Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2009

26 Μαρτίου- Ανάμισης Ντενεκές


Το «πού πάμε» μας το δείχνει συχνά το «από πού ερχόμαστε»

Η ιστορία ενός ανθρώπου που πέρασε στην παρανομία για ένα έγκλημα πάθους. Το μυθιστόρημα του Γιάννη Μακριδάκη «Ανάμισης Ντενεκές» εμπνέεται από έναν θρύλο της εποχής, τον Γεώργιο Πέτικα, που έζησε στη Χίο στις αρχές του προηγούμενου αιώνα.

Πριν από δύο εβδομάδες είχα την τύχη να παρευρεθώ σε μία πολύ ενδιαφέρουσα παρουσίαση, στο βιβλιοπωλείο Πολύεδρο της Πάτρας. Και αφού ένα κομμάτι της παρουσίασης είχε επιμεληθεί ο φίλος μου ποιητής Τηλέμαχος Τσαρδάκας, τον παρακάλεσα να μου δανείσει τα λόγια του, για να σας συστήσω ένα πολύ αξιόλογο βιβλίο, το «Ανάμισης Ντενεκές», του Γιάννη Μακριδάκη, το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Εστία. Απολαύστε:

Εχετε γεια ψηλά βουνά, κάμποι μου με τα ρόδα / Μάκελε με το κρυό νερό κι εγώ μισέβγω τώρα / Κι όταν ασπρίσει ο κόρακας και γίνει περιστέρι / Τότε να με παντέχετε εις τα δικά μας μέρη /
Αντρίκιο και Μιχαλικιό βγάτε στο μονοπάτι / Να πάρετε το Γιώργη μου γιατί εν ηξέρει να ‘ρτει /
Η μάντρα σου σ’ αναζητά κι οι αίγες σου φωνάζουν / «που είναι ο τσοπάνης μας» κλαίνε κι αναστενάζουν» / Τη μάντραν αρωτήσανε «μάντρα και πού ‘ναι ο γιός σου;» / «Σε γάμο τον καλέσανε να πα να στεφανώσει / Τον κάτω κόσμο πήαινε να ξανακαινουργιώσει» /
Αφήνω γεια και παίρνω γεια κι αφήνω κι αμανάτι / Αφήνω μια γαρυφαλιά, γαρύφαλα γεμάτη / Στέλλω σου χαιρετίσματα κι ένα κουτί λεβάντα / Να πλύνεσαι κάθε πρωί να με θυμάσαι πάντα».
Σας διάβασα μερικά από τα τελευταία τσοπάνικα μοιρολόγια που επιζούν στη Χίο. Τα συγκεκριμένα μοιρολόγια είναι τυχερά γιατί βρέθηκαν στο δρόμο του Γιάννη Μακριδάκη και διασώθηκαν και θα επιζήσουν. Θα μπορούσα να σας διαβάσω κι άλλα πράγματα που θα επιζήσουν: πώς γίνεται η σούμα ή μυζήθρα, ή τι πραγματικά σήμαινε Ελληνικό Κράτος και Ελληνική γραφειοκρατία για τα νησιά μας. Αυτή είναι εξάλλου η μεγάλη προσφορά του Γιάννη στον τόπο του και σε εμάς τους υπόλοιπους, να σώζει αυτά που θα χάνονταν στη λήθη και να μας συστήνει όσα – κακώς ίσως – δεν γνωρίζαμε. Είναι δύσκολη δουλειά αυτή, απαιτεί αληθινή αγάπη και μεράκι και λίγη τρέλα και θέλω να τον ευχαριστήσω πολύ που τα διαθέτει όλα αυτά.

Τα μοιρολόγια αυτά βρήκε τρόπο και τα ενέταξε μέσα στην αφήγηση του «Ανάμιση Ντενεκέ» ο Γιάννης, έστω κι αν αποπροσανατολίστηκε λίγο ο ερευνητής στο σημείο εκείνο όπως ο ίδιος σημειώνει. Καλά έκανε κι αποπροσανατολίστηκε. Καλά έκανε γιατί αυτοί οι μικροί αποπροσανατολισμοί είναι που μας αναγκάζουν να σταθούμε λίγο και να αναρωτηθούμε, που μας κάνουν να νιώσουμε λίγο χαμένοι και μας θυμίζουν ότι το «πού πάμε» μας το δείχνει συχνά το «από πού ερχόμαστε».

