Κυριακή, 27 Δεκεμβρίου 2009

Bookmarks - πέμπτο τεύχος!


Πέμπτο τεύχος του Bookmarks σε βιβλιοπωλεία και βιβλιοκαφέ όλης της χώρας. Αν δεν το προλάβατε, μπορείτε να το ξεφυλλίσετε ηλεκτρονικά και εδώ! Και μία μικρή γεύση με το editorial:


«Χείμαρρος οι λέξεις
Κι εγώ ανίκανος να στήσω ένα φράγμα
Το ποίημα να τροφοδοτήσω»

Έτσι αισθάνομαι μερικές φορές όταν πιάνω το μολύβι, όμως τα πιο απλά πράγματα είναι και τα πιο όμορφα. Αποφάσισα ότι σήμερα το editorial θα έχει χρώμα ημερολογίου. Ξεκινώ λοιπόν ακούγοντας το soundtrack από τις «Ώρες»- βρίσκω πως όλες οι μελωδίες του Philip Glass είναι μαγευτικές, με βοηθούν να ταξιδέψω σε μία χώρα παραμυθιού. Οι προηγούμενες δέκα ημέρες ήταν πολύ έντονες, παρόλα αυτά εφηύρα χρόνο και κατάφερα να διαβάσω ένα βιβλίο παιδικής λογοτεχνίας («39 στοιχεία» - Rick Riordan) και ένα βιβλίο για τα γεγονότα της Κύπρου («Αγνοούμενος» - Άρτεμις Στασινοπούλου). Επίσης παρακολούθησα και δύο παρουσιάσεις βιβλίων που η κάθε μία για το δικό της λόγο με εντυπωσίασε («Διακοπές στην πραγματικότητα» - Χάρης Βλαβιανός και «Η ασθένεια της πεταλούδας» - Γιάννης Παπαγιάννης).

Το προηγούμενο Σάββατο διάβασα με ενδιαφέρον τα άρθρα της Καθημερινής, που έθιγαν το ζήτημα της κριτικής βιβλίων στα free press. Δεν χρειάζεται να κρύβω τη θέση μας, άλλωστε μια γρήγορη ματιά στις σελίδες του Bookmarks αρκεί. Γράφουμε αποκλειστικά και μόνο για βιβλία που έχουμε διαβάσει και το τι διαβάζουμε δεν επηρεάζεται από τις διαφημίσεις.

Τα σημαντικά νέα, όμως των ημερών είναι άλλα: βρισκόμαστε ένα βήμα πριν τις γιορτές. Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά, Χίονι, Στολίδια, ένας Άγιος ντυμένος σαν μπουκάλι από cola και πολλά Μελομακάρονα. «Να μια δέουσα αφορμή για ένα μικρό διάλειμμα!» σκεφτήκαμε χαμογελαστοί και έτσι θα μας βρείτε πάλι στη θέση μας στις 13 Ιανουαρίου.

Στο εορταστικό τεύχος που κρατάτε δημοσιεύουμε τις επιλογές της συντακτικής ομάδας για τη χρονιά που πέρασε, έτσι ώστε αν δεν έχετε αποφασίσει ακόμα για δώρα να εμπνευστείτε αναλόγως. Φιλοξενούμε επίσης τον Κάρολο Ντίκενς και μία συνέντευξη του Γιάννη Καλπούζου, νικητή του φετινού βραβείου αναγνωστών, όχι για να είμαστε μες στην επικαιρότητα, αλλά γιατί χαιρόμαστε που κέρδισε το «Ιμαρέτ».

Κλείνω με μια παράκληση. Αφήστε με τον νέο χρόνο μία χαραμάδα ανοιχτή για να μπουν ακόμα περισσότερα βιβλία στην καθημερινότητά σας. Στο μετρό, στο γραφείο (κρυφά), στο κομοδίνο δίπλα στο κρεβάτι και φυσικά μπροστά στην τηλεόραση (με τη συσκευή κλειστή έτσι;).

Από ψυχής καλές αναγνώσεις!

*Οι στίχοι του προλόγου είναι της Αγγελικής Μικρού.

