θα συνεχίσουμε να σας προσφέρουμε την απαραίτητη, τετραγωνισμένη ενημέρωση για τα σημαντικότερα τεκταινόμενα στο χώρο του βιβλίου. Ως απόδειξη στο σημερινό τεύχος φιλοξενούμε μεταξύ πολλών θεμάτων και μια αποκλειστική συνέντευξη του διάσημου Ιταλού συγγραφέα Valerio Massimo Manfredi, ο οποίος έχει ασχοληθεί με τα φιδογυριστά μονοπάτια της αρχαίας ιστορίας μας και λογίζεται πλέον μακρινός απόγονος του Ομήρου και του Ξενοφώντα.

Στα υπόλοιπα νέα, ελπίζω στο διάστημα που λείπαμε για διακοπές να διαβάσατε κι εσείς αξιόλογα βιβλία όπως εγώ, όσα πρόλαβε ο καθένας. Μπορεί για μερικούς ακόμα και το ένα βιβλίο το μήνα να φαντάζει βουνό πελώριο, αλλά εσείς που διαβάζετε το Bookmarks σίγουρα τα καταφέρνετε πολύ καλύτερα. Αν θέλετε χρησιμοποιήστε ως παράδειγμα προς έμπνευση τη συντάκτριά μας την Ευθυμία Δεσποτάκη, η οποία μέσα στο 2009 διάβασε όχι λιγότερα από 130 βιβλία (περισσότερες λεπτομέρειες για αυτό το αστρονομικών διαστάσεων εγχείρημα διαβάστε και στο ιστολόγιό της, το «Διαβάζοντας το βιβλίο των συμβάντων»).

Αυτά από μένα. Τη φλυαρία μου ακολουθούν θαυμαστές, πολύχρωμες σελίδες, κάθε μια εισιτήριο για μαγικό προορισμό. Και αν αισθανθείτε την επικοινωνίας ανάγκη, διόλου μη διστάσετε να στείλετε γράμμα ηλεκτρονικό.

*Το πρώτο βιβλίο που βρέθηκε στα χέρια μου το 2010 ήταν το πολύ καλό «Ένας γέρος που διάβαζε ιστορίες αγάπης» του Λουίς Σεπούλβεδα (μετάφραση Αχιλλέα Κυριακίδη- εκδ. Opera).

**Τα «λίγα κυβικά εκατοστά αιωνιότητας» είναι από ένα ποίημα της Άννας Νιαράκη.

Πέμπτη, 11 Φεβρουαρίου 2010

Αγνοούμενος - 39 στοιχεία

Από την Κύπρο… στην άκρη του κόσμου

Του Γιάννη Πλιώτα


Ένα ακόμα δεκαπενθήμερο πέρασε για μένα, για εσάς, για όλο τον κόσμο.
Αυτές τις μέρες διαβάζω ένα βιβλίο που μου αρέσει πολύ. Είναι το ιστορικό μυθιστόρημα «Η ιστορία του Διάφανου Βασιλιά» της Rosa Montero (μτφ. Ντίνας Σιδέρη - εκδ. Άγκυρα), αλλά δεν θα γράψω αναλυτική κριτική μιας και είμαι ακόμα στη μέση. Είναι μια ιπποτική ιστορία στη Γαλλία του 12ο αιώνα, με σπαθιά, περιπέτειες, τραγελαφικά περιστατικά, δεσποσύνες, σταυροφόρους και ένα μυστηριώδες παραμύθι που όποιος το αφηγείται τον βρίσκει κάποια μεγάλη συμφορά. Και όλα αυτά ξεκινούν όταν ένα κορίτσι μεταμφιέζεται σε πολεμιστή και συναντά μια μάγισσα. Περισσότερα στο μέλλον.
Σήμερα θα γράψω για δύο αντίθετου ύφους βιβλία, που απευθύνονται σε εντελώς διαφορετικούς αναγνώστες. Το πρώτο είναι για βετεράνους στοχαστές, το δεύτερο για έφηβους. Ελπίζω να τα βρείτε ενδιαφέροντα. Στο επόμενο φύλλο θα μιλήσουμε -μετά από καιρό- για ποίηση και θα φιλοξενήσουμε τη συνέντευξη ενός ανθρώπου που έχει επιλέξει να κλειστεί σε μια ιδιότυπη «αυτάρεσκη σιωπή».