Ο Χιώτης «Ζορό»

Είχα την τύχη να διαβάσω το βιβλίο χωρίς να ξέρω τίποτα γι’ αυτό πέρα από το όνομα του συγγραφέα (τον οποίο γνώριζα από τα προηγούμενα βιβλία και τα περιοδικά του Πελινναίου). Ηταν ελεύθερο λοιπόν το πεδίο να απλωθεί η αφήγηση με όλη τη μαεστρία και όλες τις προθέσεις τις οποίες επιστράτευσε ο συγγραφέας για να μας πει την ιστορία του. Την ιστορία του Γιώργη Πέτικα, αυτού του Χιώτη «Ζορό» που το όνομά του πήρε διαστάσεις θρύλου πάνω στο νησί, όπως ταιριάζει σε όσους αρνούνται να συμβιβαστούν, να υποκύψουν, σε όσους δεν μπορούν παρά να ξεχωρίζουν. Το όνομα του Πέτικα δεν το είχα ξανακούσει. Ούτε για το θρύλο του ήξερα, ούτε είχα ιδέα τι θα διαβάσω ανοίγοντας το βιβλίο κι έτσι οι εκπλήξεις διαδέχονταν η μία την άλλη. Εχει αρκετές μέσα και μάλιστα εκεί που δεν το περιμένεις – πετυχαίνει δηλαδή τον βασικό σκοπό της λογοτεχνίας, να ψυχαγωγήσει τον αναγνώστη. Πέρασα πραγματικά πολύ ωραία διαβάζοντας αυτό το βιβλίο, απόλαυσα τις περιγραφές του γνώριμου Χιώτικου τοπίου και αγκιστρώθηκα από τη ροή της ιστορίας. Δεν ήθελα να αφήσω το Γιώργη μόνο του, ήθελα ν’ ανοίξω το βιβλίο ξανά, για να ξεπηδήσει και το επόμενο σημείωμα της αγαπημένης του από μέσα, και η επόμενη διαδρομή του στα βουνά, να δω μήπως κάποιους από όσους εμπιστεύτηκε τον πρόδωσε, μήπως κάποιος από όσους δεν τον πρόδωσαν το πλήρωσε.

Καταστρέφουν τη μαγεία

Ευτυχώς όσο διάβαζα το βιβλίο αντιστάθηκα στον πειρασμό να αναζητήσω κριτικές ή σχόλια ή αναφορές για το ίδιο ή για τον συγγραφέα. Και λέω ευτυχώς διότι αμέσως μόλις ολοκλήρωσα την ανάγνωση είχα την περιέργεια να δω τι έχει γραφτεί γι’ αυτό και πώς το έχει αποδεχτεί ο εκτός Χίου κόσμος. Πώς να τους ακούγονται άραγε όλα αυτά τα τοπωνύμια; Η ντοπιολαλιά μήπως τους ξενίζει; Πώς είναι να διαβάζεις για τα βουνά του Ανάβατου, για τα πεύκα που φτάνουν ως τη θάλασσα, για τα νερά της Ελίντας, για την πηγή του Γιόσονα, για τον ήλιο που δύει πάνω από τη Σιδηρούντα, για τα αλεπουδάκια που σαστίζουν μπροστά στους προβολείς του αυτοκινήτου όταν γυρίζεις νύχτα από τη Βολισσό…

Πώς είναι να τα φαντάζεσαι όλα αυτά χωρίς να θυμούνται οι αισθήσεις σου τις μυρωδιές, τις λάμψεις, τους ήχους…;

Διάβασα λοιπόν τις κριτικές αυτές – συγκεκριμένα του κ. Μοδινού στο Βήμα και του κ. Μόσχου στην Καθημερινή αν δεν κάνω λάθος. Τις διάβασα και έφριξα! Θύμωσα! Οχι γιατί γράφουν κάτι κακό ή θάβουν το μυθιστόρημα. Ισα ίσα που το προβάλλουν με θετικά λόγια και το συστήνουν. Θύμωσα γιατί το κάνουν με έναν τρόπο που αποκαλύπτει όλη την ιστορία – όταν λέω όλη εννοώ όλη! Γράφουν σε περίληψη τι γίνεται από την αρχή μέχρι το τέλος – καταστρέφοντας έτσι όλη τη μαγεία του να ζεις την ιστορία που διαβάζεις. Το θεωρώ απαράδεκτο να υποσκάπτεται η δυναμική ενός μυθιστορήματος έτσι. Πιστεύω ότι αυτό συμβαίνει επειδή στην πραγματικότητα οι άνθρωποι αυτοί που υποτίθεται ότι είναι ειδικοί και κάνουν κριτικές είτε δεν ξέρουν τη δουλειά τους είτε βαριούνται τρομερά να την κάνουν. Σε μια ταινία ας πούμε δεν προσφέρεις τίποτα λέγοντας από τη μια ότι είναι καλή και αποκαλύπτοντας από την άλλη ποιος είναι ο δολοφόνος. Δεν γίνεται έτσι. Το ίδιο ισχύει και για ένα βιβλίο. Αλλά αμφιβάλλω αν ενδιαφέρονται γι’ αυτά. Τους ενδιαφέρει να γεμίσουν τις στήλες της εφημερίδας με τον αριθμό λέξεων που πρέπει, να κάνουν δημόσιες σχέσεις με τον εκδότη – ίσως και με τον συγγραφέα αν είναι κανένας γνωστός – αλλά αρχίζω να βεβαιώνομαι ότι δεν τους ενδιαφέρει καθόλου ο αναγνώστης.