** Γράφω τις τελευταίες λέξεις από αυτά που διαβάζετε, περιμένοντας αργά και βασανιστικά να έρθει το 083 στην ουρά του ταχυδρομείου. Το χαρτάκι με έχει ξεγελάσει γράφοντας ότι ο μέσος χρόνος αναμονής είναι 19 λεπτά.

*** Για τις γιορτές προτείνω κάτι πολύ αγαπημένο κι ας είναι εκτός κλίματος, «Οι στρατιώτες της Σαλαμίνας» του Χαβιέρ Θέρκας (μτφ. Ελισώ Λογοθέτη – εκδ. Πατάκης).

Τετάρτη, 23 Δεκεμβρίου 2009

Bookmarks - τέταρτο τεύχος!


Αν και από χθες κυκλοφορεί και το πέμπτο τεύχος μας, ανεβάζω έστω και καθυστερημένα το εξώφυλλο του τέταρτου τεύχους, μαζί με το link για να το διαβάσετε online, καθώς και το editorial που έγραψα.


Einai ta ilektronika vivlia mia kapoia lysis?


Νομίζω ότι θα έπρεπε να ονομάσω το σημερινό editorial scripta manent. Για ακόμα μία φορά ανάμεσα σε δύο διαδοχικές φορές που ακουμπάει το μολύβι μου στο χαρτί, έχω αλλάξει θέση κατά μερικά μέτρα. Πάλι γεμίζω γραμμές στο λεωφορείο, πάλι ο χρόνος λιγοστεύει σαν νερό που κυλάει σε κλεψύδρα και σαν λοιπές φιλολογικές παρομοιώσεις. Το σημερινό θέμα, όμως δεν είναι οι συγκοινωνίες, αλλά ο ηλεκτρισμός ή μάλλον μία μακρινή επίπτωση της ανακάλυψης του.
Όταν συζητάω με συναδέλφους συγγραφείς, πάντα μου αρέσει να μαθαίνω τη γνώμη τους για το μέλλον του βιβλίου. Στο μυαλό των περισσότερων αυτό το θέμα συνδέεται με τη διαβόητη οικονομική κρίση, αλλά για εμάς τους ξεροκέφαλους στο bookmarks, εξακολουθεί να μην μας απασχολεί και το ίδιο συναίσθημα μοιραζόμαστε με πολλούς εκεί έξω (ελπίζω).
Η δική μου ερώτηση, λοιπόν, έχει ως επίκεντρο το βιβλίο ως μορφή, δηλαδή τη μετεξέλιξή του ως αντικείμενο. Στον καιρό μας ήδη διαδίδεται σε μορφή αρχείου για τον υπολογιστή. Η γενιά μου αρχίζει να συνηθίζει την ανάγνωση μπροστά στην οθόνη. Άραγε σε λίγα χρόνια θα μετεξελιχθεί οριστικά σε ένα ηλεκτρονικό μαραφέτι, του οποίου μόνο τη διάφανη πλαστική επιφάνεια θα αγγίζουμε; Και τι θα σημάνει η απώλεια της αίσθησης του γυρίσματος των σελίδων; Σίγουρα για μερικούς θα μεταφραστεί σε λιγότερα σχισίματα στα δάχτυλα- εμού συμπεριλαμβανομένου. Θα δρομολογηθούν, όμως και σημαντικότερες εξελίξεις; Υποψιάζομαι πως ναι, χωρίς να είμαι σε θέση να ιχνηλατήσω το εύρος τους.
Πολλοί άνθρωποι του χώρου των εκδόσεων, υποστηρίζουν ότι η παραδοσιακή τυπογραφία αντέχει και πιθανότατα θα αντέξει στις λυσσαλέες επιθέσεις της δαιμονικής τεχνολογίας. Μιλώντας με τον Αμερικάνο συγγραφέα Scott Sigler, αναθεώρησα ένα μέρος των δικών μου απόψεων. Ο Sigler, που είναι πρωτοπόρος στο θέμα του δωρεάν διαδικτυακού διαμοιρασμού των έργων του, θεωρεί δεδομένο ότι το μέλλον της λογοτεχνίας δεν βρίσκεται καν στους e-readers (σαν το kindle), αλλά στα smart phones. Δυσκολεύομαι να συμφωνήσω μαζί του, αλλά δεν θα το απέκλεια. Απομένει στο χρόνο να λύσει τη διαφωνία.
Μέχρι να συμβεί αυτό επιμένω να γράφω σε χαρτί κι έπειτα να δακτυλογραφώ και επιμένουμε να σας αναζητούμε σε απτή μορφή κάθε εβδομάδα σε βιβλιοπωλεία και art cafe όλης της χώρας. Σήμερα εκτός από στήλες, συζητήσεις, αναλύσεις κι επικρίσεις, φιλοξενούμε ως πόλη της περιφέρειας τη Νάντη, καθώς και τη συνέντευξη μίας συγγραφέως η οποία έχει γεννηθεί το 1985. Ραντεβού την επόμενη εβδομάδα πιθανότατα σε άλλο σημείο και άλλη ώρα, όπου θα διαβάσετε ένα πλούσιο αφιέρωμα με τις αναγνωστικές προτιμήσεις της συντακτικής μας ομάδας για τη χρονιά που κλείνει.