«Ο Αγνοούμενος», Άρτεμις Στασινοπούλου-Φρύζη (εκδ. Κ. Μ. Ζαχαράκης, 2009)
Ο «Αγνοούμενος» της φιλολόγου Άρτεμις Στασινοπούλου-Φρυζή είναι ένα έργο για τα γεγονότα της Κύπρου το 1974. Ανήκει στο κομμάτι της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας που σταδιακά ανακαλύπτει τη συγκεκριμένη θλιβερή περίοδο της ιστορίας μας- θυμίζω το «Κόκκινο στην Πράσινη γραμμή» του Βασίλη Γκουρογιάννη, που ακούστηκε πολύ τη χρονιά που πέρασε.
Ο «Αγνοούμενος» πάντως δύσκολα θα χαρακτηριζόταν αμιγώς μυθιστόρημα, θα έλεγα ότι τα στοιχεία μυθοπλασίας σε μεγάλο βαθμό απουσιάζουν. Είναι περισσότερο ένα δοκίμιο και ένας στοχασμός της συγγραφέως πάνω στην ατελή ανθρώπινη φύση.
Κεντρικός χαρακτήρας είναι ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης, ένας νέος που φτάνει στην Κύπρο την ημέρα της εισβολής του Αττίλα. Ο Ευαγόρας αιχμαλωτίζεται κατά τη διάρκεια του πολέμου και τελικά καταφέρνει να γλιτώσει με ψεύτικη ταυτότητα. Σημειώνω ότι ο ήρωας φέρει το όνομα του δεκαοχτάχρονου μαχητή της ΕΟΚΑ που το 1957 εκτελέστηκε από τους Άγγλους. Κομβική ιδέα του βιβλίου και επαναλαμβανόμενο μοτίβο είναι η «Εσχάτη», που συμβολίζει πολλά: από την εσχάτη των ποινών, μέχρι την εσχάτη προδοσία και την εσχάτη του κόσμου.
Ο «Αγνοούμενος» δεν είναι ένα εύκολο βιβλίο. Ο έντονα ποιητικός λόγος του, σε συνδυασμό με τις πολυεπίπεδες, αφηρημένες περιγραφές και τους περίτεχνους συμβολισμούς που χρησιμοποιεί η Στασινοπούλου, θα αποθαρρύνουν οποιονδήποτε αναζητά να διαβάζει κάτι ανάλαφρο πριν κοιμηθεί. Για όποιον η φιλοσοφία είναι το στοιχείο του όμως, θ’ ανακαλύψει στις σελίδες του μικρούς θησαυρούς.

«Τα 39 στοιχεία: Ο λαβύρινθος των σκελετών», Rick Riordan (μτφ. Μαρία Αγγελίδου - Άγκυρα, 2009)
Τα «39 στοιχεία» του Rick Riordan είναι μια σειρά εφηβικών βιβλίων η οποία ξεκινάει στην Αμερική και καλεί τους νεαρούς αναγνώστες σε μία περιπέτεια ως την άκρη του κόσμου. Ξεκίνησα να το διαβάζω από περιέργεια και για να μελετήσω όχι μόνο τα τριάντα εννιά στοιχεία της υπόθεσης, αλλά και εκείνα τα στοιχεία που μπορούν να συνθέσουν ένα best seller. Η παγκόσμια εκδοτική σκηνή ψάχνει τον επόμενο Χάρυ Πότερ, αλλά πέρα από την τετραλογία του «Λυκόφωτος» τίποτα δεν έχει καταφέρει έστω να τον πλησιάσει.
Πίσω στα «39 στοιχεία». Πρόκειται για μια ενδιαφέρουσα διαδραστική ιστορία, της οποίας ο πρώτος τόμος κυκλοφόρησε πρόσφατα στη χώρα μας από τις εκδόσεις Άγκυρα. Η σειρά θα αποτελείται συνολικά από δέκα βιβλία, με το καθένα να είναι γραμμένο από διαφορετικό συγγραφέα φαντασίας (ο Rick Riordan που έγραψε το πρώτο έγινε πολύ γνωστός στην Αμερική με το «Ο Πέρσι Τζάκσον και οι Ολύμπιοι»). Το επόμενο βιβλίο της σειράς κυκλοφορεί στις 26 Φεβρουαρίου.
Οι κεντρικοί ήρωες είναι δύο αδέρφια 14 και 11 ετών (η βιβλιοφάγος Έιμι και το ζιζάνιο ο Νταν), που γίνονται κληρονόμοι και ταυτόχρονα κοινωνοί ενός μυστικού απ’ το οποίο κρέμεται η τύχη του κόσμου. Αλλά για να φτάσουν στο μυστικό πρέπει να απαρνηθούν δύο εκατομμύρια δολάρια και να ανακαλύψουν τριάντα εννιά στοιχεία. Στο «Λαβύρινθο των σκελετών» τα δύο παιδιά φτάνουν στο Παρίσι, ακολουθώντας τα βήματα του Βενιαμίν Φραγκλίνου προς το δεύτερο στοιχείο. Παντού παραμονεύουν θανάσιμοι κίνδυνοι, γιατί μακρινοί συγγενείς κυνηγούν το ίδιο μυστικό και είναι αποφασισμένοι να χρησιμοποιήσουν κάθε μέσο προκειμένου να το αποκτήσουν.
Όποιος το διαβάσει δεν θ’ αργήσει να διαπιστώσει ότι έχει πολλά κινηματογραφικά στοιχεία, που προετοιμάζουν το δρόμο για τη μεταφορά της σειράς στη μεγάλη οθόνη (το 2011 το πρώτο μέρος στους κινηματογράφους από την Dreamworks και ίσως σε σκηνοθεσία Spielberg). Αν έπρεπε να χαρακτηρίσω το βιβλίο με λίγες λέξεις, θα έλεγα ότι είναι ξεκάθαρα ένα «Χαμένο Σύμβολο» για μικρές ηλικίες.
Συνολικά τα «39 στοιχεία» είναι μια καλογραμμένη περιπέτεια που θα τη σύστηνα σε όσους θέλουν να κάνουν δώρο σε αγόρια και κορίτσια στην ηλικία των ηρώων. Μου άρεσε ιδιαίτερα δε, η καλαίσθητη έκδοση με το σκληρό εξώφυλλο.