Ηρωας και εγκληματίας

Αφήνω τη γκρίνια στην άκρη και περνάω στον τρόπο γραφής του Γιάννη Μακριδάκη τουλάχιστον όπως τον αντιλαμβάνομαι εγώ. Καταφέρνει ο Μακριδάκης να βάλει τον αναγνώστη μέσα στην ιστορία και να τον εξοικειώσει με τους ήρωες χωρίς να τους χρωματίζει με κραυγαλέα χρώματα και χωρίς να τους τοποθετεί σε έναν πολύ προβλέψιμο άξονα καλού και κακού. Είναι ήρωας ο Πέτικας αλλά είναι και εγκληματίας. Είναι σύντροφος ο Τουρκοδήμητρος αλλά είναι και κλέφτης. Είναι σκληρός και κακός ο χωροφύλακας Πλαπούτας αλλά μήπως είναι απλά ένας αξιωματικός πιστός στο καθήκον του;

Κρατάει ο συγγραφέας την απόσταση του ερευνητή που αμφισβητεί συχνά τις πηγές του και που ενδιαφέρεται να βρει τα αληθινά πρόσωπα κάτω από τη σκόνη κι όχι τις διαστρεβλωμένες αγιογραφίες που συχνά έχει ανάγκη να διασώσει η συλλογική μνήμη. Οι χαρακτήρες σε πολλά σημεία καλύπτονται από την ίδια σκοτεινιά που καλύπτει και την έρευνα στην αρχή της. Ο ερευνητής ψάχνει στο σήμερα κι ο ήρωας κρύβεται στο χτες. Η εισαγωγή μέσα στην αφήγηση αυτής της παράλληλης δράσης – του φυγά Πέτικα που προσπαθεί να ξεφύγει από τους διώκτες του και του ερευνητή Μακριδάκη που «καταδιώκει» κι αυτός 90 χρόνια μετά έναν θρύλο μέσα σε βιβλία, εφημερίδες και ηχογραφημένες μαρτυρίες – είναι που κάνει τον «Ανάμιση Ντενεκέ» ξεχωριστό. Αυτό που κυνηγούμε, ο καθένας μας ξεχωριστά, η μνήμη μας, η νιότη μας, η νιότη του πατέρα μας, η γλώσσα που μιλούσε η γιαγιά μας, τα χωριά μας πριν γεμίσουν αλουμινόπορτες και ελενίτ, ο χρόνος που περνάει και μας θερίζει, τα δευτερόλεπτα που αλλιώς περνούν όταν είσαι τριάντα πέντε κι αλλιώς όταν αγγίζεις τα εκατό, ήταν κάποτε μες στα χέρια μας. Ηταν όλα μες τα χέρια μας κάποτε και ξεγλιστρήσανε. Θα μπορούσαμε να τα έχουμε κρατήσει, να τα έχουμε κάνει κτήμα μας, να τα έχουμε σώσει αλλά μας ξέφυγαν, όπως ξέφευγε ο Πέτικας απ’ τους χωροφυλάκους. Και τώρα δεν μπορούμε παρά να τρέχουμε από πίσω τους, μπας και καταφέρουμε να κρατήσουμε κάτι, να ανακαλύψουμε κάποια ατόφια κοιτάσματα παρελθόντος, όσο προλαβαίνουμε, αν προλαβαίνουμε.

Ο Γιάννης Μακριδάκης, από τους γενναίους της δικής μου γενιάς, με τον «Ανάμιση Ντενεκέ» κάποιον πρόλαβε, και τον τσάκωσε, και τον απαθανάτισε.


~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Στη φωτογραφία:
Ο Γιάννης Μακριδάκης
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Τετάρτη, 18 Μαρτίου 2009

19 Μαρτίου- Μεταξύ συρμού και αποβάθρας

Παρουσίαση του βιβλίου και μια συνέντευξη της Έλενας Μαρούτσου στον Γιάννη Πλιώτα

Το σημερινό βιβλίο της παρουσίασης, το διάβασα έπειτα από σύσταση πολύ καλού φίλου, ο οποίος ενθουσιάστηκε και όπως διαπίστωσα δεν είχε καθόλου άδικο. Πρόκειται για το ευφυέστατο μυθιστόρημα “Μεταξύ συρμού και αποβάθρας” της Έλενας Μαρούτσου, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Καστανιώτη και είμαι σίγουρος ότι δεν θα είναι σήμερα η μοναδική φορά που ακούτε γι' αυτό.

Η Έλενα Μαρούτσου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1967. Σπούδασε Iστορία στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών κι έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Λογοτεχνία και στις Eικαστικές Tέχνες στην Αγγλία. Έχει ασχοληθεί με τη φωτογραφία και με το κολλάζ, ενώ το “Μεταξύ συρμού και αποβάθρας” είναι το τρίτο βιβλίο της. Για να έχετε, όμως πιο ολοκληρωμένη άποψη, οφείλω να συμπεριλάβω στην εισαγωγή μου, ακόμα δύο βιογραφικά, άσχετα μεταξύ τους, για λόγους που θα φανερωθούν παρακάτω.