* Για όσους αγαπούν τη λογοτεχνία τρόμου, η δική μου πρόταση για αυτή την εβδομάδα είναι το βιβλίο «Ιός» του Scott Sigler (εκδ. Πλατύπους, σε μετάφραση Βίκυς Μυλωνοπούλου). Αν θέλετε να κάνετε δώρο σε μικρότερες ηλικίες, προτείνω ένα από τα αγαπημένα μου βιβλία, τον «Πύργο των Καρπαθίων» του Ιούλιου Βερν (εκδ. Άγκυρα, σε μετάφραση Αννίκας Φερτάκη). ** Το εμού είναι ένα πουλί της Αυστραλίας.

Σάββατο, 19 Δεκεμβρίου 2009

Φίλιπ Ροθ και Ινφλουένζα Η1Ν1

ΙΝΦΛΟΥΕΝΖΑ – Η1Ν1

Του Γιάννη Πλιώτα


Απέχουμε περίπου μία εβδομάδα από τις γιορτές και παντού στην αγορά όλοι ψάχνουν να αγοράσουν δώρα για όλους ή τουλάχιστον έτσι θέλουμε να ελπίζουμε. Εγώ είμαι στο λεωφορείο από Αθήνα για Πάτρα και κρατώ σημειώσεις στο τετράδιό μου όπως όπως· για την ακρίβεια γεμίζω τη σελίδα με καλικαντζούρες που μοιάζουν με ενδείξεις σεισμογράφου. Ξεκινώ να γράφω σήμερα με αφορμή το «Ημερολόγιο Ανάγνωσης» της προηγούμενης εβδομάδας (όσοι πιστοί βιβλιόφιλοι, καλείστε να ανακαλύψετε τα θαυμαστά γραφόμενα του Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου είτε στο ομώνυμο blog του: http://areadingdiary.wordpress.com/, είτε στις σελίδες του περιοδικού Bookmarks). Ποια, όμως ήταν συγκεκριμένα η αφορμή; Οι σκέψεις του σχετικά με τον δανεισμό βιβλίων. Είμαι σίγουρος ότι πολλοί θα συμμερίζεστε την άποψή του: «ο δανεισμός οποιουδήποτε βιβλίου είναι ένα θέμα που πονάει πολύ κάθε αληθινό βιβλιόφιλο». Και συνέχισε με ένα ευφυές απόσπασμα από τον «Ζούκερμαν Δεσμώτη» του Φίλιπ Ροθ: «Ξέρεις γιατί παντρεύτηκα την Κάρολ; Της δάνεισα ένα βιβλίο κι ήξερα πως αν δεν την παντρευόμουν δεν θα το έβλεπα ποτέ ξανά».
Και ο Γιαννακόπουλος συνέχισε με μία ακόμα φράση, εξίσου χαρακτηριστική που ανήκει σε έναν άγνωστο αναγνώστη: «Μόνο οι ανόητοι δανείζουν βιβλία», παρατήρησε κάποτε συζητώντας μπροστά στα ξέχειλα ράφια της βιβλιοθήκης του, για να συμπληρώσει αμέσως μετά: «Όλα αυτά τα βιβλία άνηκαν κάποτε σε ανόητους».
Χωρίς να υποκρίνομαι τον αιρετικό, παραδόξως διατηρώ άλλου είδους σχέσης με τα βιβλία μου. Κατ’ αρχάς σχεδόν τα μισά βιβλία που διαβάζω κάθε χρόνο, ανήκουν στη Δημοτική Βιβλιοθήκη. Από τα ράφια τα παίρνω και στα ράφια τα επιστρέφω για να ξαποστάσουν. Μ’ αρέσει να πιάνω στα χέρια μου σελίδες κιτρινισμένες, σελίδες που έχουν αγγιχτεί απ’ την ιδιοσυγκρασία πολλών διαφορετικών ανθρώπων, σελίδες που έχουν επιστρέψει από ταξίδια για ν’ αφηγηθούν τις περιπέτειές τους.