Ο Ρενέ Μαγκρίτ (1898-1967) ήταν ένας Βέλγος σουρεαλιστής καλλιτέχνης με επιρροές από το κίνημα του ντανταϊσμού. Στα έργα του συχνά παραθέτει συνηθισμένα αντικείμενα, τοποθετημένα σε κάποιο ασυνήθιστο πλαίσιο, δίνοντας νέες ερμηνείες σε έννοιες, προοπτική και αντίληψη. Με τα φανταστικά και απρόβλεπτα στοιχεία, το έργο του γίνεται συχνά πνευματώδες και διασκεδαστικό. Ο Τάσος Λειβαδίτης (1922-1988) ήταν σημαντικός Έλληνας ποιητής. Σπούδασε νομικά, όμως τον κέρδισε η ποίηση. Ανέπτυξε έντονη πολιτική δραστηριότητα στο χώρο της αριστεράς με συνέπεια να εξοριστεί από το 1947 έως το 1951. Τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο ποίησης στο παγκόσμιο φεστιβάλ νεολαίας της Βαρσοβίας για τη συλλογή «Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου».

Πάμε, όμως στα του μυθιστορήματος. Η Λίνα είναι μία περίπου συνηθισμένη γυναίκα που φιλοσοφεί και της αρέσει να αλλοιώνει ενίοτε την πραγματικότητα ώστε να την συνταιριάζει με την αχαλίνωτη φαντασία της. Γράφει διηγήματα με ήρωες τους στενούς συγγενείς της, ψάχνει στον εαυτό της αποτυπώματα της γιαγιάς της και αναζητά ταυτόχρονα ένα νόημα σε όλα όσα στροβιλίζονται γύρω της. Είναι συναισθηματικά παρορμητική, διαθέτει άφθονα αποθέματα σαρκασμού για τους γύρω, αλλά και για τον εαυτό της, ενώ ακροβατεί μεταξύ φλεγματικής ψυχραιμίας και κρίσεων πανικού. Κομβικά σημεία στην ιστορία αποτελούν η αγάπη της για τους πίνακες του Μαγκρίτ (την οποία μοιράζεται με τη συγγραφέα) και μία αλληγορική ταινία που σκηνοθετεί ο φίλος της ο Δημήτρης και περιστρέφεται γύρω απ' την ποίηση του Τάσου Λειβαδίτη.

Τι θα ήταν, λοιπόν συμπυκνωμένο σε μία επικεφαλίδα το “Μεταξύ συρμού και αποβάθρας”; Θα το χαρακτήριζα ένα αυτοαναφορικό μυθιστόρημα, πανέξυπνα αστείο και εξόχως σουρεαλιστικό, μα πάνω απ' όλα μια ιστορία πάνω στην αγάπη, στη δυσκολία των ανθρώπινων σχέσεων και στην εναλλαγή των συναισθημάτων. Είμαι βέβαιος ότι όσο πλησιάζετε προς το τέλος θα αντιμετωπίσετε το ίδιο αγωνιώδες και αρχετυπικό δίλημμα με τη Λίνα. Υπάρχει το ιδανικό ή είναι μια φαντασίωση μες στο κεφάλι μας, ένας διεστραμμένο παιχνίδι που μας ωθεί σε ακατάληπτες ενέργειες;

Η πένα της Μαρούτσου μετατρέπει την ανάγνωση σε ένα άκρως απολαυστικό και γευστικό ταξίδι και θα πρότεινα ανεπιφύλακτα το “Μεταξύ συρμού και αποβάθρας” στους αναγνώστες κάθε είδους, που θέλουν να γελάσουν και να προβληματιστούν. Θα βρείτε τις καλαίσθητες, διανθισμένες με πίνακες του Μαγκρίτ, 352 σελίδες του σε όλα τα βιβλιοπωλεία, ενώ περισσότερα μπορείτε να μάθετε και σε όσα ενδιαφέροντα μου “αποκάλυψε” η ίδια η συγγραφέας:

Γιατί επιλέξατε τους πίνακες του Μαγκρίτ και γιατί την ποίηση του Λειβαδίτη;


Ο Μαγκρίτ είχε δηλώσει κάποτε ότι δε βλέπει τον εαυτό του ως ζωγράφο αλλά ως στοχαστή που χρησιμοποιεί ως μέσο τη ζωγραφική. Ένας λοιπόν απ’ τους κεντρικούς του «στοχασμούς» περιστρεφόταν γύρω απ’ τη γλώσσα και το χάσμα που χωρίζει τη λέξη από αυτό που προσπαθεί να περιγράψει. Σ’ ένα παρόμοιο χάσμα αναφέρεται κι ο τίτλος «Μεταξύ συρμού και αποβάθρας», το χάσμα που χωρίζει δηλαδή την πραγματικότητα απ’ την ερμηνεία της, ή την αποτύπωσή της μέσω της τέχνης (λογοτεχνίας, ζωγραφικής κλπ). Ο Λειβαδίτης, απ’ την άλλη, είναι απ’ τους πολύ αγαπημένους μου ποιητές και νομίζω πως το αίσθημα της απώλειας και της διάψευσης που ποτίζει τα ποιήματά του διαπερνάει και τους ήρωες τους βιβλίου που συχνά έρχονται αντιμέτωποι με τις πλάνες τους αναζητώντας πότε την αγάπη, πότε την αλήθεια πότε τον ίδιο τους τον εαυτό.