Το δεύτερο που χαρακτηρίζει την κτητική διάθεσή μου για τα βιβλία, είναι μάλλον η έλλειψη οποιασδήποτε κτητικής διάθεσης. Όταν διαβάζω κάτι που μου έχει αρέσει, θέλω να το «μεταλαμπαδεύσω», να το εμπιστευτώ στα χέρια ενός φίλου. Δεν γελιέμαι. Τα περισσότερα βιβλία ή περιοδικά που δανείζω ή αργούν να επιστρέψουν ή σκονίζονται αδιάβαστα ή τα καταπίνει το σχίσμα του χρόνου, που οδηγεί στη χώρα των χαμένων αντικειμένων. Για παράδειγμα από τα οχτώ τεύχη του μουσικού περιοδικού Muzine, στο σπίτι μου έχει απομείνει μόλις ένα.
Ορισμένα, όμως βιβλία τα καταφέρνουν, βρίσκουν τον δρόμο τους και δημιουργούν σε έναν φίλο τα ίδια συναισθήματα που δημιούργησαν σε εμένα. Είναι κάτι σπάνιο που μοιράζεσαι, ένας νέος δεσμός. Σκοπός επετεύχθη! Κι αν ακόμα δεν ξανασυναντηθώ με το βιβλίο, δεν στεναχωριέμαι κι ούτε πιστεύω ότι θα είναι δυστυχισμένο μακριά μου. Κάπου μαγικά θα περιπλανιέται με τους συνοδοιπόρους του bookcrossing και όσα χειρόγραφα έμειναν ανέγγιχτα σε ένα συρτάρι. Γιατί για μένα η χειρότερη τύχη που μπορεί να έχει ένα βιβλίο, είναι να μην διαβαστεί από κανέναν.
Ανανεώνουμε το rendez vous μας για το επόμενο φύλλο, όπου θα γράψω για τα δέκα καλύτερα βιβλία που διάβασα τη χρονιά που μας πέρασε (όχι, όχι δεν διάβασα μόνο δέκα).

* Ο τίτλος του άρθρου είναι ολότελα παραπλανητικός. Συγχωρέστε αυτή τη μικρή απάτη, ήθελα απλώς να τραβήξω την προσοχή σας στη στήλη μου.
** Έχει βγάλει και καινούργιο βιβλίο ο Ροθ, την «Αγανάκτηση», αλλά δεν έχω προλάβει να τη δανειστώ ακόμα. Η δική μου πρόταση για αυτή την εβδομάδα είναι ένα από τα προηγούμενά του που έχω παρουσιάσει μέσα από τις σελίδες της Μπρίζας, η «Αντιζωή» (εκδ. Πόλις, σε μετάφραση Χριστίνας Ντόκου).
*** Ποιος έχει τον τρίτο τόμο του «Άρχοντα των Δακτυλιδιών» μου; Δυο χρόνια τον γυρεύω.

Πέμπτη, 10 Δεκεμβρίου 2009

Bookmarks - Τρίτο τεύχος στα βιβλιοπωλεία!


Δεύτερο τεύχος του bookmarks, στα βιβλιοπωλεία όλης της χώρας.
Μπορείτε να το ξεφυλλίσετε ηλεκτρονικά εδώ ή να δείτε τη λίστα διανομής.