Ο χαρακτήρας της Λίνας έχει στοιχεία της προσωπικότητάς σας;


Η αλήθεια είναι πως έχω δανείσει πολλά στοιχεία της ιστορίας, της ταυτότητας και της προσωπικότητάς μου στην ηρωίδα, όμως πάντα ένας ήρωας είναι ένα πλάσμα φτιαχτό, μια επινόηση, και ως τέτοια είναι καλό να την αντιμετωπίζει ο αναγνώστης. Ο αφηγητής είναι μια μάσκα κι όσο κι αν μοιάζει με το συγγραφέα δεν ταυτίζεται με αυτόν.


Θα ακολουθούσατε τυχαία σημάδια της ζωής, όπως το δέσιμο των κορδονιών από έναν περαστικό;


Για να σας αποδείξω ότι άλλο εγώ κι άλλο η Λίνα, έχω να πω πως εγώ θα αρκούμουν και σε πoλύ μικρότερα σημάδια. Είμαι φύσει ρομαντική κι η φαντασία μου είναι πολύ ευέξαπτη.


Τελικά στις σχέσεις πρέπει να συμβιβαζόμαστε με ό,τι έχουμε ή να αναζητούμε το ιδανικό; Μήπως το ιδανικό είναι μια φαντασίωση;


Το ιδανικό είναι σίγουρα μια φαντασίωση μιας και οι άνθρωποι είμαστε πλάσματα ατελή. Από τη στιγμή όμως που θα βγούμε απ’ την κοιλιά της μαμάς μας είμαστε καταδικασμένοι να κυνηγάμε την εμπειρία της απόλυτης ένωσης, μια αίσθηση πληρότητας που μάλλον είναι ανέφικτη και δεν μπορεί να μας την προσφέρει κανείς. Παύουμε ίσως να την κυνηγάμε όταν (και αν) φτάσουμε στην σοφία ή την κούραση ή και στα δύο.


Η Λίνα γράφει διηγήματα με ήρωες τους συγγενείς της. Εσείς θα το κάνατε; Πόσο εκτίθεται ο συγγραφέας σε φίλους και οικείους;


Πολλά κομμάτια της οικογενειακής μου ιστορίας έχουν περιληφθεί σε αυτό, ως επί το πλείστον, αλλά και στα προηγούμενα βιβλία μου, στο μέτρο όμως που εξυπηρετούν την πλοκή του βιβλίου. Κι η ηρωίδα κάτι τέτοιο κάνει: γράφει μια φανταστική οικογενειακή αυτοβιογραφία. Άλλα στοιχεία τα επινοεί, άλλα τα παραλλάσσει, άλλα τα χρησιμοποιεί ατόφια. Σίγουρα πάντως κάτι τέτοιο, έχετε δίκιο, μπορεί να φέρει σε δύσκολη θέση συγγενείς και οικείους, όμως επειδή οι καθρέφτες που χρησιμοποιώ είναι παραμορφωτικοί πάντα μπορεί κανείς καμαρώσει πως πρόκειται για τον ίδιο ή να αποποιηθεί κάθε ομοιότητα, ανάλογα με το κέφι του.


Πόσα κομμάτια της ζωής μας χωράνε "μεταξύ συρμού και αποβάθρας";


Χωράνε αυτά που δεν έχουν βρει ακόμα τη θέση τους, τα μετέωρα, για κάποιους όλα.


Αισθάνεστε καθόλου ότι γράψατε το βιβλίο μαζί με τον Μαγκρίτ;


Ακριβώς έτσι: Μαζί του και εν αγνοία του. Οι πίνακές του χρησίμευσαν ως συνδετικό υλικό στο χτίσιμο της πλοκής αλλά και ως πυξίδα για την πορεία της. Σίγουρα, χωρίς τον Μαγκρίτ το βιβλίο δεν θα ήταν το ίδιο…


Μια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουν; Και ποια είναι η απάντηση;


Ερώτηση που θέλω να μου κάνουν: Είναι μεγάλη μας τιμή να σας προσφέρουμε το Νόμπελ λογοτεχνίας. Το δέχεστε;

Απάντηση: Μα τι λέτε; Αφού δεν το αξίζω… Αφού επιμένετε…Ναι.




Τετάρτη, 11 Μαρτίου 2009

12 Μαρτίου- Watchmen





QUIS CUSTODIET IPSOS CUSTODES?

Στα σημερινά ράφια θα ασχοληθούμε με κάτι επίκαιρο, για το οποίο πιθανότατα κάτι θα έχει πάρει το αυτί σας. Πρεμιέρα σήμερα και στην Ελλάδα λοιπόν, για μια μεγάλη κινηματογραφική παραγωγή, το «Watchmen», μία πολύχρωμη ταινία δράσης, που φιλοδοξεί να μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη το ομώνυμο κόμικ. Και κάπου εκεί έρχομαι για να δώσω περισσότερες διευκρινήσεις ως προς το τι εστί «Watchmen» και για να το συστήσω ανεπιφύλακτα σε όλους ανεξαιρέτως τους αναγνώστες. Γνωρίζοντας ότι πολλοί από εσάς περιμένετε με ανυπομονησία την ταινία, θα φροντίσω να αποκλείσω από το άρθρο μου κάθε spoiler, περιορίζοντας τις αναφορές στην πλοκή μόνο στα πολύ βασικά και στην αρχή του πρώτου, εισαγωγικού κεφαλαίου.

Το «Watchmen» («Φύλακες» θα μπορούσε να είναι μια απόδοση), είναι ένα πολυσύνθετο graphic novel του οποίου τα δώδεκα μηνιαία τεύχη κυκλοφόρησαν από την DC στην Αμερική ανάμεσα στον Σεπτέμβριο του 1986 και τον Οκτώβριο του 1987. Το σενάριο υπέγραφε η ιδιόρρυθμη μεγαλοφυΐα Άλαν Μουρ (με έργα όπως το «V for Vendetta» και το «From Hell» να ξεχωρίζουν απ’ το βιογραφικό του) και το σχέδιο ο Ντέιβ Γκίμπονς, που έχει συνεργαστεί και στην καλλιτεχνική διεύθυνση της κινηματογραφικής μεταφοράς.

Η υπόθεση διαδραματίζεται σε μια εναλλακτική εκδοχή της ιστορίας κατά τη δεκαετία του ’80, όταν ο Νίξον είναι ακόμα πρόεδρος των Η.Π.Α. και η χώρα του βρίσκεται στα όρια ενός ολέθριου πυρηνικού πολέμου ενάντια στη Σοβιετική Ένωση. Παράλληλα η κοινωνία της Αμερικής έχει στιγματιστεί από το παράδοξο φαινόμενο της παρουσίας μασκοφόρων εκδικητών, οι οποίοι κυνηγούν αυτεπαγγέλτως το έγκλημα. Πριν ακόμα τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο αυτοί οι αστικοί ήρωες εμφανίστηκαν προσφέροντας τις υπηρεσίες τους, αλλά εδώ και περίπου μια δεκαετία η δράση τους θεωρήθηκε παράνομη και οι ίδιοι πέρασαν στο περιθώριο με τις εικόνες τους αποδομημένες. Υπάρχει, όμως μία εξαίρεση, ο βίαιος, υπερπατριώτης και στυγνός Ρόρσαχ, που συνεχίζει να δρα μακριά από τα βλέμματα της δημοσιότητας και ουσιαστικά καταζητούμενος από τη νόμιμη εξουσία. Έρχεται η δολοφονία ενός βετεράνου υπερήρωα, του Comedian, να κινήσει τις υποψίες του Ρόρσαχ, που σιγά σιγά ξετυλίγει ένα μπλεγμένο κουβάρι διαφθοράς για να οδηγηθεί σε μια συνωμοσία ασύλληπτων προεκτάσεων.

Αυτή είναι πάνω κάτω η ιστορία, που επικεντρώνεται αριστουργηματικά σε δύο θεματικούς άξονες. Κατ’ αρχάς στη διαταραχή της ψυχολογίας ενός καθημερινού ανθρώπου που αποφασίζει να φορέσει μια μάσκα και να αναλάβει την προάσπιση του δημόσιου συμφέροντος. Κατά δεύτερο στο αν υπάρχει όριο στη δικαιοδοσία όσων εφαρμόζουν τους νόμους κάτι που πιο απλά τίθεται με την εξής γνωστή ρήση: «Ποιος φυλάει τους φύλακες»;

Θα αναρωτιέστε, όμως γιατί έχει γίνει τόσος θόρυβος γύρω από μερικές εικόνες με διαλόγους σε συννεφάκια. Το «Watchmen» θεωρείται ως το αξιολογότερο δείγμα κόμικ όλων των εποχών, και αν μπορεί να υπάρξει τέτοιος ορισμός στηρίζεται σε δύο αναμφισβήτητα γεγονότα. Είναι το μόνο κόμικ το οποίο έχει τιμηθεί με βραβείο «Hugo» (ένα πολύ σημαντικό βραβείο που παρομοιάζεται με νόμπελ λογοτεχνίας επιστημονικής φαντασίας) και επίσης έχει συμπεριληφθεί στη λίστα του περιοδικού «Time» με τα 100 βιβλία του 20ου αιώνα, τα οποία άσκησαν τη μεγαλύτερη επίδραση στη λογοτεχνία· και πάλι μία τιμή πρωτόγνωρη για κόμικ.