Ακολουθεί το editorial:


ΙΝΦΛΟΥΕΝΖΑ - Η1Ν1

Είμαι στο λεωφορείο από Αθήνα για Πάτρα και κρατώ σημειώσεις στο τετράδιό μου όπως όπως· για την ακρίβεια γεμίζω τη σελίδα με καλικαντζούρες που μοιάζουν με ενδείξεις σεισμογράφου. Ξεκινώ να γράφω σήμερα με αφορμή το «ημερολόγιο ανάγνωσης» της προηγούμενης εβδομάδας (όσοι ανοίγετε το Bookmarks πρώτη φορά, θα ανακαλύψετε παρακάτω τη θαυμαστή στήλη του Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου). Ποια, όμως ήταν συγκεκριμένα η αφορμή; Οι σκέψεις του σχετικά με τον δανεισμό βιβλίων. Είμαι σίγουρος ότι πολλοί θα συμμερίζεστε την άποψή του: «ο δανεισμός οποιουδήποτε βιβλίου είναι ένα θέμα που πονάει πολύ κάθε αληθινό βιβλιόφιλο». Και συνέχισε με ένα ευφυές απόσπασμα από τον «Ζούκερμαν Δεσμώτη» του Φίλιπ Ροθ: «Ξέρεις γιατί παντρεύτηκα την Κάρολ; Της δάνεισα ένα βιβλίο κι ήξερα πως αν δεν την παντρευόμουν δεν θα το έβλεπα ποτέ ξανά».

Χωρίς να υποκρίνομαι τον αιρετικό, παραδόξως διατηρώ άλλου είδους σχέσης με τα βιβλία μου. Κατ’ αρχάς σχεδόν τα μισά βιβλία που διαβάζω κάθε χρόνο, ανήκουν στη Δημοτική Βιβλιοθήκη. Από τα ράφια τα παίρνω και στα ράφια τα επιστρέφω για να ξαποστάσουν. Μ’ αρέσει να πιάνω στα χέρια μου σελίδες κιτρινισμένες, σελίδες που έχουν αγγιχτεί απ’ την ιδιοσυγκρασία πολλών διαφορετικών ανθρώπων, σελίδες που έχουν επιστρέψει από ταξίδια για ν’ αφηγηθούν τις περιπέτειές τους.

Το δεύτερο που χαρακτηρίζει την κτητική διάθεσή μου για τα βιβλία, είναι μάλλον η έλλειψη οποιασδήποτε κτητικής διάθεσης από μέρους μου. Όταν διαβάζω κάτι που μου έχει αρέσει, θέλω να το «μεταλαμπαδεύσω», να το εμπιστευτώ στα χέρια ενός φίλου. Δεν γελιέμαι. Τα περισσότερα βιβλία ή περιοδικά που δανείζω ή αργούν να επιστρέψουν ή σκονίζονται αδιάβαστα ή τα καταπίνει το σχίσμα του χρόνου, που οδηγεί στη χώρα των χαμένων αντικειμένων. Για παράδειγμα από τα οχτώ τεύχη του Muzine, στο σπίτι μου έχει απομείνει μόλις ένα.

Ορισμένα, όμως βιβλία τα καταφέρνουν, βρίσκουν τον δρόμο τους και δημιουργούν σε έναν φίλο τα ίδια συναισθήματα που δημιούργησαν σε εμένα. Είναι κάτι σπάνιο που μοιράζεσαι, ένας νέος δεσμός. Σκοπός επετεύχθη! Κι αν ακόμα δεν ξανασυναντηθώ με το βιβλίο, δεν στεναχωριέμαι κι ούτε πιστεύω ότι θα είναι δυστυχισμένο μακριά μου. Κάπου μαγικά θα περιπλανιέται με τους συνοδοιπόρους του bookcrossing και όσα χειρόγραφα έμειναν ανέγγιχτα σε ένα συρτάρι. Γιατί για μένα η χειρότερη τύχη που μπορεί να έχει ένα βιβλίο, είναι να μην διαβαστεί από κανέναν.

* Ο τίτλος του άρθρου είναι ολότελα παραπλανητικός. Συγχωρέστε αυτή τη μικρή απάτη, ήθελα απλώς να τραβήξω την προσοχή σας στο editorial μας.

** Έχει βγάλει και καινούργιο βιβλίο ο Ροθ, την «Αγανάκτηση», αλλά δεν έχω προλάβει να τη δανειστώ ακόμα. Η δική μου πρόταση για αυτή την εβδομάδα είναι ένα από τα προηγούμενά του, η «Αντιζωή» (εκδ. Πόλις, σε μετάφραση Χριστίνας Ντόκου).