Νομίζω ότι δεν χρειάζονται πολύ περισσότερες περγαμηνές για να πειστείτε. Δεν είναι εύκολο ανάγνωσμα, αλλά αξίζει προσοχής η κάθε μία από τις εμπνευσμένες σελίδες του. Το μόνο που έχετε να επιλέξετε είναι αν θα παραγγείλετε σε ενημερωμένα βιβλιοπωλεία ή από το Amazon.com την αγγλόφωνη έκδοση έναντι 15 ευρώ (λύση την οποία προκρίνω) ή αν θα προμηθευτείτε τη μεταφρασμένη εκδοχή που μόλις κυκλοφόρησε από τον «Anubis» και τιμάται 50 ευρώ.

Τώρα για το αν πρέπει πρώτα να διαβάσετε το κόμικ και μετά να δείτε την ταινία ή το αντίστροφο, θεωρώ ότι είναι καθαρά θέμα προσωπικού γούστου. Είμαι σίγουρος ότι ο σκηνοθέτης Τζακ Σνάιντερ έχει μείνει όσο το δυνατόν πιστότερος στο πνεύμα των δημιουργών, όπως φαίνεται ξεκάθαρα κι απ’ τις σκηνές των trailer, όπου έχει αναπαραστήσει με ακρίβεια ολόκληρα καρέ. Άλλωστε αυτό ακριβώς είχε κάνει και στους «Τριακόσιους», μεταφέροντας σχεδόν αυτούσιο το κόμικ του Φρανκ Μίλερ. Απομένει να δούμε αν ο Σνάιντερ έχει επιτύχει και στο δυσκολότερο μέρος, δηλαδή στην απόδοση του βάθους των χαρακτήρων και των πολλαπλών επιπέδων της ίδιας της ιστορίας.

Μην περιμένετε περισσότερο. Φορέστε κουκούλα και μπέρτα και ξεχυθείτε προς το αγαπημένο σας βιβλιοπωλείο και την πλησιέστερη κινηματογραφική αίθουσα.