*** Ποιος έχει τον τρίτο τόμο του «Άρχοντα των Δακτυλιδιών» μου; Δυο χρόνια τον γυρεύω.


Σάββατο, 5 Δεκεμβρίου 2009

Bookmarks - δεύτερο τεύχος!


Δεύτερο τεύχος του bookmarks, στα βιβλιοπωλεία όλης της χώρας.
Μπορείτε να το ξεφυλλίσετε ηλεκτρονικά και εδώ, ενώ μπορείτε να επισκεφτείτε και το υπό κατασκευή site μας.

Και μία γεύση από το editorial:

Αντί-ποίηση

"Χρόνια ο ουρανός ήτανε ένα δύσκολο χαρτί κρυμμένο μεσ΄ στην τσέπη μου"

Ο παραπάνω συγκινητικός στίχος είναι του σπουδαίου Μίλτου Σαχτούρη. Αν ψάχνετε να βρείτε τι δουλειά έχει εδώ, η εξήγηση είναι μάλλον απλή. Λειτουργεί ως στολίδι για τον πρόλογο του δεύτερου τεύχους του Bookmarks και παράλληλα ως αφορμή για να αναζητήσετε και αυτή την εβδομάδα λίγη από την κρυμμένη ομορφιά των λέξεων γύρω σας. Μπορεί να κρύβεται καλά κάτω από την πολύβουη ροή της καθημερινότητας, αλλά η ομορφιά υπάρχει για όσους είναι αποφασισμένοι να την αναζητήσουν.
Πιστεύω ότι δεν έχετε ανοίξει τυχαία τις σελίδες μας, αν και αυτή τη στιγμή σίγουρα μας διαβάζετε σε ένα τυχαίο μέρος. Μπορεί να είστε στην ουρά του βιβλιοπωλείου, στη στάση του λεωφορείου, στο βαγόνι του μετρό, στο ταξί που διασχίζει την πόλη απ' τη μια άκρη στην άλλη, στο ασανσέρ, σε κυλιόμενες σκάλες ή και ξαπλωμένοι ανάσκελα στο κρεβάτι σας. Όμως όπου κι αν βρίσκεστε τα μάτια σας ταξιδεύουν στις γραμμές και στις εικόνες μας, η Γη γυρίζει και μαζί της γυρίζουμε κι εμείς, ο καθένας για τους δικούς του σκοπούς και με τα δικά του όνειρα. Όπου κι αν βρίσκεστε θα διαβάζετε αυτά που έγραψα πριν λίγες μέρες, ολοκληρώνοντας μία μορφή ετεροχρονισμένης συνομιλίας. Δηλαδή όχι ακριβώς συνομιλίας, περισσότερο ένας μονόλογος είναι (στον οποίο μπορείτε να αποκριθείτε μέσω mail).
Στην πρώτη μας παράσταση για τον Δεκέμβριο θα διαβάσετε πολλά και θαυμαστά στις σελίδες που ακολουθούν. Almanac, συνεντεύξεις, ημερολόγιο ανάγνωσης, σούπερ-ήρωες, το δεύτερο μέρος του αφιερώματος στο βραβείο αναγνωστών, κριτικές, νέα, ατζέντα, παράξενα βιβλία, όσα έγραψαν οι καλεσμένοι μας, τα Γιάννενα, το βιβλιόφωνο, χίλια δυο και χίλια ακόμα. Κρατήστε ό,τι σας αγγίξει και πάνω απ' όλα αυτό που γράφει στο εξώφυλλο: "οι σκιές μοιάζουν σκοτεινές, για τα παιδιά είναι παιχνίδι". Δεν είναι βαθυστόχαστο και ούτε παίρνουμε όρκο ότι είναι μια μεγάλη αλήθεια, αλλά είναι κάτι που μας αρέσει. Η μεταμορφωτική δύναμη της φαντασίας είναι απεριόριστη και σε αυτή ακουμπάμε την πίστη μας. Στο τέλος της ημέρας και ενώ σιγά σιγά οι ρυθμοί επιβραδύνοντα όλοι συλλογιζόμαστε όσα κάναμε, είδαμε και αισθανθήκαμε τις προηγούμενες ώρες. Όπως και να 'χει κανείς δεν μπορεί να μας πτοήσει.

"Και σιωπηλά σαν τα βιβλία το φως της μέρας κλείνει"


*Ο τελευταίος στίχος είναι του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη. Μαζί με τον στίχο του Σαχτούρη τους συνάντησα στο μυθιστόρημα του Νίκου Χρυσού "Το μυστικό της τελευταίας σελίδας" (εκδ. Καστανιώτη). Αυτή είναι η δική μου πρόταση για αυτή την εβδομάδα.
** Τον τίτλο αντι-ποίηση τον έχω κλέψει από την καλή φίλη μου Άννα Νιαράκη.

3 Δεκεμβρίου - Βιολονίστας / Αν ήταν όλα αλλιώς

>

Τις τελευταίες εβδομάδες δουλεύω πολύ για το Bookmarks, το free press για το βιβλίο, αλλά ανάμεσα σε όλα όσα έπρεπε να γίνουν, βρήκα το χρόνο να διαβάσω μέσα σε οκτώ μέρες δύο βιβλία, τα οποία είναι υποψήφια για το φετινό βραβείο αναγνωστών. Το συγκεκριμένο βραβείο απονέμεται από το ΕΚΕΒΙ (εθνικό κέντρο βιβλίου) σε συνεργασία με τις 230 λέσχες ανάγνωσης σε Ελλάδα και Κύπρο. Περισσότερες λεπτομέρειες για τον «διαγωνισμό», καθώς και τα δεκαπέντε υποψήφια βιβλία αναλυτικά μπορείτε να αναζητήσετε και στη σχετική σελίδα http://www.ekebi.gr. Τα δύο βιβλία που διάβασα από ορισμένους θα κατατάσσονταν στη δημοφιλή «γυναικεία» λογοτεχνία, προσωπικά μου άρεσαν, ενώ τη σεζόν που μας πέρασε πέτυχαν πολύ σημαντικές πωλήσεις. Πρόκειται για τον «Βιολονίστα» του Κώστα Καρακάση (συγγραφέας του «Ευτυχώς δεν γεννήθηκα όμορφη») και για το «Αν όταν όλα αλλιώς» της Αλκυόνης Παπαδάκη. Το πρώτο από εκδόσεις Ψυχογιός, το δεύτερο από εκδόσεις Καλέντη.

Ο «Βιολονίστας» του Κώστα Καρακάση είναι μια ιστορία αγάπης και μουσικής, με πολλές σκηνές που θυμίζουν ταινίες του παλιού καλού ελληνικού κινηματογράφου, ακριβώς δηλαδή η εποχή που διαδραματίζεται και η κεντρική ιστορία. Ένας βιολονίστας που παίζει στο δρόμο για να συντηρηθεί, συναντάει τυχαία μία πάμπλουτη κληρονόμο. Αυτή πιστεύει στο ταλέντο του και αναδεικνύεται στον προσωπικό του Μαικήνα. Ο άσημος Έλληνας μέσα σε μικρό χρονικά διάστημα εκτινάσσεται σε δυσθεώρητα ύψη δόξας καταπλήσσοντας τα πλήθη με την δεξιοτεχνία του, ένα ταλέντο που έχει κληρονομήσει από τους προγόνους του. Καθώς η σχέση μεταξύ του Ίωνα και της Αλκυόνης αναπτύσσεται, μαθαίνουμε μέσα από εκτενείς αναδρομές στο παρελθόν για την οικογένεια του βιολονίστα και τη μακρά πορεία της, η οποία ξεκινά τέσσερις γενιές πριν στην Κωνσταντινούπολη. Περιστατικά ξεχασμένα ανακατεύονται με το παρόν της αφήγησης και οι πολλές ιστορικές αναφορές κάνουν τους ήρωες ορισμένες στιγμές να δίνουν την εντύπωση ότι παίζουν τους ρόλους τους σε ένα χρονογράφημα και όχι σε μυθιστόρημα. Τελικά ο βιολονίστας επιστρέφει στην Ελλάδα στη σύγχρονη εποχή, μια αφορμή για να ψάξει στις κρυφές σελίδες της μνήμης του.