Δευτέρα, 2 Μαρτίου 2009

5 Μαρτίου- Hotel Zoo


Λοιπόν, όπως ήταν ευρέως αναμενόμενο, πέρασε μετά από μία σύντομη εμφάνιση και η Καθαρά Δευτέρα και πήγε να συναντήσει στο μπαούλο με τα περσινά τις Απόκριες και τα χριστουγεννιάτικα στολίδια. Άνοιξη πλέον και περνάμε στο διπλό θέμα μας σήμερα, υπό τις πανέμορφες μελωδίες της Lisa Hannigan (εγώ τουλάχιστον, εσείς πρέπει να την αναζητήσετε στο youtube).
Πρώτα απ’ όλα σε μία νέα, ενδιαφέρουσα έκδοση με τίτλο «Χαμένοι στο Διαδίκτυο» η οποία κυκλοφόρησε πρόσφατα από τον Πατάκη και οφείλεται στη δική σας συμμετοχή και αλληλεπίδραση. Περί τίνος πρόκειται και που εμπλέκονται οι αναγνώστες; Τα τελευταία χρόνια σε ένα εικονικό Hotel, φιλοξενούνται διακεκριμένοι συγγραφείς μαζί με άγνωστους δημιουργούς, προκειμένου να συμπληρώσουν τα κομμάτια του παζλ ενός βιβλίου. Διαβάστε μαζί μου: «Τρία εκατομμύρια διαδικτυακοί χρήστες και πλέον των 10.000 blogs στην Ελλάδα πιστοποιούν μια νέα πραγματικότητα – και όχι μόνο ψηφιακή. Η διαδικτυακή βιβλιοφιλία εξαπλώνεται με γεωμετρική πρόοδο, ενώ ήδη αρκετοί bloggers τυπώνουν τα άυλα ημερολόγιά τους σε βιβλία. Αυτό ήταν το ζητούμενο του Hotel 2008: μια ιστορία αντλημένη από το Διαδίκτυο, ένα διήγημα που λογοδοτεί στη θεματική και στην ποιητική της ψηφιακής πραγματικότητας.
Η φετινή κριτική επιτροπή (Ελιάνα Χουρμουζιάδου, Χρήστος Χρυσόπουλος, Βίβιαν Ευθυμιοπούλου, Χρίστος Κυθρεώτης, Τιτίκα Δημητρούλια, Άννα Πατάκη και Μισέλ Φάις) κατέληξε στον βραχύ κατάλογο του «Hotel-Internet»: Γιούλη Αναστασοπούλου, Δήμητρα Ανδρουλάκη, Ιωάννα Ακουμιανάκη, Ελεάννα Αναφιώτη, Έλενα Γελάση, Κώστας Γκαζής, Μαρία Δαλαμήτρου, Κίμων Θεοδώρου, Μυρτώ Καλοφωλιά, Μαρία Πρωτονοταρίου, Σοφία Ρόκου, Θοδωρής Χιώτης. Τελικώς, έξι εξ αυτών φιλοξενούνται στον παρόντα τόμο και, από κοινού με τους τέσσερις συγγραφείς/κριτικούς, απαρτίζουν τον τόμο Χαμένοι στο Διαδίκτυο. Τα δέκα κείμενα του τόμου συγκροτεί σε μιαν άτυπη συλλογή διηγημάτων η κριτικός λογοτεχνίας Τ. Δημητρούλια, η οποία προλόγισε και την έκδοση.»
Αν τώρα μετανιώσετε που δεν είχατε πέρσι χρόνο να πάρετε μέρος ή πολύ απλά δεν είχατε ενημερωθεί, δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας. Φέτος έχει ξεκινήσει μία ανάλογη προσπάθεια.
«Η ζωολογική λογοτεχνία είναι παλαιότατη, αχανής και ποικίλη. Σε ευσεβιστική, λαϊκή ή έντεχνη αφήγηση, ρεαλιστική ή αλληγορική εκδοχή, ο ζωομορφισμός στην τέχνη της αφήγησης έχει αφήσει έντονα χνάρια: Όμηρος, Παλαιά Διαθήκη, Αίσωπος, Λα Φοντέν, Λόντον, Μπλέικ, Πόου, Βερν, Μέλβιλ, Κάφκα, Χεμινγουέυ, Όργουελ, Μπόρχες, Ιονέσκο, Κορτάσαρ, Πελέβιν, αλλά και Ροΐδης, Μητσάκης, Λασκαράτος, Καρκαβίτσας, Κόντογλου, Πεντζίκης, Τσίρκας κ.ά.
Φυσικά, μια ιστορία με ζώα δεν εξαντλείται στην τρέχουσα αστική ζωοφιλία, ειδικά στις μέρες μας, με την εξαφάνιση σπάνιων ειδών της πανίδας, τα πειραματόζωα ή τα μεταλλαγμένα ζώα. Φωτεινή ή ζοφερή χροιά, δραματικός ή ειρωνικός τόνος, φαντασιωτικό ή ρεαλιστικό πλαίσιο είναι απλώς αφορμές ώστε να καθρεφτιστούμε και να μιλήσουμε για τον εαυτό μας και τον κόσμο.
Αυτό είναι το νέο πλαίσιο γραφής του Hotel 2009, μια ιστορία όπου θα πρωταγωνιστούν ζώα. Για τέταρτη συνεχή χρονιά, μετά τα Hotel Βιζυηνός, Μετανάστευση και Internet. Σ’ αυτό το νέο λογοτεχνικό παιχνίδι συμμετέχουν οι πεζογράφοι Άντζελα Δημητρακάκη, Ισίδωρος Ζουργός, Δημήτρης Σωτάκης, Κώστας Γκαζής (ο νικητής του Hotel Internet), ενώ το όλο εγχείρημα θα φωτίσει από θεωρητική σκοπιά η κριτικός λογοτεχνίας Λίνα Πανταλέων.
Δεκτές γίνονται συμμετοχές που θα έχουν ημερομηνία αποστολής έως την 30ή Ιουνίου 2009 (σφραγίδα ταχυδρομείου). Τέλη Σεπτεμβρίου θα ανακοινωθεί ο βραχύς κατάλογος των 12 διακριθέντων. Αρχές Νοεμβρίου, σε ειδική εκδήλωση, θα παρουσιαστεί ο συλλογικός τόμος των 6+4 διηγημάτων, όπου θα μάθουμε και το όνομα του βραβευόμενου διηγηματογράφου. Δικαίωμα συμμετοχής έχουν όσοι δεν έχουν εκδώσει πεζογραφικό βιβλίο. Τα διηγήματα πρέπει να είναι σε έντυπη μορφή, δακτυλογραφημένα με μονό διάστιχο και να συνοδεύονται από CD με το κείμενο σε ηλεκτρονική μορφή. Οι ενδιαφερόμενοι θα πρέπει να στείλουν κείμενα των 5.000-7.000 λέξεων, καθώς κι ένα βιογραφικό τους με στοιχεία επικοινωνίας, ταχυδρομικά στις Εκδόσεις Πατάκη στη διεύθυνση Παναγή Τσαλδάρη 38, 104 37 Αθήνα, με την ένδειξη «Για το διαγωνισμό διηγήματος», υπόψη του κ. Γιώργου Πάντσιου. Χορηγός επικοινωνίας είναι η Athens Voice, ενώ ο διαγωνισμός διεξάγεται υπό την αιγίδα του WWF Ελλάς.»
Καλή επιτυχία σε όλους όσοι πάρουν μέρος και συγχαρητήρια στον εκδοτικό οίκο για την διοργάνωση του διαγωνισμού.