Συνολικά η γνώμη μου για το «Βιολονίστα» είναι θετική. Διαβάζεται πολύ εύκολα, σαν βιβλίο με κράτησε και νομίζω ο μέσος αναγνώστης (αν υπάρχει) δεν θα απογοητευτεί- το αντίθετο μάλιστα. Ο Καρακάσης μου έδωσε την εντύπωση ενός bon viveur της συγγραφής, ενός ευπατρίδη που θα μπορούσε κάλλιστα να είναι και ο ίδιος μέρος της πλοκής του βιβλίου του. Διατήρησα μόνο λίγες ενστάσεις ως προς το ότι σε μερικά σημεία διάβαζα για κρίσιμα περιστατικά που έδεναν τόσο όμορφα, που με έκαναν να σκεφτώ ότι είναι πολύ καλά για να είναι αληθινά. Αλλά αυτή είναι η ατμόσφαιρα παραμυθιού που θέλησε να δημιουργήσει ο συγγραφέας και το σέβομαι. Το τέλος ήταν γλυκόπικρο όπως ακριβώς το φανταζόμουν και το ανέμενα.

Ξεκινώντας να διαβάζω το βιβλίο της Αλκυόνης Παπαδάκη, ομολογώ ότι είχα τοποθετήσει κάπως χαμηλά τον πήχη των προσδοκιών μου, χωρίς να είμαι βέβαιος γιατί. Και όπως αποδείχθηκε η κρίση μου ήταν άδικη. Ίσως επειδή είχε πουλήσει πάρα πολύ (δεν είναι αρνητικό αυτό φυσικά) και δεν είχε τύχει να συναντήσω κανέναν για να μου πει τη γνώμη του (πάντα εμπιστεύομαι σχεδόν τυφλά τις γνώμες των φίλων). Το γεγονός αυτό θα οφείλεται στο ότι οι κατεξοχήν αναγνώστες του βιβλίου είναι μεγαλύτερης ηλικίας και μάλλον αυτό το γεγονός συνέβαλε στο να με εκπλήξει ευχάριστα το «Αν ήταν όλα… αλλιώς».

Η ιστορία εκτυλίσσεται σε ένα επαρχιακό σπίτι, με ήρωες που περιγράφονται με χρώματα περισσότερο ανάλαφρα απ’ ότι αντικρίζουμε στην πραγματικότητα, και αυτό μου άρεσε πολύ. Οικογενειακά δράματα και δυσάρεστες καταστάσεις παρουσιάζονται με τρόπο που τραβάει τον αναγνώστη πολύ μακριά από τη μελαγχολία. Παράλληλα η Παπαδάκη επιλέγει να επεμβαίνει συχνά πυκνά στο κείμενο, είτε σχολιάζοντας με ανάλαφρο ύφος τα τεκταινόμενα, είτε συμπυκνώνοντας σε λίγες γραμμές ένα «ηθικό» δίδαγμα που έχει προκύψει από όσα συμβαίνουν.

Το «Αν ήταν όλα… αλλιώς» χαρακτηρίζεται από εξαίρετη γραφή που την ένιωσα να κυλάει σαν ρυάκι και δηκτικό χιούμορ που σε πολλά σημεία με έκανε να γελάσω με την καρδιά μου. Ευχαριστήθηκα την ανάγνωση και έπιασα τον εαυτό μου να συγκρίνει αποσπάσματα των ιστοριών με τις αγαπημένες «Μικρές ατιμίες» του Καρνέζη. Ως επίλογο θα χρησιμοποιήσω μερικά λόγια της Παπαδάκη, νομίζω κατάλληλα για να περιγράψουν τα βιβλία της: «Όταν κατάλαβα πως δεν μπορούσα ν’ αλλάξω τον κόσμο, είπα: εντάξει θ’ αλλάξω τον εαυτό μου. Πολύ το διασκέδασα που την πάτησα κι εκεί. Τελικά σκέφτομαι, προς τον παρόν δηλαδή γιατί πάντα το ψάχνω, πως επανάσταση είναι να’ χεις τα μάτια της ψυχής σου ανοιχτά, να επιμένεις, ν’ αγαπάς τη ζωή και να φροντίζεις να μην τη μολύνεις με το πέρασμά σου».

Αυτά για την ώρα. Ραντεβού σε δύο εβδομάδες, λίγο πριν τις γιορτές. Ως τότε καλές αναγνώσεις.